ΙII. Η ΕΠΙΘΕΣΗ Η ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ [J. S. Corbett. “Some Principles of Maritime Strategy.” Part 3, Chapter 4, Part III]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

IΙI. Η ΕΠΙΘΕΣΗ, Η ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΣΤΉΡΙΞΗ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ

(Πρόχειρη μετάφραση από το βιβλίο Classics of Sea Power του U.S. Naval Institute, Eric J. Grove)

Η επιθετική ενέργεια που αντιπροσωπεύει μια υπερπόντια εκστρατεία καθώς και η άμυνα εναντίον της υπόκεινται σε μεγάλο βαθμό στις ίδιες ¨αρχές¨ που ισχύουν στην επίθεση εναντίον του εχθρικού θαλάσσιου εμπορίου και στην άμυνα του φίλιου θαλάσσιου εμπορίου έναντι εχθρικής επίθεσης. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί πρόβλημα ελέγχου των θαλάσσιων επικοινωνιών. Γενικά ομιλούντες μπορούμε να πούμε ότι εάν ελέγχουμε τις θαλάσσιες επικοινωνίες για τον ένα σκοπό [το εμπόριο], τότε ταυτόχρονα τις ελέγχουμε και για τον άλλο [τις εκστρατείες]. Όμως στις συνδυασμένες εκστρατείες [όπου συνδυάζονται σε μια κοινή επιχείρηση δυνάμεις του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού] η διασφάλιση της θαλάσσιας μεταφοράς του εκστρατευτικού σώματος δεν αποτελεί το μοναδικό πρόβλημα που θα πρέπει να επιλυθεί. Τα καθήκοντα του στόλου δεν εξικνούνται στη συνοδεία/προστασία των στρατευμάτων κατά τον πλουν μεταφοράς τους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των νηοπομπών. Εκτός κι αν, όπως συμβαίνει και πάλι στην περίπτωση των νηοπομπών, ο προορισμός των στρατευμάτων είναι μια φιλική χώρα [όπου τα στρατεύματα απλά θα αποβιβαστούν και δεν θα διενεργήσουν βίαιη απόβαση]. Όμως, στη συνήθη περίπτωση ενός εχθρικού προορισμού, όπου αναμένεται να εκδηλωθεί αντίσταση αμέσως με την έναρξη των επιχειρήσεων, ο στόλος είναι επιφορτισμένος και με επιπρόσθετα, εξαιρετικά απαιτητικά, καθήκοντα. Τα εν λόγω καθήκοντα μπορούν να περιγραφούν ως καθήκοντα υποστήριξης των αποβατικών στρατευμάτων. Ακριβώς αυτά τα τελευταία καθήκοντα είναι που διακρίνουν σαφώς τους ναυτικούς σχεδιασμούς των συνδυασμένων επιχειρήσεων/εκστρατειών από εκείνους που αφορούν την προστασία του θαλάσσιου εμπορίου. Εκτός από αυτό το σημείο δεν υπάρχει άλλη διαφορά όσον αφορά την άμυνα. Και στις δύο περιπτώσεις οι απαιτούμενες για άμυνα ναυτικές δυνάμεις εξαρτώνται από τους κινδύνους που εκτιμάται ότι θα αντιμετωπιστούν κατά τον πλου μεταφοράς του εκστρατευτικού σώματος ή της νηοπομπής στον τελικό τους προορισμό. Όμως, αυτός ο κανόνας δεν καλύπτει τις συνδυασμένες εκστρατείες. Κι αυτό γιατί ανεξαρτήτως του πόσο μικροί μπορεί να είναι οι υπόψη κίνδυνοι [που ενδεχομένως θα αντιμετωπιστούν κατά τον πλου μεταφοράς των στρατευμάτων], οι ναυτικές δυνάμεις προστασίας/συνοδείας θα πρέπει να είναι αρκούντως ισχυρές ώστε να μπορούν να παράσχουν και υποστήριξη στο εκστρατευτικό σώμα κατά την απόβαση.

Πριν ασχοληθούμε με αυτό το θέμα, που είναι η πιο σύνθετη πλευρά του προβλήματος, καλό είναι να αφήσουμε κατά μέρος την επίθεση [δηλ. τους επιθετικούς σχεδιασμούς και ενέργειες μιας συνδυασμένης εκστρατείας]. Από στρατηγική άποψη οι αρχές αμύνης εναντίον μιας επιθετικής εκστρατείας, καθόλου δεν διαφέρουν από αυτές που ήδη αναφέρθηκαν και που αφορούν την ενεργή αντίσταση σε περίπτωση εισβολής. Ανεξαρτήτως εάν η εκστρατεία εναντίον μας είναι μικρών δυνατοτήτων ή εάν διαθέτει επαρκείς δυνάμεις για τη διενέργεια γενικής εισβολής [στην Αγγλία], ανέκαθεν ο βασικός κανόνας ήταν ο εξής: ο κύριος αντικειμενικός σκοπός του [αμυνόμενου] στόλου μας είναι τα μεταγωγικά πλοία του εχθρού και όχι τα πλοία συνοδείας τους. Τα πλοία συνοδείας των μεταγωγικών, σύμφωνα και με την παλαιότερη πρακτική μας, πρέπει να απωθηθούν ή να αναχαιτιστούν, αλλά ποτέ δεν πρέπει να θεωρηθούν ως ο κύριος αντικειμενικός σκοπός μας εκτός κι αν τόσο η απώθηση όσο και η αναχαίτησή τους αποδειχθούν αδύνατοι στόχοι. Είναι περιττό να επαναλάβουμε τα λόγια των παλιών κυβερνητών του στόλου μας, στα οποία η εν λόγω αρχή έχει χαραχθεί ανεξίτηλα. Σπάνια μπορούμε να εντοπίσουνε κάποιο κανόνα ναυτικής στρατηγικής που να μπορεί να αποτυπωθεί με τόσο ακριβείς τεχνικούς όρους. Όμως, αυτός αποτελεί εξαίρεση. Στις παλιές διαταγές επιχειρήσεων η πρόταση, «Τα μεταγωγικά του εχθρού είναι ο κύριος αντικειμενικός σας σκοπός», υπείχε θέση μονίμου φύσεως.

Κι αυτός ο κανόνας δεν είχε εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου τα μεταγωγικά συνοδεύονταν από λίγα μόνο πλοία συνοδείας [οπότε ήταν σχετικά εύκολο να προσβληθούν]. Ίσχυε ακόμα και στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το εκστρατευτικό σώμα συνοδευόταν ή προστατευόταν από ολόκληρο το στόλο μάχης του εχθρού. Έχουμε δει πώς το 1744 ο Norris ήταν έτοιμος, αν το επέβαλλε η περίσταση, να ακολουθήσει τα Γαλλικά μεταγωγικά [για να προσπαθήσει να τα καταστρέψει] με ολόκληρη τη δύναμή του. Επίσης, πώς ο Νέλσον το 1798 οργάνωσε το στόλο του με τέτοιο τρόπο ώστε μάλλον να αναχαιτίσει παρά να καταστρέψει τη μοίρα μάχης του εχθρού, έτσι ώστε να μπορέσει να επιτεθεί με όλες του τις δυνάμεις εναντίον των εχθρικών μεταγωγικών.

Βεβαίως υπάρχουν εξαιρέσεις και σ’ αυτό τον κανόνα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους στρατηγικούς κανόνες. Μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις συνοδείας των μεταγωγικών από τον εχθρικό στόλο μάχης, κατά τις οποίες να κριθεί προτιμότερο για λόγους επίτευξης ενός ανώτερου στρατηγικού σκοπού, να διακινδυνεύσουμε τη διαφυγή των μεταγωγικών προκειμένου να αδράξουμε την ευκαιρία να καταστρέψουμε τον εχθρικό στόλο μάχης. Όμως, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση η διαφοροποίηση στην εφαρμογή του εν λόγω κανόνα ελάχιστα υπερβαίνει το πεδίο της ακαδημαϊκής συζήτησης. Κι αυτό γιατί την καλύτερη ευκαιρία να αποκτήσουμε τακτικό πλεονέκτημα έναντι του εχθρικού στόλου, κανονικά θα την έχουμε αν τον εξαναγκάσουμε να προσαρμοστεί με τις δικές μας κινήσεις, απειλώντας να επιτεθούμε στα μεταγωγικά του. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι το αδύνατο σημείο ενός στόλου συνοδείας/προστασίας βρίσκεται στις δυσκολίες που του προκαλούν τα μεταγωγικά που συνοδεύει.

Υπάρχει, εντούτοις, ένα στοιχείο που διαφοροποιεί ριζικά τις σχετικά μικρών δυνατοτήτων εκστρατείες από τις μεγάλες εισβολές και αυτό είναι η δυνατότητα οι πρώτες να μη γίνουν αντιληπτές. Δηλ. να μην γίνουν αντιληπτές από τον αμυνόμενο στόλο και να περάσουν απαρατήρητες προς τον αντικειμενικό τους σκοπό. Η πείρα μας έχει δείξει πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι από μόνο του το πολεμικό ναυτικό δεν μπορεί να εγγυηθεί την αποτελεσματική άμυνα εναντίον των υπόψη [μικρών] εκστρατειών. Δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα αποτρέψει τον απόπλου τους ή ότι θα [προλάβει να] επιτεθεί εναντίον τους κατά τη διάρκεια του πλου τους εφόσον καταφέρουν να αποπλεύσουν. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που η ανοιχτή θάλασσα τους προσφέρει την επιλογή να ακολουθήσουν εναλλακτικές πορείες, όπως έγινε στην περίπτωση της εκστρατείας των Γάλλων εναντίον της Ιρλανδίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που, αν και ένα επαρκώς ισχυρό πολεμικό ναυτικό ήταν πάντα ικανό να εμποδίσει μια [μεγάλης έκτασης] εισβολή, στην περίπτωση της άμυνας έναντι μιας μικρής εκστρατείας οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να συμπληρωθούν με δυνάμεις του στρατού στην ξηρά [για να αποκρουστεί μια απόβαση]. Για να τελειοποιήσουμε την άμυνά μας ή, με άλλα λόγια, τη δυνατότητα επίθεσης [επί του εχθρού που απειλεί με απόβαση], οι υπόψη δυνάμεις του στρατού ξηράς θα πρέπει να είναι τέτοιων δυνατοτήτων, ώστε σε περίπτωση που κάποια εκστρατευτική δύναμη του εχθρού, που θα είναι τόσο μικρή ώστε θα μπορέσει να διαλάθει της επιτήρησης του στόλου μας, να μην καταφέρει να μας προκαλέσει σημαντική ζημιά όταν θα αποβιβαστεί στις ακτές μας. Εάν ο αριθμός των στρατευμάτων μας, η εκπαίδευση, η οργάνωση και η ανάπτυξή τους είναι ικανοποιητική για το σκοπό αυτό, τότε ο εχθρός δεν θα μπορέσει να επηρεάσει το αποτέλεσμα του πολέμου με μια τέτοια [μικρής δυναμικότητας] ενέργεια εκτός κι αν αυξήσει τη δυναμικότητα της εκστρατείας του στο επίπεδο γενικής εισβολής, οπότε θα βρεθεί αντιμέτωπος με το πρόβλημα που ποτέ και κανένας δεν κατάφερε να επιλύσει σε μια μη κυριαρχούμενη θάλασσα [γιατί, προφανώς, λόγω μεγέθους, η εχθρική ναυτική δύναμη δεν θα μπορεί να περάσει απαρατήρητη].

Επιπλέον, ακόμα και στις εκστρατείες μικρότερης δυναμικότητος από αυτή του επιπέδου γενικής εισβολής, το ναυτικό θα πρέπει να θεωρεί το στρατό ξηράς ως δεύτερη γραμμή αμύνης και ο στρατηγικός του σχεδιασμός θα πρέπει να προβλέπει σε περίπτωση διαφυγής της εχθρικής ναυτικής δύναμης από την επιτήρηση του στόλου, τη συνεργασία με το στρατό ξηράς. Μέσω της σωστής ανάπτυξης του στολίσκου των παράκτιων σκαφών του, θα μεριμνήσει να εντοπίσει και να προσβάλει τα εχθρικά πλοία που μεταφέρουν το εκστρατευτικό σώμα [τη μικρή ναυτική δύναμη, που διέλαθε της επιτήρησης του στόλου μας] το συντομότερο δυνατό μετά που θα έχει επιβεβαιωθεί ο προορισμός τους [η ακτή αποβάσεως]. Θα εφαρμόσει με τον πιο πιεστικό τρόπο και μέχρι τα έσχατα όριά της την αρχή βάσει της οποίας ο εχθρικός στρατός [δηλ. τα μεταγωγικά του εχθρού] αποτελούν τον κύριο αντικειμενικό σκοπό του. Προς τούτο, θα εφαρμόσει την πιο δυναμική επιχείρηση καταδίωξης των εχθρικών μεταγωγικών με καταδρομικά, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της ασύρματης επικοινωνίας και της αυξημένης εμβέλειας των καταδρομικών με μέγιστη ταχύτητα, σήμερα είναι πολύ πιο τρομερή από όσο ήταν στο παρελθόν. Σήμερα, καμμιά εκστρατεία, οσονδήποτε αποτελεσματικά κι αν αποφύγει τις αμυνόμενες ναυτικές δυνάμεις, δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρο ότι δεν θα προσβληθεί από το αμυνόμενο ναυτικό κατά τη διάρκεια της απόβασης. Ακόμα λιγότερο μπορεί να είναι σίγουρο ότι δεν θα προσβληθεί από τα πλευρά ή από τα νώτα ενόσω θα εξασφαλίζει το μέτωπό της προς τον αμυνόμενο στρατό ξηράς. Μπορεί να προσπαθήσει με τη χρησιμοποίηση μεγαλύτερων μεταγωγικών πλοίων να μειώσει τον αριθμό τους αυξάνοντας έτσι και την ταχύτητα της. Όμως, ενώ κάτι τέτοιο θα αυξήσει τις πιθανότητες αποφυγής του αμυνόμενου στόλου, ταυτόχρονα θα αυξήσει τον κρίσιμο χρόνο που απαιτεί η απόβαση. Εάν, από την άλλη, προσπαθήσει να μειώσει το χρόνο της απόβασης χρησιμοποιώντας μικρότερα μεταγωγικά, τότε θα μειώσει τις πιθανότητες να διαφύγει του αμυνόμενου στόλου επειδή τα μικρότερα μεταγωγικά θα έχουν μικρότερη ταχύτητα και θα καταλαμβάνουν μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση κατά τον πλου. Πράγματι, όλες οι σύγχρονες εξελίξεις οι οποίες ευνοούν την άμυνα στην περίπτωση [μεγάλης έκτασης] εισβολής διά μέσου μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας, διευκολύνουν επίσης και τον έγκαιρο εντοπισμό και την προσβολή μιας εκστρατευτικής δύναμης μικρής δυναμικότητας η οποία θα προσπαθήσει να επιχειρήσει αποφεύγοντας τον αμυνόμενο στόλο. Και ούτε πρέπει να λησμονούμε, αφού το πρόβλημα είναι πρόβλημα συνδυασμένων επιχειρήσεων ναυτικού – στρατού, ότι και στο θέατρο της ξηράς όπου θα γίνει η απόβαση, όλα τα δεδομένα ευνοούν και πάλι τον αμυνόμενο στρατό ξηράς. Αυτές φαίνεται να είναι οι γενικές αρχές από τις οποίες εξαρτώνται οι προσπάθειες του εχθρού να επιχειρήσει να διεξάγει συνδυασμένες εκστρατείες μέσα στις δικές μας θάλασσες, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουμε επαρκείς ναυτικές δυνάμεις ώστε να μην του επιτρέψουμε να αποκτήσει μόνιμο τοπικό θαλάσσιο έλεγχο. Τώρα μπορούμε να στραφούμε στο μεγαλύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα της διεξαγωγής των υπόψη εκστρατειών όταν οι συνθήκες που αφορούν τη ναυτική ισχύ είναι αντίθετες.

Ας θυμόμαστε ότι με τη λέξη ¨διεξαγωγή¨, δεν εννοούμε μόνο την άμυνα αλλά και την υποστήριξη μιας εκστρατείας. Γι’ αυτό το λόγο το σημείο εκκίνησης της διερεύνησής μας βρίσκεται, όπως δείξαμε και προηγουμένως, στη σύγκριση των συνδυασμένων εκστρατειών [στρατού – ναυτικού] με τις νηοπομπές. Μια νηοπομπή αποτελείται από δύο στοιχεία – ένα στόλο εμπορικών πλοίων και τα πλοία συνοδείας/προστασίας του. Όμως, μια συνδυασμένη εκστρατεία δεν αποτελείται απλά και μόνο από τα στρατεύματα και από μια ναυτική μοίρα. Είναι ένας οργανισμός πιο σύνθετος και ταυτόχρονα πιο ομοιογενής. Αποτελείται από τέσσερα στοιχεία. Πρώτο, από το στρατό ξηράς. Δεύτερο, από τα μεταγωγικά και το στολίσκο των αποβατικών – δηλ. το στολίσκο των αποβατικών λέμβων και των ατμοκίνητων λέμβων που τις ρυμουλκούν, οι οποίες μπορεί να φορτώνονται επί των μεταγωγικών ή να τα ακολουθούν. Τρίτο, από τη «Μοίρα προστασίας των μεταγωγικών», όπως επικράτησε να λέγεται, η οποία περιλαμβάνει τα πλοία εγγύς προστασίας και το στολίσκο υποστήριξης που αναλαμβάνει τα παράκτια «έργα» κατά την απόβαση. Τέλος, από τη «Μοίρα μακράν προστασίας ή προκάλυψης».

Σύμφωνα με μια λογική ανάλυση, αυτή είναι τουλάχιστον η οργάνωση μιας συνδυασμένης εκστρατείας. Όμως κατ’ ουσία πρόκειται για έναν και μόνο οργανισμό, που στην πράξη τα τέσσερα στοιχεία του σπανίως μπορούν να διακριθούν με σαφήνεια μεταξύ τους. Αλληλοκαλύπτονται με τον πιο περίπλοκο τρόπο. Πράγματι, σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό το καθένα μπορεί να εκτελέσει κάποιες λειτουργίες των άλλων. Έτσι, η μοίρα μακράν προστασίας [ή προκάλυψης] όχι μόνο μπορεί να μην διακρίνεται σαφώς από τη μοίρα συνοδείας και υποστήριξης, αλλά συχνά παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του αποβατικού στολίσκου, ακόμα και ένα μέρος των αποβατικών αγημάτων. Παρομοίως, η μοίρα συνοδείας [εγγύς προστασίας και υποστήριξης] μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και για μεταφορά στρατευμάτων, καθώς επίσης να παράσχει μέρος όχι μόνο της δύναμης υποστήριξης αλλά και του αποβατικού στολίσκου. Επομένως η τετραπλή συγκρότησή της [της συνδυασμένης εκστρατείας] είναι σε μεγάλο βαθμό θεωρητική. Όμως η τετραπλή της συγκρότηση δεν εξυπηρετεί μόνο τη διευκρίνιση των διαφορετικών έργων που θα πρέπει να εκτελέσει ο στόλος. Καθώς προχωρούμε θα δούμε ότι έχει και μια πρακτική στρατηγική αξία.

Από την άποψη των ναυτικών επιχειρήσεων η μοίρα της μακράν προστασίας ή προκάλυψης θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Κι αυτό επειδή η εξαιρετικά μεγάλη αναγκαιότητα ύπαρξής της σημαδεύει όχι μόνο τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της διεξαγωγής των συνδυασμένων εκστρατειών και της διεξαγωγής των επιχειρήσεων εμπορικών νηοπομπών, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι τέτοιες εκστρατείες αποτελούνται στην πράξη από συνδυασμένες δυνάμεις [στρατού – ναυτικού] και όχι απλά από έναν στρατό που το συνοδεύει ένας στόλος.

Στο δικό μας σύστημα προστασίας του θαλάσσιου εμπορίου η μοίρα της μακράν προστασίας δεν είχε θέση. Ο στόλος μάχης, όπως έχουμε δει, ήταν αναπτυγμένος σε συγκεκριμένες περιοχές σταθμών εμπορίου, χωρίς να έχει οργανική σύνδεση με τις νηοπομπές. Οι νηοπομπές δεν είχαν άλλη προστασία εκτός από τα πολεμικά πλοία που τις συνόδευαν [παρέχοντάς τους εγγύς προστασία], καθώς και την ενίσχυση που τους παρεχόταν όταν πλησίαζαν στις περιοχές των σταθμών εμπορίου [από τις ναυτικές δυνάμεις που βρίσκονταν μόνιμα στην περιοχή του κάθε σταθμού εμπορίου]. Όμως όταν μια νηοπομπή μεταγωγικών, που αποτελούσε τμήμα μιας συνδυασμένης εκστρατείας, είχε προορισμό εχθρική χώρα όπου θα έπρεπε να υπερνικηθεί η αντίσταση του εχθρού με συνδυασμένες επιχειρήσεις, τότε πάντοτε συνοδευόταν από μια μοίρα μακράν προστασίας αποτελούμενη από πλοία μάχης. Στην περίπτωση που ο αντικειμενικός σκοπός [δηλ. η ακτή της απόβασης] βρισκόταν πολύ μακριά τότε μπορούσε η εν λόγω μοίρα να μη συνενωνόταν εξ αρχής με τα υπόλοιπα πλοία της εκστρατείας [τα μεταγωγικά και τη μοίρα εγγύς προστασίας], παρά μόνο όταν τα τελευταία θα έφθαναν στο θέατρο των επιχειρήσεων [στην περιοχή της απόβασης]. Κατά τον ενδιάμεσο πλουν προς το θέατρο των επιχειρήσεων τα μεταγωγικά μπορούσαν να έχουν την ίδια συνοδεία όπως και οι εμπορικές νηοπομπές. Από τη στιγμή όμως που άρχιζαν οι επιχειρήσεις στο θέατρο της απόβασης η μοίρα της μακράν προστασίας βρισκόταν συνεχώς σε επαφή με την υπόλοιπη ναυτική δύναμη.

Μόνο όπου ο προορισμός του εκστρατευτικού σώματος ήταν μια φιλική χώρα και όταν η πορεία των μεταγωγικών μεταφοράς του ήταν καλά προστατευμένη λόγω των μόνιμων ναυτικών αποκλεισμών που εφαρμόζαμε, μπορούσε να παραλειφθεί πλήρως η μοίρα της μακράν προστασίας. Έτσι, οι διάφορες εκστρατείες μας προς υποστήριξη της Πορτογαλίας είχαν τη μορφή εμπορικών νηοπομπών [επειδή διεξάγονταν σε περιοχές όπου βρίσκονταν μονίμως ανεπτυγμένες δικές μας ναυτικές δυνάμεις μάχης]. Όμως, στις περιπτώσεις των εκστρατειών του Wolfe [Άγγλος στρατηγός, 1727] στο Quebec ή του Amherst [Άγγλος στρατάρχης, 1717 – 1797] στο Louisburg,[1] ή ακόμα και σε οποιανδήποτε από τις εκστρατείες που συνεχώς εξαπολύαμε εναντίον των Δυτικών Ινδιών, διατίθετο πάντα μία μοίρα μάχης, ως οργανικό τμήμα της εκστρατείας, στο θέατρο των επιχειρήσεων. Η οργάνωσή μας κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο δείχνει ανάγλυφα και με ακρίβεια αυτό το σημείο. Κατ’ αρχάς τα στρατεύματα θα αποβιβάζονταν στην Καλλίπολη, σε μια φιλική περιοχή, με αποστολή να δράσουν εκεί ως στρατός παρατήρησης. Δεν ήταν μια αληθινή συνδυασμένη εκστρατεία και για τούτο δεν διατέθηκε μοίρα μακράν προστασίας στα μεταγωγικά. Ο πλους τους καλυπτόταν ικανοποιητικά από τους στόλους της Μάγχης και της Μεσογείου, οι οποίοι ήλεγχαν τις εξόδους της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας. Όμως, μόλις το αρχικό σχέδιο του πολέμου αποδείχθηκε ανεπαρκές και αποφασίστηκε η διεξαγωγή συνδυασμένων επιχειρήσεων εναντίον της Σεβαστούπολης, ο στόλος της Μεσογείου έχασε τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του και από εκεί και μετά το πρωταρχικό του έργο ήταν να διαθέσει μια μοίρα μάχης μακράν προστασίας που να είναι σε επαφή με τα στρατεύματα.

Βλέποντας πόσο σημαντικά είναι τα καθήκοντα υποστήριξης της εν λόγω δύναμης, ο όρος «Μοίρα μακράν προστασίας/προκάλυψης» φαίνεται ανεπαρκής για να τα αποδώσει. Όμως, υιοθετήθηκε για δύο λόγους. Αρχικά, υιοθετήθηκε επισήμως από το Βασιλικό Ναυτικό στην τελευταία περίπτωση που αναφέρθηκε πιο πάνω, η οποία ήταν η τελευταία μας μεγάλη συνδυασμένη εκστρατεία. Προετοιμάζοντας την αποβίβαση στην Κριμαία, ο Sir Edmund Lyons,[2] ο οποίος εκτελούσε χρέη αντικαταστάτη του Διευθυντή του Επιτελείου του James Dundas,[3] έχοντας τη διοίκηση των συνδυασμένων επιχειρήσεων οργάνωσε το στόλο σε δύο μοίρες. Μία «Μοίρα μακράν προστασίας» και μία «Μοίρα εγγύς προστασίας των μεταγωγικών». Κατά δεύτερον, ο όρος χρησιμεύει για να τονίσει ποια είναι η κύρια και πρωταρχική αποστολή της. Γιατί όσο σημαντικό κι αν είναι να έχουμε κατά νου τα καθήκοντα υποστήριξης που έχει, αυτά ακριβώς τα καθήκοντα δεν πρέπει να επισκιάζουν το γεγονός ότι η πρωταρχική της αποστολή είναι να εμποδίσει οποιανδήποτε παρέμβαση στις συνδυασμένες επιχειρήσεις – δηλαδή, στην απόβαση, στην υποστήριξη και στον ανεφοδιασμό του στρατού. Έτσι το 1705, όταν ο Shovel [Ναύαρχος του Στόλου Sir Cloudesley Shovel, 1650-1707] και ο Peterborough[4] επιχειρούσαν εναντίον της Βαρκελώνης, ο Shovel κάλυπτε την αμφίβια πολιορκία από τυχόν παρέμβαση της Γαλλικής μοίρας που βρισκόταν στην Τουλόνα. Ο Peterborough ζήτησε τη συνδρομή των πεζοναυτών [που βρίσκονταν στα πλοία του Shovel] στη ακτή, ως «χείρα βοηθείας». Ο Shovel δέχτηκε να τους αποβιβάσει υπό την προϋπόθεση ότι μόλις τα καταδρομικά του θα τον ειδοποιούσαν ότι η Γαλλική μοίρα απέπλευσε από την Τουλόνα, θα τους ανακαλούσε να επιβιβαστούν στα πλοία του, ανεξάρτητα με την εξέλιξη των επιχειρήσεων στην ξηρά. Σ’ αυτό συμφώνησε και ο Peterborough. H αρχή που υπεισέρχεται σ’ αυτή την απόφαση, όπως βλέπουμε, είναι ακριβώς αυτή που εμπεριέχεται στον όρο του Lyons, «Μοίρα μακράν προστασίας».

Το να θεωρούμε οτιδήποτε συνέβη στον Κριμαϊκό Πόλεμο ως προηγούμενο, χωρίς να το υποστηρίζουμε με αναφορά στις παραδόσεις μας δεν θα ήταν καθόλου πειστικό. Εμείς οι Βρετανοί έχουμε καλλιεργήσει ένα μύθο αναφορικά με την οργάνωση και την επιτελική εργασία ότι εκείνος ο πόλεμος δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συλλογή παραδειγμάτων αποτροπής. Στην πραγματικότητα όμως, ως μια συνδυασμένη επιχείρηση, η έναρξή του τόσο στη σύλληψή της όσο και στην οργάνωση ήταν, ίσως, η πιο τολμηρή, λαμπρή και επιτυχημένη ενέργεια αυτού του τύπου που εκτελέσαμε ποτέ. Σχεδιασμένη κατ’ αρχάς σαν μια εκστρατεία παροχής συνδρομής σ’ ένα σύμμαχο εντός της δικής του χώρας, ξαφνικά απαιτήθηκε, χωρίς καμμιά προετοιμασία, να αναλάβει την εκτέλεση μιας συνδυασμένης επιχείρησης της πιο δύσκολης μορφής εναντίον της επικράτειας ενός ήδη πλήρως ενημερωμένου για τούτο εχθρού. Η συνδυασμένη επιχείρηση περιλάμβανε απόβαση στα τέλη εκείνης της χρονιάς, επί μιας ανοιχτής και εκτεθειμένης στις καταιγίδες ακτής, σε απόσταση βολής από ένα ναυτικό οχυρό στο οποίο βρισκόταν ένας στρατός άγνωστης ισχύος και ένας στόλος όχι σημαντικά πιο αδύνατος από το δικό μας και ο οποίος δεν είχε ποτέ ηττηθεί στο παρελθόν. Ήταν μια επιχείρηση παρόμοια με την κατάληψη του Louisburg και την απόβαση των Ιαπώνων στη χερσόνησο Liaotung, αλλά οι συνθήκες της ήταν πολύ πιο δύσκολες. Και οι δύο προαναφερθείσες επιχειρήσεις είχαν δοκιμαστεί [σε γυμνάσια] λίγα χρόνια προηγουμένως και είχαν προετοιμαστεί με πλήρη λεπτομέρεια. Στην Κριμαία όλα βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ακόμα και ο ατμός ήταν κάτι που ακόμα δεν είχε δοκιμαστεί επαρκώς και για όλα έπρεπε να γίνουν αυτοσχεδιασμοί. Οι Γάλλοι είχαν πρακτικά παροπλίσει το στόλο μάχης τους ώστε να αυξήσουν τα μεταγωγικά τους, και η επιχείρηση φαινόταν τόσο παράτολμη που επικαλέστηκαν όλα τα αρνητικά στρατιωτικά επιχειρήματα για να την αποφύγουν. Πρακτικά, εκτός των άλλων δυσκολιών, έπρεπε να ¨μεταφέρουμε στις πλάτες μας¨ και έναν απρόθυμο σύμμαχο. Και όμως η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, και τουλάχιστον όσο αφορά το ναυτικό της σκέλος, οι μέθοδοι που συνεισέφεραν στην επιτυχία της σημαδεύουν την κορύφωση των όσων μάθαμε σε μια περίοδο τριών αιώνων πλούσιας πείρας.

Το πρώτο από τα διδάγματα ήταν ότι στις επιχειρήσεις εντός μιας μη κυριαρχούμενης ή μιας ελλιπώς κυριαρχούμενης θάλασσας υπήρχε η ανάγκη ύπαρξης μιας μοίρας προκάλυψης διαφορετικής από τη μοίρα που είχε την ευθύνη της προστασίας των μεταγωγικών. Η κύρια αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει τη τοπική θαλάσσια κυριαρχία, τόσο κατά το διάπλου των μεταγωγικών όσο και κατά τις τελικές επιχειρήσεις [της απόβασης]. Όμως, κατά κανόνα η προστασία των μεταγωγικών κατά τη διάρκεια της πορείας τους εξασφαλιζόταν από τις μόνιμες μοίρες αποκλεισμού και βασικά η μοίρα προκάλυψης συγκροτείτο μόνο στο θέατρο των επιχειρήσεων. Επομένως, όταν το θέατρο επιχειρήσεων βρισκόταν μέσα στα όρια μιας προστατευμένης περιοχής ενός σταθμού εμπορίου, όπως συνέβαινε κατά τις εκστρατείες μας εναντίον των βόρειων και των ατλαντικών ακτών της Γαλλίας, τότε η μοίρα προστασίας του σταθμού εμπορίου ήταν συνήθως αρκετή για να προστατεύσει τις εν λόγω επιχειρήσεις. Έτσι συνιστούσε αυτομάτως τη μοίρα προκάλυψης και είτε συνέχιζε να εφαρμόζει ναυτικό αποκλεισμό είτε, όπως στην περίπτωση της επίθεσης που κάναμε στο St. Malo [στις βόρειες ακτές της Βρετάνης] το 1758, λάμβανε θέση μεταξύ της εχθρικής μοίρας και της γραμμής επιχειρήσεων του εκστρατευτικού μας σώματος. Εάν, εντούτοις, το θέατρο των επιχειρήσεων δεν βρισκόταν εντός των ορίων ενός [προστατευμένου] σταθμού εμπορίου, ή εάν βρισκόταν εντός των ορίων ενός απομακρυσμένου σταθμού εμπορίου που δεν διέθετε επαρκείς ναυτικές δυνάμεις, τότε διατίθετο μοίρα προκάλυψης, στην οποία ενσωματώνονταν πλήρως λίγο-πολύ οι τοπικές ναυτικές δυνάμεις. Στην πράξη λαμβάνονταν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλιστεί ο τοπικός θαλάσσιος έλεγχος, αν και όπως έχουμε δει και ήδη θα πρέπει να το εξετάσουμε πληρέστερα, η ανάγκη αυτή δεν ήταν πάντοτε το μέτρο καθορισμού της ισχύος της μοίρας προκάλυψης.

Αφού καθοριστεί η ισχύς της μοίρας προκάλυψης, το επόμενο πρόβλημα είναι η θέση ή το “tract” που θα πρέπει να καταλάβει. Όπως και τα περισσότερα άλλα στρατηγικά προβλήματα, έτσι και αυτό αποτελεί «μια επιλογή λύσης μεταξύ πολλών δύσκολων προβλημάτων». Στο βαθμό που η αποστολή της μοίρας είναι να παρέχει υποστήριξη – δηλαδή, να υποστηρίζει με τους άνδρες της, τα σκάφη της και τα κανόνια της – είναι επιθυμητό να βρίσκεται όσο το δυνατόν κοντύτερα στον αντικειμενικό σκοπό [δηλ. στην περιοχή της απόβασης]. Όμως, στο ρόλο της ως μοίρα προκάλυψης, με αποστολή να εμποδίσει την παρείσδυση εχθρικής ναυτικής δύναμης, θα πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο μακριά [από τον αντικειμενικό σκοπό του εκστρατευτικού σώματος – την περιοχή της απόβασης], ώστε να επιτεθεί στην υπόψη εχθρική ναυτική δύναμη όσο το δυνατόν νωρίτερα μόλις η τελευταία προσπαθήσει να παρεισδύσει. Υπάρχει επίσης η πρωταρχική αναγκαιότητα η θέση της να είναι τέτοια που να εξασφαλίζει την επαφή με τον εχθρό αν αυτός προσπαθήσει να παρεισδύσει. Συνήθως, μια τέτοια βεβαιότητα μπορεί να εξασφαλιστεί είτε εφόσον η μοίρα μας βρίσκεται σε οπτική επαφή με την ναυτική βάση του εχθρού [από όπου αναμένεται να αποπλεύσει η μοίρα του εχθρού] είτε εφόσον βρίσκεται σε οπτική επαφή με τη δική μας αποβατική δύναμη. Όπου, βεβαίως, ο αντικειμενικός σκοπός μας [της απόβασης] είναι η τοπική ναυτική βάση του εχθρού τότε τα δύο αυτά σημεία τείνουν στρατηγικά να συμπίπτουν και η θέση της μοίρας προκάλυψης μετατρέπεται από στρατηγικό σε τακτικό πρόβλημα. Όμως, η ζωτική αρχή της ανεξαρτησίας της εν λόγω μοίρας [από τις κινήσεις των μεταγωγικών κ.τ.λ.] εξακολουθεί να ισχύει πλήρως. Και ανεξαρτήτως του πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη υποστήριξης [της απόβασης], η μοίρα προκάλυψης ποτέ δεν πρέπει να εμπλέκεται τόσο δεσμευτικά με τις αποβατικές δυνάμεις ώστε να μην μπορεί να αποδεσμευθεί εγκαίρως για να ενεργήσει σαν μια καθαρά ναυτική δύναμη που θα εκτελέσει τη ναυτική της αποστολή. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί μια ανεξάρτητη στρατιωτική χερσαία δύναμη που καλύπτει μια πολιορκία [δηλ. μια δύναμη εφεδρείας του ΣΞ].

Όπου ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας δεν είναι η τοπική ναυτική βάση του εχθρού, τότε η επιλογή της θέσης της μοίρας προκάλυψης θα βασιστεί κυρίως στο μέγεθος της υποστήριξης που αναμένεται να ζητήσουν τα αποβατικά στρατεύματα. Εάν τα τελευταία δεν μπορούν να πετύχουν αιφνιδιασμό του αμυνόμενου εχθρού και συνεπακόλουθα αναμένουν να αντιμετωπίσουν σοβαρή αντίσταση ή όπου η παράκτια άμυνα είναι πολύ ισχυρή για να την εξουδετερώσει η μοίρα των μεταγωγικών, τότε η ζυγαριά θα κλίνει προς μια θέση κοντά στο σημείο της απόβασης, παρόλο που το πόσο κοντά παραμένει να δειχθεί – αφού υπό τα σημερινά δεδομένα τα πολεμικά πλοία μπορούν να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τα αποβατικά στρατεύματα με πυρά υποστήριξης [από αρκετά μεγάλη απόσταση], ενώ το μόνο που δεν μπορούν να κάνουν είναι να πλευροκοπήσουν τις θέσεις του αμυνόμενου εχθρού [γιατί, μάλλον, το μέτωπό του θα είναι παράλληλο προς την ακτή και επομένως ο ναυτικός βομβαρδισμός δεν θα μπορεί να πλήξει ολόκληρο το μήκος της γραμμής τους, μια και θα είναι κάθετος προς αυτήν]. Παρόμοια επιλογή [δηλαδή η μοίρα προκάλυψης να απαιτείται να βρίσκεται κοντά στο σημείο της απόβασης] θα υπάρξει και όταν απαιτείται ισχυρή υποστήριξη των στρατευμάτων και των αποβατικών λέμβων, καθώς και όταν ο στόλος των μεταγωγικών και η μοίρα εγγύς προστασίας του δεν μπορούν να διαθέσουν αρκετές αποβατικές λέμβους και ατμακάτους που τις ρυμουλκούν [για την τελική απόβαση]. Επίσης, το ίδιο ισχύει και όταν η διαμόρφωση της ακτής είναι τέτοια που απαιτεί πολυπλοκότερες αμφίβιες επιχειρήσεις αντί μιας απλής απόβασης, οπότε είναι αναγκαία η παροχή βοήθειας στα αποβατικά στρατεύματα με μεγάλο αριθμό λέμβων και αγημάτων ναυτών ώστε να δοθεί στην αποβατική ενέργεια η τακτική ευκαμψία που της προσδίδουν οι αμφίβιες επιχειρήσεις, χωρίς τις οποίες δεν θα την είχαν. Τέτοιες περιπτώσεις είχαμε στο Quebec το 1759, όπου ο Saunders[5] πήρε μαζί του τη μοίρα προκάλυψης κοντά στο St. Lawrence, παρόλο που η μοίρα θα μπορούσε να εκτελέσει πολύ καλύτερα την αποστολή της [της προκάλυψης] από μια θέση μερικές εκατοντάδες μίλια μακρύτερα από τον αντικειμενικό σκοπό του. Επίσης το 1800 στην Αλεξάνδρεια, όπου η μοίρα προκάλυψης του Λόρδου Keith διακινδύνευσε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αποστολή της προκάλυψης, προκειμένου να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων του Στρατηγού Abercrombie[6], πλησιάζοντας πολύ κοντά στην ακτή [μέσω και εσωτερικών υδάτων] ώστε να του παράσχει την ευκαμψία που ζητούσε.

Από την άλλη πλευρά, εάν η μοίρα των μεταγωγικών μπορεί να προσφέρει την απαιτούμενη υποστήριξη στα αποβατικά στρατεύματα, τότε η μοίρα προκάλυψης θα πάρει θέση όσο το δυνατόν κοντύτερα στην εχθρική ναυτική βάση [όπου βρίσκεται η μοίρα μάχης του εχθρού], και από εκείνη τη θέση θα δράσει εφαρμόζοντας τους συνήθεις ¨νόμους¨ του ναυτικού αποκλεισμού. Εάν η μόνη απαίτηση από αυτήν είναι να εμποδίσει την εμπλοκή του εχθρικού στόλου στην απόβαση τότε θα εφαρμόσει κλειστό αποκλεισμό. Όμως, εάν υπάρχει κάποιος δευτερεύων σκοπός π.χ. να χρησιμοποιηθεί η εκστρατεία σαν μέσο εξαναγκασμού του εχθρικού στόλου να αποπλεύσει, τότε θα εφαρμόσει ανοιχτό αποκλεισμό, όπως για παράδειγμα έγινε στην περίπτωση του Anson που αναφέρθηκε πριν, όπου κάλυψε την εκστρατεία του St. Malo όχι με κλειστό αποκλεισμό της Brest, αλλά λαμβάνοντας θέση ανατολικά του Isles de Batz.

Στις επιχειρήσεις των Ιαπώνων εναντίον της Μαντζουρίας και της Χερσονήσου Kuantung [ή Laiotung ή Liaodong. Κινεζική χερσόνησος στα ΒΔ σύνορα Κίνας-Κορέας] αυτές οι παλιές αρχές εφαρμόστηκαν και πάλι με αμείωτη ζωτικότητα. Στην αιφνιδιαστική τους κάθοδο εναντίον της Σεούλ και στο Takusan το έργο της υποστήριξης αφέθηκε ολοκληρωτικά στη μοίρα των μεταγωγικών, ενώ ο Ναύαρχος Τόγκο έλαβε θέση προκάλυψης πολύ μακριά, στο Port Arthur. Τα δύο στοιχεία του στόλου [η μοίρα προκάλυψης και τα μεταγωγικά με τη συνοδεία τους] τηρήθηκαν χωριστά συνεχώς. Όμως, κατά τις επιχειρήσεις για την απομόνωση και στη συνέχεια για την πολιορκία του Port Arthur, συνενώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που πολλές φορές δεν φαινόταν να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ τους. Όμως, ακόμα και τότε, στο μέτρο που το επέτρεπε η εγγύτητα της ακτής απόβασης προς τον αντικειμενικό σκοπό, οι δύο μοίρες έδρασαν ανεξάρτητα. Για την απόβαση του 2ου Σώματος Στρατού χρησιμοποιήθηκαν οι λέμβοι της μοίρας προκάλυψης και παρόλα αυτά η μοίρα συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης να είναι μια ενεργή ναυτική δύναμη [δηλ. να μην είναι δεσμευμένη με την επιχείρηση της απόβασης] ενώ καμμιά στιγμή δεν αναμείχθηκε με τη μοίρα των μεταγωγικών. Η δράση της, στο βαθμό που το επίτρεψαν οι σύγχρονες συνθήκες, βασίστηκε στις κατευθυντήριες γραμμές του κλειστού αποκλεισμού. Η παρεμπόδιση της παρείσδυσης του εχθρικού στόλου ήταν η πρωταρχική της αποστολή, που από ότι μπορούμε να κρίνουμε, δεν έπρεπε να επηρεαστεί από οποιονδήποτε άλλο δευτερεύοντα σκοπό να προσελκυστεί ο εχθρικός στόλος σε αποφασιστική ναυμαχία.

Εντούτοις, καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων προέκυψε ένας νέος παράγοντας που έτεινε να αποσταθεροποιήσει την ισχύ των παλαιών μεθόδων. Περιττό να πούμε ότι επρόκειτο για την τορπίλη και τη νάρκη. Η αποσταθεροποιητική πίεση που άσκησαν ήταν περίεργη και ενδιαφέρουσα. Κατά τις δικές μας επιχειρήσεις εναντίον της Σεβαστούπολης, προς τις οποίες είναι περισσότερο ανάλογη η περίπτωση του Port Arthur, οι παλιοί κανόνες ίσχυαν ακόμα πλήρως. Με βάση την παλιά παραδοσιακή αρχή, που χρονολογούνταν από τον καιρό της επίθεσης του Drake στο San Domingo το 1585, επιλέχθηκε μια ακτή απόβασης η θέση της οποίας αποτελούσε τη χρυσή τομή μεταξύ, από τη μια, της δυνατότητας να καταφέρουμε ένα αιφνιδιαστικό αποφασιστικό χτύπημα και από την άλλη, να μην αντιμετωπίσουμε αντίσταση κατά την απόβαση. Δηλ., η ακτή της απόβασης επιλέχθηκε στο πιο κοντινό και ταυτόχρονα πιο πρακτικό προς τον αντικειμενικό σκοπό σημείο, το οποίο δεν διέθετε άμυνα πυροβολικού και βρισκόταν εκτός της εμβέλειας του κύριου στρατού του εχθρού.

Όσον αφορά τη μοίρα προκάλυψης, ο Ναύαρχος Dundas, ο οποίος ήταν ο Διοικητής της εκστρατείας, της έδωσε διττό έργο. Αφού εξήγησε τη συγκρότηση της μοίρας των μεταγωγικών είπε, «Οι υπόλοιπες δυνάμεις μου … θα δράσουν ως μοίρα προκάλυψης και εφόσον είναι πρακτικό θα συνδράμουν στην απόβαση.»[7] Έχοντας στο μυαλό του αυτούς τους δύο στόχους έλαβε θέση αρκετά κοντά στην ακτή αποβάσεως ώστε να υποστηρίξει τα αποβατικά στρατεύματα με τα κανόνια του αν συναντούσαν αντίσταση. Ταυτόχρονα, όμως, από την εν λόγω θέση είχε οπτική επαφή με τα καταδρομικά του που βρίσκονταν έξω από τη Σεβαστούπολη, και βρισκόταν σε τέτοια απόσταση που με την πρώτη ένδειξη κάποιας κίνησης των Ρώσσων θα είχε χρόνο να φτάσει έξω από το λιμάνι και να επιτεθεί στο Ρωσικό στόλο πριν ο τελευταίος ανοιχτεί στο πέλαγος. Δηλ., έλαβε θέση όσο το δυνατόν κοντύτερα στα αποβατικά στρατεύματα ώστε να εμποδίσει τυχόν παρεμβολή του εχθρού στην απόβαση ή, μπορεί επίσης να λεχθεί, η θέση του ήταν τόσο κοντά στην εχθρική βάση ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την απόβαση. Στην ουσία από όποια πλευρά και αν εξεταστεί, η θέση του ήταν η ίδια και η επιλογή της δεν ήταν δύσκολη κυρίως λόγω του γεγονότος ότι για πρώτη φορά ο ατμός απλοποίησε τους παράγοντες του χρόνου και της απόστασης.

Στην περίπτωση των Ιαπώνων η εφαρμογή αυτών των αρχών δεν ήταν τόσο εύκολη. Για την επιλογή της πιο κοντινής και αφύλακτης ακτής απόβασης δεν αρκούσε να ληφθούν υπόψη μόνο οι πυροβολαρχίες ή ο στρατός του εχθρού στο Port Arthur ή ακόμα και τα στρατεύματα που βρίσκονταν διάσπαρτα τη Χερσόνησο Liaotung. Έπρεπε επίσης να ληφθούν υπόψη οι εχθρικές νάρκες και τα τορπιλοβόλα, που εις το εξής θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη. Η ακτή απόβασης που επιλέχθηκε ήταν ο κοντινότερος μη ναρκοθετημένος κόλπος. Δεν βρισκόταν αυστηρά εκτός της εμβέλειας των κινητής εχθρικής άμυνας [των τορπιλοβόλων], αλλά έτυχε να βρισκόταν πίσω από νησιά που τους πρόσφεραν τη δυνατότητα δημιουργίας σταθερής άμυνας και έτσι εκπληρώνονταν οι βασικές απαιτήσεις. Στην περίπτωση όμως που ο Ρωσικός στόλος θα κατάφερνε να διασπάσει την εν λόγω άμυνα τότε απαιτούνταν μια μοίρα προκάλυψης. Σ’ αυτή την περίπτωση η επιλογή της θέσης της εν λόγω μοίρας γινόταν πιο περίπλοκη από το γεγονός ότι ο αντικειμενικός σκοπός των συνδυασμένων Ιαπωνικών επιχειρήσεων δεν ήταν μόνο το Port Arthur αλλά και η Ρωσική μοίρα που βρισκόταν εκεί. Επομένως, ήταν αναγκαίο όχι μόνο να κρατηθεί μακριά η εν λόγω μοίρα [από το σημείο της απόβασης], αλλά και να αποτραπεί η διαφυγή της. Αυτές οι απαιτήσεις έδειχναν την ανάγκη εφαρμογής ενός κλειστού αποκλεισμού. Όμως, για την εφαρμογή κλειστού αποκλεισμού ήταν απαραίτητη η εξεύρεση μιας θέσης που να είναι εκτός της νυχτερινής ακτίνας δράσης των τορπιλοβόλων [την ημέρα θα εντοπίζονταν πολύ πιο έγκαιρα] και το πιο κοντινό σημείο μιας τέτοιας θέσης ήταν πίσω από την αμυντική οργάνωση που κάλυπτε την αποβίβαση των στρατευμάτων. Συνακόλουθα, παρά το τι επέβαλλε η στρατηγική κατάσταση, η μοίρα προκάλυψης ήταν αναγκασμένη να βρίσκεται κοντά στα αποβατικά στρατεύματα και στη μοίρα υποστήριξής τους, παρόλο που η δική της υποστήριξη δεν απαιτούνταν πλέον.

Υπό τις υφιστάμενες καταστάσεις τίποτε δεν χάθηκε. Γιατί οι γραμμές της μόνιμης Ιαπωνικής άμυνας βρίσκονταν τόσο κοντά στη βάση του εχθρού, ώστε με τη ναρκοθέτηση του λιμανιού του ο Ναύαρχος Togo εξασφάλισε ότι τυχόν έξοδος της Ρωσικής μοίρας από το λιμάνι θα ήταν τόσο αργή που θα προλάβαινε να φτάσει εκεί από το προασπισμένο του αγκυροβόλιο, πριν προλάβουν να ανοιχτούν οι Ρώσσοι στην ανοιχτή θάλασσα. Το τι θα συνέβαινε αν δεν είχε εξασφαλιστεί μια τέτοια θέση είναι άλλο ζήτημα. Η περιοχή της απόβασης και η βάση ανεφοδιασμού του στρατού [τα μεταγωγικά πλοία σ’ αυτή την περίπτωση] θα πρέπει να προστατευτούν από τορπιλική προσβολή, και η αρχή της συγκέντρωσης της προσπάθειας δείχνει ότι τα μέσα αμύνης δεν πρέπει να εξασθενίσουν με την επιλογή διαφορετικού προασπισμένου αγκυροβολίου της μοίρας προκάλυψης [από εκείνου που βρίσκεται κοντά στη θέση απόβασης]. Έτσι, φαίνεται πως εκτός κι αν η γεωγραφία επιτρέπει στη μοίρα προκάλυψης να χρησιμοποιήσει μια από τις δικές της εθνικές βάσεις, οι σύγχρονες εξελίξεις [η επιχειρησιακή εκμετάλλευση της νάρκης και της τορπίλης] θα την αναγκάσουν να παραμείνει πίσω κοντά στο σημείο της απόβασης του στρατού, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση της αποστολής της με την αντίστοιχη της μοίρας [προστασίας] των μεταγωγικών. Εξ ου και η αυξημένη σημασία να διατηρηθεί σαφής η διάκριση της αποστολής και των έργων των δύο μοιρών.

Για να τονιστεί η αρχή που διέπει τη μοίρα προκάλυψης, αυτές οι δύο περιπτώσεις μπορεί να συγκριθούν με την περίπτωση της Lissa [ή Vis, νησί κοντά στις δαλματικές ακτές] στο τέλος του Αυστρο-Ιταλικού Πολέμου του 1866. Σε εκείνη την περίπτωση η εν λόγω αρχή παραμελήθηκε πλήρως με καταστροφικά αποτελέσματα. Ο Αυστριακός ναύαρχος Tegethoff, διοικώντας έναν υποδεέστερο σε ισχύ στόλο, ενεργούσε αμυντικά σύμφωνα με τις διαταγές που του είχαν δοθεί, και βρισκόταν ακόμα στην Pola [ή Pula, λιμάνι της Χερσονήσου Ίστρια της Κροατίας στη Βόρεια Αδριατική] περιμένοντας την ευκαιρία μιας αντεπίθεσης. Ο Persano[8] διοικώντας τον υπέρτερο σε ισχύ Ιταλικό στόλο βρισκόταν στην Ancona, από όπου πρακτικά κυριαρχούσε στην Αδριατική. Τον Ιούλιο οι Ιταλοί, λόγω της αποτυχίας του στρατού τους, βρίσκονταν μπροστά από την προοπτική να αναγκαστούν να συμφωνήσουν ειρήνη υπό δυσμενείς όρους. Για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση ο Persano διατάχθηκε να καταλάβει το Αυστριακό νησί της Lissa. Χωρίς καμμιά προσπάθεια να οργανώσει το στόλο του βάσει της ορθόδοξης Βρετανικής αρχής [δηλ. να το διαιρέσει σε δύο μοίρες, μία για την προστασία των μεταγωγικών και μία για προκάλυψη] προχώρησε να εκτελέσει την επιχείρηση με ολόκληρη τη δύναμή του. Πρακτικά ολόκληρη η δύναμή του συμμετείχε στην αμφίβια επιχείρηση [στην απόβαση]. Μόλις ο Persano δέσμευσε τη δύναμή του μ’ αυτό τον τρόπο ο Tegethoff απέπλευσε και του επιτέθηκε αιφνιδιάζοντάς τον. Ο Persano δεν μπόρεσε να αποδεσμεύσει έγκαιρα επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσει την επίθεση, και μη διαθέτοντας μια οργανωμένη μοίρα έτοιμη για ανεξάρτητη ναυτική δράση, ηττήθηκε αποφασιστικά από τον υποδεέστερο σε ισχύ αντίπαλο. Σύμφωνα με τη Βρετανική πρακτική, η συγκεκριμένη ήταν καθαρά μια περίπτωση όπου εφόσον θα αναλαμβανόταν η εκτέλεση της επιχείρησης, θα έπρεπε να είχε συγκροτηθεί μια ανεξάρτητη μοίρα προκάλυψης με αποστολή είτε να αποκλείσει τον Tegethoff στην Pola είτε να τον αναγκάσει, βάσει σχεδίου, να ναυμαχήσει, ανάλογα με το αν ο κύριος αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάληψη της Lissa ή καταστροφή του Αυστριακού στόλου. Ο λόγος που αυτό δεν εφαρμόστηκε μπορεί να είναι ότι δεν δόθηκε επαρκής αποβατική δύναμη στον Persano και πιθανόν να θεώρησε ότι απαιτούνταν ολόκληρη η δύναμη του στόλου του για να επιτευχθεί η κατάληψη του αντικειμενικού σκοπού [το νησί της Lissa]. Αν αυτό είναι σωστό, αποτελεί ακόμη μια απόδειξη του κανόνα ότι ανεξαρτήτως της ναυτικής υποστήριξης που μπορεί να απαιτεί μια αποβατική επιχείρηση, σε μια μη κυριαρχούμενη θάλασσα ποτέ δεν πρέπει αυτή να παραχωρείται σε βαθμό που να απαγορεύει τη δυνατότητα συγκρότησης μιας μοίρας προκάλυψης, η οποία να παραμείνει αδέσμευτη για να εκτελέσει ανεξάρτητες ναυτικές επιχειρήσεις.

Το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει ο υποστηρικτικός [προς τα αποβατικά στρατεύματα] ρόλος του στόλου θα αποτελεί πάντα ένα ευαίσθητο ερώτημα. Ο ισχυρισμός ότι η δύναμη του στόλου θα πρέπει να εξαρτάται από τις ανάγκες του στρατού απόβασης σε άνδρες του στόλου ή σε [αποβατικές] λέμβους του, πράγμα που υπονοεί επίσης και τους άνδρες που τις επανδρώνουν, φαίνεται αιρετικός. Λέμε ότι η αποστολή μιας μοίρας μάχης είναι να αντιμετωπίσει μια αντίστοιχη μοίρα του εχθρού και οι άνδρες της απαιτούνται για να πολεμήσουν τα εχθρικά πλοία. Ο νους αντιδρά στην ιδέα η δύναμη της μοίρας μάχης να καθορίζεται από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Θεωρητικά τίποτε δεν φαίνεται πιο σωστό από αυτό. Όμως, αυτή είναι μια ιδέα που λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της ειρήνης και αποτελεί θέμα μελέτης. Η ατμόσφαιρα του πολέμου γεννά μια πιο ευρεία και πρακτική άποψη. Οι άνδρες των παλαιότερων πολέμων γνώριζαν ότι όταν μια μοίρα μάχης προσαρτάται σε μια συνδυασμένη εκστρατεία είναι κάτι το διαφορετικό από μια καθαρά ναυτική δύναμη. Γνώριζαν, περαιτέρω, ότι μια στρατιωτική μονάδα που δρούσε σε υπερπόντιο θέατρο επιχειρήσεων εναντίον μιας εχθρικής περιοχής, είναι ένας ελλιπής οργανισμός ανίκανος να καταφέρει ένα αποτελεσματικό κτύπημα χωρίς τη βοήθεια των ανδρών του στόλου. Έτσι, λειτουργία του ναυτικού σκέλους της εκστρατείας δεν ήταν μόνο να υπερασπίζεται τη δύναμη κρούσης του ¨οργανισμού¨, αλλά επίσης να συμπληρώνει τις αδυναμίες του και να παρέχει τη δυνατότητα κρούσης. Από μόνος του και χωρίς βοήθεια ο στρατός δεν μπορεί να αποβιβαστεί στην ακτή, δεν μπορεί να ανεφοδιαστεί, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την υποχώρησή του και ούτε μπορεί να επωφεληθεί του μεγαλύτερου πλεονεκτήματος που έχει μια αμφίβια δύναμη, δηλαδή την ξαφνική αλλαγή της γραμμής των επιχειρήσεων. Αυτά τα έργα πρέπει να τα αναλάβει ο στόλος και θα πρέπει να τα εκτελέσει με τους άνδρες του.[9]

Τα γεγονότα που επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη είναι πάρα πολλά. Για παράδειγμα το 1800, όταν ανατέθηκε στο Στρατηγό Maitland[10] η εκστρατεία εναντίον της Belleisle, του ζητήθηκε να αναφέρει τις ναυτικές δυνάμεις που θα χρειαζόταν. Του ήταν δύσκολο να τις καθορίσει με ακρίβεια. «Εντούτοις, μιλώντας πρόχειρα,» έγραψε, «3 ή 4 πλοία της γραμμής μάχης και 4 ή 5 φρεγάτες μου φαίνεται ότι αρκούν για τη συγκεκριμένη αποστολή. Οι φρεγάτες για να εφαρμόσουν αποκλεισμό.» (Εννοώντας, προφανώς, να αποκλείσουν τον αντικειμενικό σκοπό και να εμποδίσουν την ενίσχυσή του από την ηπειρωτική Γαλλία [τη Βρετάνη], πράγμα το οποίο αποτελούσε πάντοτε ένα από τα έργα υποστήριξης της μοίρας που προσαρτιόταν στα μεταγωγικά). «Τα πλοία της γραμμής μάχης», συνέχισε, «θα μας παρέχουν τον αριθμό των ανδρών που απαιτούνται για τις χερσαίες επιχειρήσεις.»[11] Σ’ αυτή την περίπτωση η μόνιμη μοίρα αποκλεισμού προσέφερε την κάλυψη, και αυτό που εννοούσε ο Maitland, ήταν ότι τα πλοία της γραμμής μάχης που ζητούσε θα προστίθεντο στη μοίρα των μεταγωγικών όχι για να προσφέρουν προστασία, αλλά να παράσχουν υποστήριξη [με τους άνδρες τους]. Ο St. Vincent, που τότε ήταν Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, όχι μόνο συμφώνησε με την εισήγησή του, αλλά του παραχώρησε για υποβοήθηση της απόβασης ακόμα ένα πλοίο της γραμμής μάχης επιπλέον αυτών που ζήτησε. Τη περίοδο εκείνη είχαμε εξασφαλίσει πλήρως την γενική θαλάσσια κυριαρχία, και διαθέταμε πλεόνασμα ναυτικών μονάδων για την άσκησή της. Καλό είναι να συγκρίνουμε αυτή την περίπτωση με μια άλλη στην οποία οι συνθήκες ήταν διαφορετικές.

Όταν το 1795 η εκστρατεία υπό το Ναύαρχο Christian και τον Στρατηγό Abercromby ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τις Δυτικές Ινδίες, ο ναύαρχος σε συνεννόηση με τον Jervis συνέταξε ένα μνημόνιο στο οποίο ανέφερε τις ναυτικές δυνάμεις που θα απαιτούνταν.[12] Οι δυνάμεις που ζήτησε ήταν πολύ σημαντικές. Τόσο ο Jervis όσο και ο ίδιος θεωρούσαν ότι η μοίρα συνοδείας και η μοίρα τοπικής προκάλυψης θα έπρεπε να ήταν πολύ ισχυρές, γιατί ήταν αδύνατον να βασιστούν στη δυνατότητα αποτελεσματικού ναυτικού αποκλεισμού των λιμανιών της Brest και της Τουλόνα [οπότε, οι Γάλλοι θα μπορούσαν να στείλουν εναντίον του κάποια ναυτική δύναμη]. Όμως, δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος. Το σχέδιο επιχειρήσεων προέβλεπε τρεις ξεχωριστές αποβάσεις. Για κάθε μια τους θα χρειάζονταν τουλάχιστον 2 πλοία της γραμμής μάχης, ίσως και 3, «όχι μόνο για να παρέχουν προστασία, αλλά και ως η πηγή από την οποία θα προέρχονταν οι άνδρες για την επάνδρωση των αποβατικών λέμβων, για τη μεταφορά των κανονιών [των αποβατικών στρατευμάτων] στην στεριά και για την ανάληψη όλων των άλλων δύσκολων υποστηρικτικών έργων.» O Christian ζήτησε επίσης αριθμό φρεγατών και 3-4 μπρίκια «για να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις των ελαφρότερων σκαφών [δηλ. του στολίσκου των αποβατικών σκαφών που θα ανελάμβανε την εκτέλεση έργων επί της παράκτιας περιοχής]». Η κύρια προσπάθεια θα απαιτούσε τουλάχιστον 4 πλοία της γραμμής μάχης και 7 φρεγάτες, και επίσης ανάλογο αριθμό μπρικιών και σκούνων. Συνολικά υπολόγισε ότι τα πλοία της γραμμής μάχης [χωρίς να υπολογίζονται οι φρεγάτες που θα είχαν άλλες αποστολές] θα έπρεπε να διαθέσουν αποβατικά αγήματα 2000 ανδρών «για την επάνδρωση των αποβατικών λέμβων και το ξεφόρτωμα κανονιών, νερού και προμηθειών,»[13]. Και αυτό θα ήταν το καθημερινό τους έργο. Ο αριθμός των αποβατικών στρατευμάτων που θα εξυπηρετούσαν τα εν λόγω αποβατικά αγήματα ήταν περίπου 18,000 άνδρες.

Πρέπει να πούμε ότι ο Λόρδος Barham, που όπως ο Sir Charles Middlenton ήταν τότε Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, εναντιώθηκε στο αίτημα θεωρώντας το υπερβολικό, ιδιαίτερα δε την απαίτηση για ισχυρή συνοδεία, καθώς θεωρούσε ότι ο διάπλους του Ατλαντικού [προς τις Δ. Ινδίες] θα μπορούσε κάλλιστα να προστατευτεί με επί τούτου επαγρύπνηση και επιτήρηση από τις μοίρες που εφάρμοζαν μόνιμο ναυτικό αποκλεισμό [στα Γαλλικά λιμάνια]. Την ανάγκη διάθεσης μεγάλων αποβατικών αγημάτων φαίνεται πως την αγνόησε. Εντούτοις, η άποψή του δεν είναι και πολύ πειστική, γιατί εξ αρχής είχε λάβει αρνητική θέση προς την όλη ιδέα της εκστρατείας. Θεωρούσε την πολιτική από την οποία προέκυψε [η εκστρατεία] ως ριζικά επισφαλή και, επομένως, όπως ήταν φυσικό, προσπαθούσε να περιορίσει τη δύναμη που θα διετίθετο στην εκστρατεία. Η αντίθεσή του βασιζόταν στις γενικές και μακροπρόθεσμες αρχές οι οποίες χαρακτήριζαν τη στρατηγική του. Πίστευε ότι εν όψει της απειλητικής στάσης της Ισπανίας η ορθή πορεία ήταν να προετοιμαστεί για τον επικείμενο πόλεμο διαχειριζόμενος με τέτοιο τρόπο το πολεμικό ναυτικό ώστε να το φέρει σε επίπεδο ισχύος που να μπορεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο εχθρικές Δυνάμεις [Γαλλία και Ισπανία], και να διατηρήσει τις δυνάμεις του συγκεντρωμένες για να δώσει την αποφασιστική ναυμαχία μόλις η Ισπανία αποκάλυπτε τις προθέσεις της. Με λίγα λόγια, καταδίκαζε έντονα την πολιτική η οποία συνεπαγόταν τη διασπορά των ναυτικών δυνάμεων με την επιδίωξη ενός δευτερεύοντος αντικειμενικού σκοπού, πριν εξασφαλιστεί μια λειτουργική και αποτελεσματική θαλάσσια κυριαρχία. Και πράγματι, ήταν οι διευθετήσεις της υπόψη εκστρατείας που τον ανάγκασαν να παραιτηθεί πριν ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες της. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι η ένσταση του στον υπόψη σχεδιασμό στην πραγματικότητα οφείλονταν όχι στην αρχή βάσει της οποίας οργανώθηκε η εκστρατεία, αλλά στο ότι διαθέταμε ανεπαρκείς δυνάμεις για να της παράσχουμε ικανοποιητική ναυτική υποστήριξη χωρίς να διακινδυνεύσουμε τον υψηλότερο στόχο της γενικής μας θαλάσσιας ¨θέσης¨[14]

Είναι προφανές ότι οι προαναφερθέντες προβληματισμοί, πέραν των στρατηγικών πτυχών τους που ήδη επισημάνθηκαν, έχουν ακόμα μία κύρια σημασία που εντοπίζεται στην επίδρασή τους στην επιλογή του σημείου της απόβασης. Ο στρατός ενδιαφέρεται όπως το σημείο της απόβασης βρίσκεται όσο το δυνατό κοντύτερα στον αντικειμενικό σκοπό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αντιμετωπίσει αντίσταση κατά την απόβαση. Η ιδανική περίπτωση είναι να μπορεί να φτάσει στον αντικειμενικό σκοπό με πορεία μιας νύχτας. Όμως αυτό δύσκολα είναι εφικτό, εκτός της περίπτωσης μιας πολύ μικρής εκστρατείας, όπου η απόβαση μπορεί να γίνει ταχύτατα λίγο πριν το λυκόφως και τα στρατεύματα να προχωρήσουν προς τον αντικειμενικό σκοπό κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στις μεγαλύτερες εκστρατείες, η προσπάθεια είναι η απόβαση να γίνει αρκετά μακρύτερα από τον αντικειμενικό σκοπό, ώστε να μην μπορεί η τοπική φρουρά ή τα εχθρικά στρατεύματα που βρίσκονται στην περιοχή να προβάλουν αντίσταση, πριν εδραιωθεί ένα προγεφύρωμα. Η επιθυμία του πολεμικού ναυτικού βρίσκεται συνήθως στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι αυτό γιατί, κανονικά όσο μακρύτερα από της εχθρικές δυνάμεις βρίσκεται το σημείο της απόβασης, τόσο πιο σίγουρα μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των αποβατικών στρατευμάτων από τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις. Η ιδανική περίπτωση είναι το σημείο της απόβασης να είναι τόσο μακριά ώστε να βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των τορπιλοβόλων και επίσης να επιτρέπει στις μοίρες προκάλυψης και μεταγωγικών να επιχειρούν με πλήρη στρατηγική ανεξαρτησία.

Για να μειωθούν αυτές οι διαφωνίες [μεταξύ στρατού – ναυτικού] σε αποδεκτό βαθμό είναι απαραίτητη η συγκρότηση ενός μικτού Επιτελείου [στρατού – ναυτικού]. Και για να εξασφαλιστεί η αποδοτική λειτουργία του υπόψη Επιτελείου θα πρέπει να καθοριστούν, όσο το δυνατό πιο λεπτομερειακά, οι αρχές και η μέθοδος βάσει των οποίων θα λειτουργήσει. Στις πιο πρόσφατες παρόμοιες περιπτώσεις η εν λόγω διαδικασία ξεκινούσε με το Στρατιωτικό Επιτελείο να οριοθετεί τα ακραία όρια της ακτογραμμής επί της οποίας θα πρέπει να γίνει η απόβαση, ώστε η επιχείρηση να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, και στη συνέχεια, μέσα στα προαναφερθέντα όρια, να υποδεικνύει καταλληλότερα σημεία για την απόβαση κατά σειρά προτίμησης. Ακολούθως, το Ναυτικό Επιτελείο αναφέρει κατά πόσο μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του στρατού, προσαρμόζοντας αναλόγως τη δράση του. Η απόφασή των δύο επιτελείων θα εξαρτηθεί από τις δυσκολίες που σχετίζονται με την προστασία της αποβατικής επιχείρησης και τις επικρατούσες συνθήκες στη θέση της απόβασης από πλευράς καιρού, θαλάσσιων ρευμάτων, μορφολογίας της ακτής και άλλων συναφών παραγόντων. Επίσης, σε δεύτερο βαθμό, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η μορφολογία της ακτής επιτρέπει την τακτική υποστήριξη των αποβατικών στρατευμάτων με ναυτικά πυρά και ενέργειες αντιπερισπασμού. Εάν το Ναυτικό Επιτελείο δεν συμφωνεί με το σημείο ή τα σημεία απόβασης που επιθυμεί και υπέδειξε το Στρατιωτικό Επιτελείο, τότε τίθεται ένα πρόβλημα που αφορά ανάληψη ρίσκου, το οποίο πρέπει να επιλύσει το Ανώτερο Κοινό Επιτελείο. Καθήκον του Ναυτικού Επιτελείου είναι να παραθέσει ωμά και ξεκάθαρα όλα τα ρίσκα που συνεπάγονται τα προτεινόμενα από το στρατό σημεία απόβασης, και αν είναι δυνατόν να αντιπροτείνει εναλλακτικά σημεία τα οποία θα μειώσουν το ρίσκο εχθρικής ναυτικής εμπλοκής [προς απόκρουση της απόβασης] χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά το στρατό. Το Ανώτερο Κοινό Επιτελείο, ζυγίζοντας αυτά τα ρίσκα σε σύγκριση με τα ρίσκα που ανέφερε το Στρατιωτικό Επιτελείο, θα πρέπει να αποφασίσει την γραμμή που θα ακολουθηθεί, και από εκεί και ύστερα ο κάθε κλάδος [στρατός – ναυτικό] θα πρέπει δράσει κατά τον καλύτερο δυνατόν τρόπο ώστε να ελαχιστοποιήσει τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει. Το κατά πόσο η απόφαση του Ανώτερου Κοινού Επιτελείου θα κλίνει περισσότερο προς την άποψη του ναυτικού ή προς εκείνη του στρατού θα εξαρτηθεί από το αν ο μεγαλύτερος κίνδυνος αναμένεται να εκδηλωθεί από τη θάλασσα ή από την ξηρά.

Όπου οι συνθήκες που επηρεάζουν το ναυτικό είναι γνωστές σε ικανοποιητικό βαθμό, η γραμμή των επιχειρήσεων μπορεί να καθοριστεί με μεγάλη ακρίβεια εφαρμόζοντας την παραπάνω διαδικασία. Όμως εάν, όπως συμβαίνει συχνά, οι πιθανές κινήσεις του εχθρικού στόλου δεν μπορούν να προβλεφθούν με αποδεκτή ακρίβεια, τότε, εάν θεωρηθεί πως υπάρχει σοβαρή πιθανότητα εμπλοκής του εχθρικού στόλου στην αποβατική επιχείρηση, η τελική απόφαση για το σημείο της απόβασης μέσα στα όρια της ακτογραμμής που όρισε ο στρατός, επαφίεται στην κρίση του Ναυάρχου. Η πρακτική ήταν να του δίνονται οδηγίες αναφορικά με την προτεραιότητα των σημείων απόβασης που επιθυμεί ο στρατός, βάσει των οποίων θα επιλέξει κατά την κρίση του το σημείο εκείνο, που υπό τις περιστάσεις θα θεωρήσει ότι συνεπάγεται αποδεκτό ρίσκο εμπλοκής των εχθρικών ναυτικών δυνάμεων [προς απόκρουση της απόβασης]. Παρομοίως, εάν ο κίνδυνος εμπλοκής του εχθρικού στόλου είναι μικρός και οι συνθήκες στην ακτή ασαφείς, η τελική απόφαση επαφίεται στην κρίση του Στρατηγού, υποκείμενη μόνο στις πρακτικές δυνατότητες [και δυσκολίες] που προσφέρει το σημείο απόβασης που θα επιλέξει.

Κατά τη διάρκεια της ένδοξης εποχής των παλαιότερων πολέμων μας σπάνια συναντούσαμε δυσκολίες στο να καθορίσουμε τις ενέργειές μας επ’ αυτών των ζητημάτων. Μετά την άδοξη αποτυχία στο Rochefort το 1757[15], όπου υπήρξε διαφωνία τέτοιας μορφής [στην επιλογή του σημείου απόβασης] η πρακτική που εφαρμόστηκε ήταν η εξής: οι δύο διοικητές [αποβατικών στρατευμάτων – ναυτικής δύναμης] επιθεωρούσαν μαζί, μέσα στην ίδια βάρκα, την ακτογραμμή και επέλυαν τη διαφορά τους φιλικά και επί τόπου.

Έκτοτε, επί τη βάση αυτών των κατευθύνσεων διεξήχθησαν οι συνδυασμένες επιχειρήσεις μας. Από την εποχή του γηραιότερου Pitt ποτέ δεν ήταν η πρακτική μας να θέτουμε μια συνδυασμένη εκστρατεία κάτω από τις διαταγές είτε του ναυτικού είτε του στρατιωτικού διοικητή και να του επιτρέπουμε να αποφασίσει από μόνος του τη βέλτιστη γραμμή μεταξύ των αντίθετων ναυτικών και στρατιωτικών απαιτήσεων. Ο κίνδυνος μιας πιθανής διαφωνίας μεταξύ των δύο διοικητών θεωρούνταν μικρότερος από τον κίνδυνο ο ένας και μόνος διοικητής να λάβει μια λανθασμένη απόφαση λόγω της άγνοιάς του αναφορικά με τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει ο κλάδος από τον οποίο δεν προερχόταν.

Συνήθως η παραπάνω οργάνωση λειτούργησε ικανοποιητικά ακόμα κι όταν δημιουργήθηκαν προβλήματα που ουσιαστικά αφορούσαν το Ανώτερο Κοινό Επιτελείο. Πράγματι, οι εξαιρέσεις είναι πολύ λίγες. Ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς μπορούν να επιλυθούν τέτοια προβλήματα, όταν υπάρχει καλή θέληση, συνέβη στην Κριμαία. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε το ναυτικό, τις οποίες ήδη αναφέραμε, ήταν τρομερές, σε σημείο που θα μπορούσαν κάλλιστα να καταστήσουν την όλη προσπάθεια αυτοκτονική. Όταν έφτασε η στιγμή της εκτέλεσης της επιχείρησης συγκλήθηκε ένα κοινό Συμβούλιο πολέμου, στο οποίο παρακάθησαν τα Επιτελεία και των δύο κλάδων των συμμάχων. Ήταν τόσο μεγάλες οι διαφορές απόψεων μεταξύ του Γάλλου και του Βρετανού Στρατηγού και τόσο ατελής ήταν η γνώση της μορφολογίας του εδάφους, που δεν μπορούσαν να υποδείξουν κάποιο συγκεκριμένο σημείο απόβασης με αποδεκτή ακρίβεια. Το μόνο που γνώριζαν οι Ναύαρχοι ήταν ότι θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια ανοιχτή ακτή, την οποία δεν είχαν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν, όπου οι καιρικές συνθήκες θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διακόψουν την επικοινωνία μεταξύ των πλοίων και της ακτής και όπου τα πλοία θα ήταν ευάλωτα σε προσβολή από μια εχθρική ναυτική δύναμη, η οποία, μέχρι που τα φίλια πλοία θα αποβίβαζαν τα αποβατικά στρατεύματα [όπου θα είχαν περιορισμένη μαχητική ικανότητα], δεν θα ήταν πιο αδύναμη της δικής τους. Όλες αυτές τις επιφυλάξεις τις έθεσαν υπόψη του Στρατηγού του Συμβουλίου. Τότε ο Λόρδος Raglan[16] απάντησε ότι ο στρατός αντιλαμβάνεται πλήρως τους κινδύνους και είναι έτοιμος να τους αναλάβει. Κατόπιν αυτού οι ναύαρχοι των συμμάχων απάντησαν ότι ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επιχείρηση κάνοντας το καλύτερο δυνατόν για να αποβιβάσουν το στρατό στην ακτή και να τον υποστηρίξουν, σε όποιο σημείο κι αν επιλεγόταν.

Παραμένει ακόμα μία μορφή υποστήριξης η οποία δεν έχει αναφερθεί μέχρι τώρα. Αφορά τις κινήσεις αντιπερισπασμού του στόλου, που σκοπεύουν να τραβήξουν την προσοχή του εχθρού μακριά από το σημείο της απόβασης. Αυτό, αποτελεί, φυσικά, έργο της μοίρας προκάλυψης ή της μοίρας φρεγατών [αναγνώρισης] και στολίσκου ελαφρών σκαφών, που βρίσκονται υπό τη διοίκησή της. Το εν λόγω εγχείρημα εφαρμόστηκε στην επίθεση του Drake εναντίον του San Domingo το 1585 και μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη εκ μέρους μας εφαρμογή του στη σύγχρονη εποχή και ως πρότυπο επί του οποίου προσαρμόστηκαν όλες οι μετέπειτα παρόμοιες επιχειρήσεις, εφόσον, βεβαίως, το επέτρεπαν οι συνθήκες. Σε εκείνη την περίπτωση, ενώ ο Drake αποβίβαζε τα στρατεύματα στην ακτή σε απόσταση πορείας μιας νύχτας από τον αντικειμενικό τους σκοπό, το κύριο τμήμα του στόλου του έπλευσε μπροστά από τον αντικειμενικό σκοπό αναγκάζοντας τον εχθρό να βρίσκεται σε συναγερμό όλο το βράδυ, ενώ την αυγή με τις λέμβους των πλοίων του προχώρησε σε εικονική απόβαση, υπό την κάλυψη πυρών των πλοίων του. Το αποτέλεσμα ήταν η φρουρά να βγει έξω για να αντιμετωπίσει την [δήθεν] απόβαση και να αιφνιδιαστεί πλευροκοπούμενη από την πραγματική αποβατική δύναμη που είχε καταφθάσει απαρατήρητη. Περνώντας από αυτή την απλή περίπτωση στην πιο περίπλοκη που βρίσκεται καταχωρημένη στα ναυτικά χρονικά μας, βρίσκουμε τον Saunders να κάνει το ίδιο στο Quebec. Προετοιμάζοντας τη νυχτερινή απόβαση του Wolfe έδωσε μια «παράσταση» βομβαρδισμού των γραμμών του Montcalm[17] στην κάτω πλευρά της πόλης, και το πρωί με τις λέμβους του στόλου του προχώρησε σε εικονική απόβαση πεζοναυτών. Με αυτό το κόλπο κράτησε τον Montcalm μακριά από το σημείο της πραγματικής απόβασης των δυνάμεων του Wolfe, μέχρι που ο τελευταίος εδραίωσε προγεφύρωμα. Παρόμοια «παράσταση» έδωσε και στην πάνω πλευρά της πόλης. Το αποτέλεσμα των ενεργειών του ήταν να μπορέσει ο Wolfe να εισχωρήσει ανενόχλητος στο κέντρο της θέσης των Γαλλικών δυνάμεων.

Βεβαίως, τέτοιες ενέργειες ανήκουν στο πεδίο των τακτικών παρά σε εκείνο της στρατηγικής. Όμως, το υπόψη τέχνασμα έχει χρησιμοποιηθεί και στρατηγικά με την ίδια αποτελεσματικότητα. Τόσο μεγάλη είναι η δυνατότητα απόκρυψης των κινήσεων και τόσο μεγάλη η κινητικότητα μιας αμφίβιας δύναμης, που είναι εξαιρετικά δύσκολο για τον εχθρό να ξεχωρίσει την πραγματική επίθεση από τον αντιπερισπασμό. Ακόμα και την τελευταία στιγμή, όταν η απόβαση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, είναι αδύνατον για τον αμυνόμενο να θεωρήσει με σιγουριά ότι όλα τα στρατεύματα αποβιβάζονται στο συγκεκριμένο σημείο, αν σε κάποιο άλλο σημείο εκτελείται μια εικονική απόβαση. Στο Quebec, μόνο όταν ο Montcalm βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Wolfe κατάλαβε ότι είχε να κάνει με ολόκληρη την Βρετανική δύναμη. Από τη πλευρά της στρατηγικής, ακόμα λιγότερο μπορούμε να είμαστε σίγουροι κατά πόσο μια συγκεκριμένη απόβαση αντιπροσωπεύει την προφυλακή της κύριας αποβατικής δύναμης ή αν είναι μια επιχείρηση αντιπερισπασμού που έχει σκοπό να αποκρύψει την κύρια απόβαση που θα γίνει κάπου αλλού. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο πρόβλημα όταν, όπως στην περίπτωση του 2ου Σώματος του Ιαπωνικού Στρατού, τα αποβατικά στρατεύματα καταφθάνουν σε παράλληλα αποβατικά κύματα. Σε εκείνη την περίπτωση ο ναυτικός αντιπερισπασμός χρησιμοποιήθηκε στρατηγικά, προφανώς με σημαντικά αποτελέσματα. Οι Ρώσοι φοβόντουσαν συνεχώς ότι οι Ιάπωνες θα επιτίθεντο στο Newchuang στην κεφαλή του Κόλπου Pe-chi-li, και γι’ αυτό το λόγο στο Στρατηγό Stakelberg,[18] που διοικούσε τα στρατεύματα στη χερσόνησο, δεν επιτράπηκε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για να πολεμήσει πιο αποτελεσματικά στο νότιο μέρος της χερσονήσου, όπου οι Ιάπωνες είχαν δημιουργήσει αποβατικό προγεφύρωμα. Ο Ναύαρχος Togo, παρόλη την καταπόνηση του στόλου του, που οφειλόταν στη διαδικασία της απόβασης και την προστασία των αποβατικών στρατευμάτων, απέσπασε μια μοίρα καταδρομικών για να την επιδείξει μέσα στον Κόλπο, για σκοπούς παραπλάνησης. Το πώς ακριβώς επίδρασε αυτός ο αντιπερισπασμός στο Ρωσικό Επιτελείο δεν μπορεί να υπολογιστεί με βεβαιότητα. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι ο Skakelberg καθυστέρησε τόσο πολύ να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του [προς το Νότο] ώστε δεν μπορούσε πλέον να κτυπήσει τον Ιαπωνικό στρατό πριν ο τελευταίος ετοιμαστεί πλήρως για μάχη και καταστεί ικανός να αντεπιτεθεί καταφέρνοντάς του ισχυρότατο πλήγμα.

Η ικανότητα να διαταράξουμε την ισορροπία του εχθρού με αντιπερισπασμούς είναι βεβαίως εγγενής στις ιδιαιτερότητες των συνδυασμένων εκστρατειών, δηλαδή στην ευκολία με την οποία είναι δυνατή η απόκρυψη ή η αλλαγή της γραμμής επιχειρήσεων και δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος λόγος που να συνηγορεί ότι η εν λόγω ευκολία θα μειωθεί στο μέλλον. Βεβαίως, ένα καλό σιδηροδρομικό δίκτυο στην περιοχή της απόβασης θα μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντιπερισπασμών. Όμως, από την άλλη πλευρά, τα μέσα εκτέλεσης αντιπερισπασμών έχουν αυξηθεί. Για παράδειγμα, τα ναρκαλιευτικά αποτελούν ένα νέο μέσον το οποίο κατά τον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο αποδείχθηκε ότι είχε πολύ ισχυρή επίδραση στον εχθρό, με πολύ μικρό κόστος για το στόλο. Αν ένας στολίσκος τέτοιων σκαφών εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά από κάποιο σημείο μιας ακτής αποβάσεως, και προχωρήσει σε εικονική ναρκαλιεία, θα είναι σχεδόν αδύνατο ο αμυνόμενος να αγνοήσει ένα τόσο ισχυρό σημάδι επικείμενης απόβασης.

Επομένως, συνοψίζοντας, θεωρώντας ότι οι παλιές μέθοδοι εφαρμόζονται, φαίνεται ότι διαθέτοντας λογική υπεροχή ναυτικών δυνάμεων η δυνατότητα εκτέλεσης τέτοιων επιχειρήσεων σε μια μη κυριαρχούμενη θάλασσα δεν θα είναι μικρότερη από ότι αποδεδειγμένα ήταν στο παρελθόν. Η ταχύτητα και η ακρίβεια που έδωσε στα πλοία η ατμο-πρόωση ίσως αναβάθμισε την αξία αυτού του παράγοντα υψηλότερα από ποτέ. Από κάθε άποψη μέτρο είναι δύσκολο να βρούμε στο παρελθόν παρόμοια περίπτωση όπως η λαμπρή επιχείρηση της Σεούλ, με την οποία οι Ιάπωνες άρχισαν τον πόλεμο του 1904. Είναι αλήθεια ότι οι Ρώσοι την τελευταία στιγμή αποφάσισαν για πολιτικούς λόγους να επιτρέψουν την κατάληψή της χωρίς να προβάλουν αντίσταση. Όμως αυτό δεν το γνώριζαν οι Ιάπωνες. Έτσι, τα σχέδια που κατέστρωσαν βασίζονταν στο ότι ο εχθρός θα χρησιμοποιούσε τα σημαντικότατα μέσα που διέθετε για να αντισταθεί. Αποδέχθηκαν το ρίσκο, το αξιολόγησαν προσεκτικά και σχεδίασαν τις ενέργειές τους βάσει αρχών ταυτόσημων με αυτές της Βρετανικής παράδοσης. Όμως, από την άλλη πλευρά, δεν υπήρξε κάτι που να δείχνει πως όπου ο εχθρός έχει πρακτικά τη θαλάσσια κυριαρχία οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει από μια τέτοια επιχείρηση [συνδυασμένη αποβατική εκστρατεία] μειώθηκαν. Εναντίον ενός αντιπάλου που ελέγχει με τις ναυτικές του δυνάμεις τη θαλάσσια γραμμή μεταφοράς των αποβατικών δυνάμεων, οι δοκιμασμένες στο παρελθόν μέθοδοι προκάλυψης και προστασίας μιας υπερπόντιας εκστρατείας δεν θα είναι σήμερα περισσότερο αποτελεσματικές από ότι ήταν στο παρελθόν. Δηλαδή, μέχρις ότου η θαλάσσια κυριαρχία του αντιπάλου [στη γραμμή διεκπεραίωση των μεταγωγικών] τερματιστεί με την εναντίον του διεξαγωγή καθαρών ναυτικών επιχειρήσεων, οι συνδυασμένες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να συνεπάγονται ρίσκα που δεν θα είναι αποδεκτό να αναληφθούν σε έναν πόλεμο.

_______________________________

[1] Το 1759 και το 1758 αντίστοιχα. Βλέπε, Corbett, Η Βρετανία και ο Επταετής Πόλεμος, Τόμος Ι, σελ. 396-476 και 305-335.

[2] Ναύαρχος Edmund Lyons, πρώτος Βαρόνος της Lyons (1790-1858). Πλοίαρχος κατά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, έλαβε μέρος στην Ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827 και ακολούθως υπηρέτησε στο διπλωματικό σώμα. Ανακλήθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό με την έναρξη του Ρωσικού Πολέμου το 1854, ως υποδιοικητής του Ναυάρχου James Dundas (1785-1862), όχι διοικητής του επιτελείου του, και του ανατέθηκε η γενική διεύθυνση των μεταγωγικών (βλέπε την παρακάτω παραπομπή 7). Ο πραγματικός σχεδιασμός της επιχείρησης έγινε από τον Πλοίαρχο Robert Mends (1767-1823), που ήταν ο κυβερνήτης της ναυαρχίδας του Lyons (η πληροφορία προέρχεται από τον Dr. Andrew Lambert.)

[3] Ναύαρχος Sir James Dundas (1785-1862). Ήταν εν ενεργεία κατά του Ναπολεόντειους Πολέμους και ακολούθως παρέμεινε στο ναυτικό την περίοδο της ειρήνης. Όταν προήχθη σε ανώτατο αξιωματικό, έγινε Βουλευτής και υπηρέτησε στο Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο στο Ναυαρχείο. Μετέπειτα του ανατέθηκε η γενική διοίκηση της Μεσογείου από το 1852.

[4] Charles Mordaunt, 3rd Earl of Peterborough (1658-1735). Αξιωματικός του στρατού, του ναυτικού και πολιτικός. Συνεργάτης του William of Orange, πριν την επανάσταση του 1688 και ηγετικό μέλος του νέου καθεστώτος. Ήταν συγχρόνως «ναύαρχος και γενικός αρχηγός» της εκστρατείας του 1705.

[5] Ναύαρχος Sir Charles Saunders (1713-1775). Συνόδευσε το Ναύαρχο George Anson (23.4.1697- 6.6.1762) στο ταξίδι του γύρω από την υδρόγειο (1740-1744) και υπηρέτησε διακριθείς στον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής. Ήταν περισσότερο γνωστός για τα επιτεύγματά του το 1759. Για λίγο διάστημα, το 1766, διετέλεσε πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου.

[6] O Sir Ralf Abercronby (1734-1801) ήταν επικεφαλής διαφόρων επιχειρήσεων κατά τους Πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης, τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στις Δυτικές Ινδίες. Το 1800 του ανατέθηκε η διοίκηση των στρατευμάτων της Μεσογείου και στάλθηκε να διώξει τους Γάλλους από την Αίγυπτο. Αποβιβάστηκε στον κόλπο του Aboukir [στην Αλεξάνδρεια] το 1801 και σκοτώθηκε εκεί κατά την μάχη, κατά την οποία νίκησε το Γαλλικό Στρατό.

[7] Επιστολή του Dundas στον Lyons ημερ. 27.7.1854, με την οποία του ανέθετε τη διοίκηση των μεταγωγικών (S. Eardley-Wilmot, Life of Vice Admiral Lord Lyons – London, 1898, σελ. 184). Ο Dr. Lambert ενημέρωσε τον συντάκτη το Δεκέμβριο του 1986 με επιστολή, ότι ο Dundas «ποτέ δεν ήθελε να πλεύσει μαζί με τα μεταγωγικά, και εάν οι στρατηγοί τον άφηναν θα εφάρμοζε κλειστό αποκλεισμό στη Σεβαστούπολη.» Εντούτοις, η επιμονή των Γάλλων δεν του επέτρεψε να εφαρμόσει αυτή την τρίτη επιλογή του.

[8] Ο τελείως ανεπαρκής Ιταλός ναύαρχος που ηττήθηκε στη Lissa.

[9] Οι Ιάπωνες στον τελευταίο πόλεμο επιχείρησαν να εκτελέσουν αυτό το έργο μέσω ενός πολύ καλά οργανωμένου Στρατιωτικού Επιτελείου Αποβίβασης των στρατευμάτων. Όμως, εκτός από τις περιπτώσεις που επικρατούσαν πολύ καλές καιρικές συνθήκες και ευνοϊκή θέση αποβίβασης, η εν λόγω οργάνωση δεν φαίνεται να λειτούργησε ικανοποιητικά. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις απαιτήθηκε και ζητήθηκε η βοήθεια του στόλου. (Σημείωση του Συγγραφέα).

[10] Υποστράτηγος Sir Thomas Maitland (1759-1824). Υπηρέτησε στην Ινδία τη δεκαετία του 1780 και στις Δυτικές Ινδίες τη δεκαετία του 1790. Μετά την εγκατάλειψη της εκστρατείας κατάληψης της Γαλλικής νήσου Belle Isle το 1798 (νησί που βρίσκεται έξω από τις ακτές της Βρετάνης) τα Αγγλικά στρατεύματα στάλθηκαν στη Μεσόγειο. Ο Maitland υπηρέτησε για μια ακόμα φορά στην Ινδία και τέλειωσε τη ζωή του ως διοικητής της Μεσογείου και κυβερνήτης της Μάλτας.

[11] Ο εκδότης δεν μπόρεσε να εντοπίσει αυτή την επιστολή. Δεν περιλαμβάνεται στα Spencer Papers, παρόλο που η επιχείρηση Belleisle περιλαμβάνεται σ’ αυτά και ακόμα αναφέρεται στο Τόμο ΙΙΙ. O Evan Davies υποθέτει ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στην αλλαγή του εκδότη των εγγράφων που έγινε μετά το θάνατο του Corbett.

[12] Ο Sir Hugh Cloberry Christian (1747-1798) ήταν διακεκριμένος αξιωματικός με σημαντικότητα πολεμικό ιστορικό. Υπηρέτησε ως υποδιοικητής του Howe και ακολούθως προάχθηκε σε ναύαρχο το 1795. Πέθανε ως Γενικός Διοικητής στο Cape σε ηλικία 51 ετών.

[13] Αυτή η περιγραφή αλλοιώνει ελαφρά την περιγραφή που περιλαμβάνεται στα σχετικά ιστορικά έγγραφα.

[14] Σε ανάλογη βάση, σχεδόν όλοι οι στρατιωτικοί αναλυτές έχουν καταδικάσει την πολιτική που οδήγησε σ’ αυτή την καταστροφική εκστρατεία, ως συνεπαγόμενη τη διασπορά της ισχνής στρατιωτικής μας δύναμης σε μια στιγμή που όλα έδειχναν την ανάγκη συγκέντρωσής της στην Ευρώπη (σημείωση του συγγραφέα).

[15] Μετά από καθυστερήσεις και αντικρουόμενες απόψεις μεταξύ του ναυτικού και του στρατιωτικού διοικητή, δεν προχωρήσαμε σε απόβαση. Βλέπε Corbett, England and the Seven Years’ War, Vol. I, pp. 197-222.

[16] Στρατάρχης Fitzroy James Henry Somerset, πρώτος Βαρόνος Raglan (1788-1855). Υπηρέτησε στενά με τον Δούκα του Wellington τόσο στον πόλεμο όσο και στην ειρήνη. Του ανατέθηκε η γενική διοίκηση της εκστρατείας της Κριμαίας το 1854. Πέθανε όντας εν ενεργεία.

[17] Louis Joseph se Montcalm-Gozon, Marquis de Montcalm (1712-1759). Μετά από μια αξιοσημείωτη καριέρα στους πολέμους της Πολωνικής και Αυστριακής Διαδοχής, το 1756 του ανατέθηκε η διοίκηση των Γαλλικών δυνάμεων της Β. Αμερικής. Σκοτώθηκε υπερασπιζόμενος το Quebec.

[18] Υποστράτηγος G. K. Stakelberg, καθαιρέθηκε από διοικητής ΣΣ τον Ιαν. 1905, μετά τη μάχη του Sandepu.

Περιεχόμενα του Έργου του J. S. Corbett “Μερικές Αρχές Θαλάσσιας Στρατηγικής”, που δημοσιεύεται σε πρόχειρη μετάφραση σ’ αυτόν τον ιστότοπο.

Μερικές Αρχές Θαλάσσιας Στρατηγικής

Julian S. Corbett

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Θεωρητική Μελέτη του Πολέμου – Η Χρήση και οι Περιορισμοί της

ΜΕΡΟΣ Ι. ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ι. Η Θεωρία του Πολέμου

ΙΙ. Οι Φύσεις των Πολέμων – Επιθετικοί και Αμυντικοί

ΙΙΙ. Οι Φύσεις των Πολέμων – Περιορισμένοι και Απεριόριστοι

IV. Ο Περιορισμένος Πόλεμος και οι Θαλάσσιες Αυτοκρατορίες

V. Πόλεμοι Παρέμβασης – Περιορισμένη Παρέμβαση σε έναν Απεριόριστο Πόλεμο

VI. Οι Συνθήκες Ισχύος του Περιορισμένου Πολέμου

ΜΕΡΟΣ ΙΙ. ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ι. Η Θεωρία του Αντικειμενικού Σκοπού – Θαλάσσια Κυριαρχία

ΙΙ. Η Θεωρία των Μέσων – Η Συγκρότηση των Στόλων

ΙΙΙ. Η Θεωρία της Μεθόδου – Συγκέντρωση και Διασπορά Δυνάμεων

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ. Η ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ι. Εισαγωγικές Σκέψεις –

1. Εγγενείς Διαφορές Μεταξύ των Συνθηκών του Πολέμου στην Ξηρά και του Πολέμου στη Θάλασσα

2. Τυπικές Μορφές Ναυτικών Επιχειρήσεων

ΙΙ. Μέθοδοι Εξασφάλισης της Θαλάσσιας Κυριαρχίας –

1. Περί Επίτευξης Αποφασιστικού Αποτελέσματος (Νίκης)
2. Αποκλεισμός

ΙΙΙ. Μέθοδοι Αμφισβήτησης της Θαλάσσιας Κυριαρχίας –

1. Αμυντικές Επιχειρήσεις Στόλου – «Στόλος Ωσεί Παρών»
2. Αντεπιθέσεις Μικρής Κλίμακας

IV. Μέθοδοι Άσκησης της Θαλάσσιας Κυριαρχίας –

1. Άμυνα Εναντίον Εισβολής
2. Η Επίθεση Εναντίον του Εμπορίου και η Υπεράσπισή του
3. Επίθεση, Άμυνα και Υποστήριξη των Στρατιωτικών Εκστρατειών