SEA POWER IN THE PELOPONNESIAN WAR

https://www.dropbox.com/s/1e2b9ncyudwh9h6/Winter2018Review_Nash.pdf%20SEA%20POWER%20IN%20THE%20PELOPONNESIAN%20WAR.pdf?dl=0

 

Advertisements

Η Γεωγραφική θέση των κρατών ως στοιχείο θαλάσσιας ισχύος. A. T. Mahan

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
1660 – 1783
A. T. MAHAN

ΚEΦΑΛΑΙΟ Ι
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ

Ι. Η Γεωγραφική Θέση

Κατ’ αρχάς, μπορεί να επισημανθεί ότι στην περίπτωση που η γεωγραφική θέση ένα έθνους είναι τέτοια ώστε να μην είναι αναγκασμένο ούτε να υπερασπίζεται χερσαία σύνορα ούτε να μπαίνει στον πειρασμό μιας χερσαίας επέκτασης της επικράτειάς του, τότε, λόγω ακριβώς της επικέντρωσης όλης του της προσοχής στη θάλασσα, πλεονεκτεί σε σχέση με άλλους λαούς που έχουν χερσαία σύνορα. Αυτό υπήρξε ένα τεράστιο πλεονέκτημα της Αγγλίας σε σχέση με τη Γαλλία και την Ολλανδία, ως θαλάσσιας Δύναμης. Η ισχύς της τελευταίας εξαντλήθηκε γρήγορα λόγω της ανάγκης να συντηρεί ένα μεγάλο στρατό ξηράς και να διεξάγει δαπανηρούς πολέμους προκειμένου να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της. Από την άλλη, οι πολιτικές της Γαλλίας άλλαζαν συνεχώς, μερικές φορές με σύνεση και άλλες τελείως επιπόλαια, από [στρατηγικούς] στόχους που είχαν επίκεντρο τη θάλασσα προς στόχους χερσαίας επέκτασης. Οι εν λόγω στρατιωτικές προσπάθειες δαπανούσαν τον πλούτο της, ενώ μια πιο συνετή και συνεπής εκμετάλλευση της γεωγραφικής της θέσης θα τον αύξανε.

Η γεωγραφική θέση [μιας χώρας] μπορεί να είναι τέτοια που από μόνη της να ευνοεί τη συγκέντρωση ή να επιβάλλει τη διασπορά των ναυτικών δυνάμεων. Εδώ, και πάλι οι Βρετανικές Νήσοι πλεονεκτούν έναντι της Γαλλίας. Η γεωγραφική θέση της τελευταίας που εφάπτεται τόσο της Μεσογείου όπως και του Ατλαντικού ωκεανού, αν και έχει κάποια πλεονεκτήματα, γενικά αποτελεί πηγή στρατιωτικής αδυναμίας στη θάλασσα. Η συνένωση του ανατολικού και του δυτικού στόλου της Γαλλίας μπορούσε να γίνει μόνο μέσω της διέλευσης από τα Στενά του Γιβραλτάρ. Αυτή η κίνηση συνεπαγόταν κινδύνους και μερικές φορές επέφερε απώλειες. Η γεωγραφική θέση των ΗΠΑ αναφορικά με τους δύο ωκεανούς θα συνιστούσε είτε πηγή μεγάλης αδυναμίας είτε αιτία μεγάλων δαπανών, στην περίπτωση που θα υπήρχε μεγάλης έκτασης θαλάσσιο εμπόριο και στις δύο τους ακτές.

Η Αγγλία, λόγω της τεράστιας αποικιακής της αυτοκρατορίας, θυσίασε μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος της δυνατότητας συγκέντρωσης των ναυτικών της δυνάμεων γύρω από τις ακτές της. Αυτή όμως η θυσία έγινε με σοφία, καθ’ ότι τα κέρδη ήταν μεγαλύτερα από τις απώλειες, όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος. Με τη μεγέθυνση του αποικιακού της συστήματος μεγεθύνθηκαν επίσης και οι πολεμικοί της στόλοι. Όμως, το εμπορικό της ναυτικό και ο συναφής πλούτος μεγεθύνθηκαν ακόμα γρηγορότερα. Παρ’ όλ’ αυτά κατά τους πολέμους της Αμερικανικής Επανάστασης, της Γαλλικής Επανάστασης και της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, για να χρησιμοποιήσω μια ισχυρή έκφραση ενός Γάλλου συγγραφέα, «Η Αγγλία, παρά την τεράστια ανάπτυξη του πολεμικού της ναυτικού, αισθανόταν όσο ποτέ άλλοτε, εν μέσω του πλούτου της, την αμηχανία της φτώχειας.» [ένιωθε ότι ακόμα και ο τεράστιος πολεμικός της στόλος δεν ήταν αρκετός] Η δύναμη της Αγγλίας ήταν αρκετή για να κρατήσει ζωντανή την καρδιά [την ίδια την Αγγλία] και τα μέλη της [τις αποικίες], ενώ η εξίσου εκτεταμένη αποικιακή αυτοκρατορία της Ισπανίας, λόγω ακριβώς της αδυναμίας της στη θάλασσα, είχε αφήσει εκτεθειμένα τόσα πολλά ευάλωτα σημεία προσβολής και τραυματισμού της.

Η γεωγραφική θέση μιας χώρας μπορεί όχι μόνο να διευκολύνει τη συγκέντρωση των [ναυτικών] δυνάμεών της, αλλά να της παρέχει και το πρόσθετο στρατηγικό πλεονέκτημα της κεντρικής θέσης και μιας καλής βάσης για την εκτόξευση επιθετικών επιχειρήσεων εναντίον των πιθανών εχθρών της. Αυτή είναι και πάλι η περίπτωση της Αγγλίας. Από τη μια πλευρά αντικρίζει την Ολλανδία και τις βόρειες Δυνάμεις και από την άλλη τη Γαλλία και τον Ατλαντικό. Όταν απειλούνταν από μια συμμαχία μεταξύ της Γαλλίας και των ναυτικών Δυνάμεων της Βόρειας και της Βαλτικής Θάλασσας, όπως έγινε μερικές φορές στο παρελθόν, οι στόλοι της στο Downs και στη Μάγχη, ακόμα και αυτός στα ανοιχτά της Brest, καταλάμβαναν ¨εσωτερικές¨ θέσεις και έτσι είχαν άμεση ετοιμότητα να παρεμβάλουν την ενωμένη τους ισχύ εναντίον όποιου από τους συμμάχους θα επιχειρούσε να διέλθει από τη Μάγχη με σκοπό να επιτύχει συνένωση των δυνάμεών του με τον άλλο. Επίσης, και από τις δυο πλευρές, η Φύση την προίκισε με καλύτερα λιμάνια και ασφαλέστερα προσβάσιμες ακτές [από τη Γαλλία]. Παλαιότερα, αυτό ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας κατά τη διέλευση από τη Μάγχη. Τελευταία, όμως, ο ατμός και οι βελτιώσεις των λιμανιών της έχουν μειώσει το μέγεθος του μειονεκτήματος που αντιμετώπιζε ως προς αυτό το σημείο η Γαλλία. Την εποχή των ιστιοφόρων, ο Αγγλικός στόλος που δρούσε εναντίον της Brest χρησιμοποιούσε ως βάση του το Torbay και το Plymouth. Το επιχειρησιακό του σχέδιο ήταν το εξής απλό: σε ανατολικό ή μέτριας εντάσεως καιρό ο στόλος αποκλεισμού [της Brest] διατηρούσε τη θέση του [στα ανοιχτά της Brest] χωρίς δυσκολία. Όμως, στις δυτικές θύελλες, όταν ήταν πολύ ισχυρές, αποσυρόταν στα Αγγλικά λιμάνια, γνωρίζοντας ότι ο Γαλλικός στόλος δεν θα μπορούσε να αποπλεύσει μέχρι που να άλλαζε η κατεύθυνση του ανέμου, πράγμα που θα εξυπηρετούσε εξίσου και τους ίδιους για να φέρουν πίσω το στόλο τους στη θέση αποκλεισμού [της Brest].

Το πλεονέκτημα της γεωγραφικής εγγύτητας προς τον εχθρό, ή προς το σκοπό της επίθεσης, πουθενά δεν είναι πιο προφανές απ’ ότι σε εκείνη τη μορφή πολέμου που τελευταία της δόθηκε το όνομα «καταστροφή-εμπορίου», και την οποία η Γάλλοι αποκαλούν guerre de course [κουρσάρικος πόλεμος]. Οι επιχειρήσεις του υπόψη πολέμου, επειδή έχουν ως στόχο ειρηνικά εμπορικά πλοία, τα οποία είναι συνήθως ανυπεράσπιστα και μη εξοπλισμένα, απαιτούν πλοία μικρών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Τέτοιου τύπου πλοία [καταδρομικά], έχοντας και τα ίδια μικρές δυνατότητες αυτοάμυνας, χρειάζονται κάποιο καταφύγιο ή ένα σημείο υποστήριξης κάπου κοντά, το οποίο μπορεί να είναι είτε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές που ελέγχονται από τα πολεμικά πλοία μάχης της χώρας τους, είτε κάποια φιλικά λιμάνια. Τα τελευταία παρέχουν την καλύτερη υποστήριξη επειδή βρίσκονται πάντα στην ίδια θέση και η πρόσβαση σ’ αυτά είναι πιο οικία στο καταδρομικό καταστροφής του εμπορίου παρά στο εχθρικό του πλοίο. Η εγγύτητα της Γαλλίας προς την Αγγλία διευκόλυνε, έτσι, σε πολύ μεγάλο βαθμό τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων καταστροφής-εμπορίου εναντίον της τελευταίας. Διαθέτοντας λιμάνια στη Βόρεια Θάλασσα, στη Μάγχη και στον Ατλαντικό, τα καταδρομικά της ξεκινούσαν από σημεία που βρίσκονταν κοντά στην εστία του Αγγλικού εμπορίου, τόσο του εισερχομένου όσο και του εξερχομένου. Η απόσταση μεταξύ των εν λόγω λιμανιών, που συνιστά μειονέκτημα για τις κανονικές στρατιωτικές [ναυτικές] επιχειρήσεις, αποτελεί πλεονέκτημα γι’ αυτές τις μη κανονικές δευτερεύουσες επιχειρήσεις. Κι αυτό γιατί η ουσία των μεν είναι η «συγκέντρωση της προσπάθειας», ενώ για την καταστροφή του εμπορίου, κανόνας είναι η «διασπορά της προσπάθειας». Δηλ. τα καταδρομικά καταστροφής του εμπορίου [πρέπει να] διασκορπίζονται ούτως ώστε να εντοπίσουν και να αρπάξουν περισσότερη λεία. Αυτές οι αλήθειες φωτίζονται από την ιστορία των μεγάλων Γάλλων κουρσάρων [privateers], των οποίων οι βάσεις και οι περιοχές που επιχειρούσαν βρίσκονταν κυρίως επί της Μάγχης και της Βόρειας Θάλασσας, ή βρίσκονταν σε μακρινές αποικίες, όπου νησιά όπως η Guadaloupe και η Martinique διέθεταν παρόμοια κοντινά καταφύγια. Σήμερα, η ανάγκη ανθράκευσης καθιστά το σύγχρονο καταδρομικό ακόμα πιο εξαρτώμενο από το λιμάνι απ’ ότι το ιστιοφόρο καταδρομικό. Η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ πιστεύει πολύ στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του εμπορίου του εχθρού. Θα πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν λιμάνια πολύ κοντά στα μεγάλα κέντρα θαλάσσιου εμπορίου του εξωτερικού. Η γεωγραφική τους θέση είναι επομένως εξαιρετικά μειονεκτική για την εκτέλεση επιτυχημένων επιχειρήσεων καταστροφής εμπορίου, εκτός και εάν εξασφαλίσουν σχετικές βάσεις στα λιμάνια κάποιου συμμάχου.

Εάν, επιπρόσθετα με τη διευκόλυνση των ναυτικών επιθετικών επιχειρήσεων [λόγω γεωγραφικής θέσεως], η Φύση προικίσει μια χώρα και με εύκολη πρόσβαση προς το ανοιχτό πέλαγος, ενώ την ίδια στιγμή ελέγχει έναν από τους μεγάλους θαλάσσιους δρόμους κυκλοφορίας της διεθνούς ναυτιλίας, τότε είναι προφανές ότι η στρατηγική αξία της γεωγραφικής της θέσης είναι εξαιρετικά μεγάλη. Και πάλι, αυτή είναι και σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό ήταν, η γεωγραφική θέση της Αγγλίας. Το θαλάσσιο εμπόριο της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Ρωσίας, της Δανίας, καθώς και αυτό που διακινούνταν στους μεγάλους ποταμούς στο εσωτερικό της Γερμανίας, έπρεπε να περάσει από τη Μάγχη, κοντά στην πόρτα της. Τα εμπορικά τους ιστιοφόρα ήταν αναγκασμένα να πλέουν κοντά στις ακτές της. Αυτό το ¨βόρειο¨ θαλάσσιο εμπόριο είχε μια επιπλέον ιδιαίτερη επίδραση επί της θαλάσσιας ισχύος. Κι αυτό γιατί η πηγή των λεγόμενων ¨ναυτικών υλικών¨ [αναλωσίμων της ναυτικής τέχνης], όπως ονομάζονται συνήθως, διατίθεντο κυρίως στις χώρες της Βαλτικής.

Εάν δεν είχε χάσει το Γιβραλτάρ, η γεωγραφική θέση της Ισπανίας θα ήταν πολύ ανάλογη με αυτή της Αγγλίας. Αντικρίζοντας ταυτόχρονα τον Ατλαντικό και τη Μεσόγειο, με το Cadiz από τη μια πλευρά και την Cartagena από την άλλη, το θαλάσσιο εμπόριο για την Εγγύς Ανατολή θα έπρεπε να περάσει μέσα από τα χέρια της, ενώ αυτό που όδευε γύρω από το Ακ. Της Καλής Ελπίδας, όχι μακριά από την πόρτα της. Όμως, η απώλεια του Γιβραλτάρ όχι μόνο της στέρησε τον έλεγχο των Στενών, αλλά επίσης της έθεσε και ένα εμπόδιο στην εύκολη συνένωση των δύο τμημάτων του στόλου της.

Σήμερα, αν εξετάσουμε μόνο τη γεωγραφική θέση της Ιταλίας και όχι τους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τη θαλάσσια ισχύ της, θα φαινόταν ότι λόγω των εκτεταμένων ακτών και των καλών της λιμανιών βρίσκεται σε πολύ ευνοϊκή θέση για να επηρεάσει καθοριστικά τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους προς την Εγγύς Ανατολή και προς τον Ισθμό του Σουέζ. Αυτό, σε κάποιο βαθμό, αληθεύει και θα ίσχυε ακόμα περισσότερο εάν η Ιταλία κατείχε όλα τα νησιά που γεωγραφικά και φυσιολογικά εντάσσονται [γεωγραφικά] σ’ αυτήν. Όμως, με τη Μάλτα να κατέχεται από την Αγγλία και την Κορσική από τη Γαλλία, τα πλεονεκτήματα της γεωγραφικής της θέσης εξουδετερώνονται σε μεγάλο βαθμό. Λόγω φυλετικής συγγένειας και θέσης αυτά τα δύο νησιά διεκδικούνται τόσο δικαιολογημένα και νόμιμα από την Ιταλία όσο και το Γιβραλτάρ από την Ισπανία. Εάν η Αδριατική ήταν μια μεγάλη λεωφόρος θαλάσσιου εμπορίου η θέση της Ιταλίας θα είχε ακόμα μεγαλύτερη επιρροή. Αυτές οι ατέλειες της γεωγραφικής της ολοκλήρωσης, συνδυασμένες και με άλλους παράγοντες επιζήμιους για μια πλήρη και εξασφαλισμένη ανάπτυξη της θαλάσσιας ισχύος της, καθιστούν αμφίβολο το κατά πόσο η Ιταλία θα μπορέσει κάποτε να αποκτήσει μια θέση μεταξύ των μεγάλων θαλάσσιων Δυνάμεων.

Καθώς εδώ ο σκοπός δεν είναι η εξαντλητική εξέταση του θέματος, αλλά μόνο η προσπάθεια να δείξουμε, παραστατικά, πόσο ζωτικά η θέση μιας χώρας μπορεί να επηρεάσει τις θαλάσσιες υποθέσεις της, αυτή την πλευρά του θέματος μπορούμε προς το παρόν να την παρακάμψουμε. Ακόμα περισσότερο, επειδή διάφορα γεγονότα που θα αναδείξουν περαιτέρω τη σημασία της, θα τα συναντούμε συνεχώς κατά την ιστορική ανασκόπηση. Εντούτοις, είναι σκόπιμο να κάνουμε δύο παρατηρήσεις.

Διάφορες καταστάσεις έκαναν ώστε η Μεσόγειος Θάλασσα να παίξει μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια ιστορία, τόσο από εμπορικής όσο και από στρατιωτικής πλευράς, από ό,τι οποιαδήποτε άλλη θαλάσσια έκταση ίδιου μεγέθους. Το ένα έθνος μετά το άλλο αγωνίστηκαν για να την ελέγξουν και αυτός ο αγώνας ακόμα συνεχίζεται. Επομένως, η μελέτη των συνθηκών στις οποίες βασίστηκε – και βασίζεται και σήμερα – η επικράτηση/κυριαρχία στα νερά της και της σχετικής στρατιωτικής αξίας διαφόρων σημείων επί των ακτών της, θα είναι περισσότερο διδακτική από την καταβολή της ίδιας προσπάθειας σε κάποιο άλλο πεδίο. Επιπλέον, σήμερα παρουσιάζει, από πολλές πλευρές, μια πολύ σημαντική αναλογία με την Καραϊβική Θάλασσα – μια αναλογία που θα είναι ακόμα πιο στενή εάν κάποτε ολοκληρωθεί η διάνοιξη μιας διώρυγας διά μέσου του Παναμά. Η μελέτη των στρατηγικών συνθηκών της Μεσογείου, η οποία [Μεσόγειος] έχει τύχει εκτεταμένης εξέτασης και προβολής, θα αποτελέσει ένα εξαιρετικό πρελούδιο για μια παρόμοια μελέτη της Καραϊβικής, η οποία έχει σχετικά μικρή ιστορία.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη γεωγραφική θέση των ΗΠΑ σε σχέση με μια διώρυγα στην Κεντρική Αμερική. Εάν κάποτε κατασκευαστεί μια τέτοια διώρυγα, η οποία θα εκπληρώνει τις [προφανώς εμπορικές] προσδοκίες των κατασκευαστών της, η Καραϊβική θα μετατραπεί από τερματικός σταθμός και περιοχή τοπικής ναυσιπλοΐας ή στην καλύτερη περίπτωση από διακεκομμένη και ατελή γραμμή ταξιδιών, όπως είναι τώρα, σε μία από τις μεγαλύτερες θαλάσσιες λεωφόρους του κόσμου. Επάνω σ’ αυτήν θα διακινείται ένα πολύ μεγάλο μέρος του [παγκόσμιου] εμπορίου, προσελκύοντας το ενδιαφέρον των άλλων μεγάλων εθνών, δηλ. των Ευρωπαϊκών, στις ακτές μας, σε ένα τέτοιο βαθμό που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν. Ένεκα τούτου δεν θα είναι πλέον τόσο εύκολο, όπως μέχρι τώρα, να παραμείνουμε αμέτοχοι των διεθνών εξελίξεων. Η γεωγραφική θέση των ΗΠΑ σε σχέση με αυτό το δρόμο θα μοιάζει με τη θέση της Αγγλίας ως προς τη Μάγχη και των κρατών της Μεσογείου ως προς το Σουέζ. Όσον αφορά την επιρροή επ’ αυτού [του δρόμου] και τη δυνατότητα ελέγχου του, που εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση, είναι βεβαίως καθαρό ότι το κέντρο της εθνικής ισχύος, δηλαδή η μόνιμη βάση [των ΗΠΑ], {1} είναι πολύ πιο κοντά σ’ αυτόν από τις αντίστοιχες των άλλων μεγάλων εθνών. Οι θέσεις που τώρα κατέχουν [στην περιοχή τα άλλα έθνη] ή που θα καταλάβουν επάνω σε νησιά ή στην [Αμερικανική] ήπειρο, οσονδήποτε ισχυρές κι αν είναι, θα αποτελούν μόνο προφυλακές της δύναμής τους, ενώ όσον αφορά το σύνολο των πρώτων υλών των απαραιτήτων για τη δημιουργία στρατιωτικής ισχύος, κανένα έθνος δεν υπερτερεί των ΗΠΑ. Εντούτοις, οι ΗΠΑ είναι καθ’ ομολογία αδύναμες όσον αφορά την ετοιμότητά τους για πόλεμο. Επίσης, η γεωγραφική τους εγγύτητα στο μήλο της έριδος [τη διώρυγα του Παναμά] χάνει κάποιο μέρος της αξίας της λόγω της διαμόρφωσης των ακτών του Κόλπου [της Καραϊβικής], οι οποίες δεν διαθέτουν λιμάνια που να συνδυάζουν ασφάλεια έναντι εχθρικών επιθέσεων με κατάλληλες εγκαταστάσεις επισκευής πολεμικών πλοίων πρώτης γραμμής, χωρίς τα οποία καμμιά χώρα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ελέγχει οποιαδήποτε θαλάσσια έκταση. Στην περίπτωση ενός αγώνα κυριαρχίας στην Καραϊβική φαίνεται προφανές από τα βάθη [της θάλασσας] της Νότιας Πρόσβασης του Μισισιπή, την εγγύτητα της Νέας Ορλεάνης και το πλεονέκτημα των πλωτών μεταφορών μέσω της Πεδιάδας του Μισισιπή, ότι η κύρια προσπάθεια της χώρας θα πρέπει να διοχετευτεί μέσω αυτής της πεδιάδας, όπου και θα πρέπει να εγκατασταθεί η μόνιμη βάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Εντούτοις, η άμυνα της εισόδου στον Μισισιπή παρουσιάζει ιδιόμορφες δυσκολίες, ενώ τα μοναδικά δύο εναλλακτικά λιμάνια, στο Key West και στην Pensacola, έχουν πολύ μικρά βάθη και η θέση τους δεν είναι τόσο πλεονεκτική όσον αφορά την μεταφορά [στην περιοχή] των απαιτούμενων πόρων [της χώρας, των αναγκαίων για τις πολεμικές επιχειρήσεις]. Προκειμένου να γίνει πλήρης εκμετάλλευση της υπέρτερης γεωγραφικής θέσης [των ΗΠΑ], αυτά τα μειονεκτήματα θα πρέπει να ξεπεραστούν. Επιπλέον, καθώς η απόστασή τους από τον Ισθμό [του Παναμά], παρ’ όλο που είναι σχετικά μικρότερη [από τις αντίστοιχες αποστάσεις των ανταγωνιστών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων], παραμένει σημαντική, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποκτήσουν στην Καραϊβική ναυτικούς σταθμούς κατάλληλους για εγκατάσταση εκτάκτων ή δευτερευουσών βάσεων επιχειρήσεων, οι οποίοι λόγω των φυσικών τους πλεονεκτημάτων, των αμυντικών τους δυνατοτήτων και της εγγύτητάς τους προς τον κεντρικό στρατηγικό σκοπό, θα επιτρέπει στους στόλους τους να παραμένουν πλησιέστερα προς το θέατρο των επιχειρήσεων από ότι ο οποιοσδήποτε αντίπαλος στόλος. Με καλά προστατευμένη την είσοδο και την έξοδο του Μισισιπή, έχοντας στην κατοχή τους τέτοιους οχυρωμένους σταθμούς και με εξασφαλισμένες τις επικοινωνίες μεταξύ των εν λόγω σταθμών και της κύριας βάσης των επιχειρήσεων, με λίγα λόγια, με κατάλληλη στρατιωτική προετοιμασία, για την οποία διαθέτουν όλα τα απαραίτητα μέσα, η επικράτηση των ΗΠΑ σ’ αυτή την περιοχή θα προκύψει με μαθηματική βεβαιότητα από τη γεωγραφική τους θέση και την ισχύ τους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

{1} Με τον όρο ¨μόνιμη βάση επιχειρήσεων¨ «εννοείται η χώρα [περιοχή] από την οποία προέρχονται όλοι οι πόροι [εφόδια, προμήθειες], όπου συναντώνται οι μεγάλες χερσαίες και θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών και όπου βρίσκονται εγκατεστημένες οι ένοπλες δυνάμεις και τα οχυρά τους.» [και από εκεί προωθούνται στις μάχιμες μονάδες, σταθμούς]

Η Επίδραση της Θάλασσιας Ισχύος στην Ιστορία. 1660-1783. Α. Τ. Mahan. ΚΕΦ. Ι. Εξέταση των στοιχείων της θαλάσσιας ισχύος [εισαγωγή]

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ

[εισαγωγή]

Η πρώτη και πιο προφανής εικόνα με την οποία μας παρουσιάζεται η θάλασσα από πολιτικής και κοινωνικής πλευράς, είναι αυτή μιας μεγάλης λεωφόρου. Ή καλύτερα, ίσως, μιας πλατιάς κοινόχρηστης έκτασης επάνω στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να διακινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά που επάνω της ορισμένα πολυχρησιμοποιημένα μονοπάτια δείχνουν ότι για κάποιους λόγους διαλέγουν συγκεκριμένες πορείες/γραμμές για τα ταξίδια τους αντί για άλλες. Αυτές οι γραμμές ταξιδιών ονομάζονται γραμμές εμπορίου και οι λόγοι που τις καθιέρωσαν πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορία του κόσμου.

Παρά τους γνωστούς και τους άγνωστους κινδύνους που ελλοχεύουν στη θάλασσα, τόσο τα ταξίδια όσο και η κυκλοφορία στο νερό ήταν πάντα ευκολότερη και πιο φτηνή απ’ ότι στη στεριά. Το εμπορικό μεγαλείο της Ολλανδίας δεν οφειλόταν μόνο στη θαλάσσια ναυτιλία της, αλλά επίσης και στα πολυάριθμα ήρεμα πλωτά ποτάμια που τη διέσχιζαν, τα οποία της παρείχαν φτηνή και εύκολη πρόσβαση τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εσωτερικό της Γερμανίας. Το πλεονέκτημα των πλωτών μεταφορών έναντι των χερσαίων ήταν ακόμα πιο μεγάλο σε μια περίοδο που οι δρόμοι ήταν λιγοστοί και πολύ κακής ποιότητας, οι πόλεμοι συχνοί και η κοινωνία σε αναβρασμό. Όπως δηλαδή ήταν η περίπτωση πριν 200 χρόνια. Τότε, η θαλάσσια κυκλοφορία γινόταν κάτω από τον κίνδυνο των ληστών, αλλά παρ’ όλ’ αυτά ήταν ασφαλέστερη και γρηγορότερη από τη χερσαία. Ένας Ολλανδός συγγραφέας εκείνης της εποχής, εκτιμώντας τις πιθανότητες που θα είχε η χώρα του σε έναν πόλεμο με την Αγγλία, παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι οι εσωτερικοί πλωτοί δρόμοι της Αγγλίας δεν διεισδύουν ικανοποιητικά σε όλη τη χώρα. Επομένως, δεδομένου ότι το οδικό της δίκτυο ήταν σε κακή κατάσταση, τα εμπορεύματα από το ένα μέρος του βασιλείου προς το άλλο θα έπρεπε να μεταφερθούν διά θαλάσσης και να εκτεθούν στο κίνδυνο να συλληφθούν από τον εχθρό κατά τη διαδρομή. Όσον αφορά αποκλειστικά το εσωτερικό εμπόριο, αυτός ο κίνδυνος γενικά έχει εξαλειφθεί τη σημερινή εποχή. Σήμερα, στις πιο πολιτισμένες χώρες, η καταστροφή ή η έκλειψη του παράκτιου εμπορίου θα συνιστούσε μόνο κάποια δυσκολία [και όχι πολύ μεγάλο πρόβλημα], παρ’ όλο που οι πλωτές μεταφορές είναι ακόμα οι φθηνότερες. Εντούτοις, μέχρι και τους πολέμους της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Πρώτης Αυτοκρατορίας, όσοι είναι εξοικειωμένοι με την ιστορία εκείνης της περιόδου και την ελαφρά ναυτική λογοτεχνία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτήν, γνωρίζουν πόσο συχνά γίνεται αναφορά για νηοπομπές που διέφευγαν και έπλεαν από λιμάνι σε λιμάνι κατά μήκος των Γαλλικών ακτών, παρ’ όλο που η θάλασσα ήταν γεμάτη με Αγγλικά καταδρομικά και παρ’ όλο που στο εσωτερικό της [Γαλλίας] υπήρχε καλό οδικό δίκτυο.

Όμως, σήμερα, το εσωτερικό εμπόριο αποτελεί τμήμα μόνο των εμπορικών δραστηριοτήτων μιας χώρας με θαλάσσια σύνορα. Εισαγόμενα αναγκαία αγαθά και πολυτελή προϊόντα θα πρέπει να μεταφερθούν στα λιμάνια της, είτε με δικά της πλοία είτε με ξένα, τα οποία θα αποπλεύσουν με τα ανταλλάξιμα προϊόντα, είτε αυτά είναι σε γεννήματα της γης, είτε είναι προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας. Και βεβαίως η επιθυμία κάθε κράτους είναι όπως οι υπόψη ναυτιλιακές εμπορικές δραστηριότητες γίνονται με δικά του πλοία. Τα πλοία που πάνε κι έρχονται μ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να έχουν ασφαλή λιμάνια στα οποία να καταπλέουν και πρέπει, επίσης, όσο αυτό είναι δυνατόν, να έχουν την προστασία του κράτους στο οποίο ανήκουν καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους.

Κατά τη διάρκεια πολέμου η εν λόγω προστασία πρέπει να επεκτείνεται και σε ¨εξοπλισμένα¨ πλοία. Επομένως, η αναγκαιότητα του πολεμικού ναυτικού, με την περιορισμένη έννοια της λέξης, εκπηγάζει από την ύπαρξη της φιλειρηνικής ναυτιλίας και εκλείπει μαζί της, εκτός της περίπτωσης ενός κράτους που έχει επιθετικές προθέσεις και το οποίο διατηρεί ένα πολεμικό ναυτικό απλά σαν ένα κλάδο των ενόπλων του δυνάμεων. Καθώς οι ΗΠΑ προς το παρόν δεν έχουν επιθετικές προθέσεις και καθώς το εμπορικό τους ναυτικό έχει εκλείψει, η φθίνουσα πορεία του πολεμικού τους ναυτικού και η γενική έλλειψη ενδιαφέροντος γι’ αυτό είναι αυστηρώς λογικά επακόλουθα. Όταν για οποιονδήποτε λόγο το θαλάσσιο εμπόριο γίνει και πάλι επικερδές, τότε θα επανεμφανιστεί μεγάλο ενδιαφέρον για την εμπορική ναυτιλία, αρκετό για να προωθήσει την αναζωογόνηση του πολεμικού στόλου. Είναι δε πιθανόν, όταν καταστεί σχεδόν βεβαία η διάνοιξη διώρυγας διά μέσου του Ισθμού της Κεντρικής Αμερικής, το τράνταγμα της επιθετικών βλέψεων που θα δημιουργηθούν να είναι τόσο ισχυρό που να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα [τη δημιουργία πολεμικού στόλου]. Βεβαίως, κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο, γιατί ένα ειρηνικό και φιλοκερδές έθνος δεν μπορεί να δει μακριά στο μέλλον και να προβλέψει, και η προβλεπτικότητα είναι αναγκαία για επαρκή στρατιωτική προετοιμασία, ιδιαίτερα αυτή την εποχή.

Καθώς ένα έθνος ξανοίγεται από τις ακτές του μέσω της εμπορικής του ναυτιλίας και του πολεμικού του ναυτικού, γρήγορα του δημιουργείται η ανάγκη εξεύρεσης σημείων στα οποία τα πλοία του να μπορούν βασιστούν για να εκτελέσουν ειρηνικές εμπορικές συναλλαγές, να καταφύγουν σε περίπτωση κακοκαιρίας και να ανεφοδιαστούν. Σήμερα, τέτοια φιλικά, αν και σε ξένες χώρες, λιμάνια μπορούν να βρεθούν σ’ όλο τον κόσμο, και η προστασία που προσφέρουν είναι ικανοποιητική ενόσω επικρατεί ειρήνη. Αλλά δεν ήταν πάντοτε έτσι, ούτε επικρατούσε πάντοτε ειρήνη, παρ’ όλο που οι ΗΠΑ ευτύχησαν να την απολαμβάνουν για μια τόσο παρατεταμένη περίοδο. Σε προηγούμενες εποχές, ο έμπορος της θάλασσας που έψαχνε να εμπορευτεί σε νέες ανεξερεύνητες περιοχές, εξασφάλιζε τα κέρδη του διακινδυνεύοντας τη ζωή και την ελευθερία του σε καχύποπτα, απέναντί του, ή και εχθρικά έθνη και καθυστερούσε υπερβολικά μέχρις ότου να συγκεντρώσει ένα πλήρη φόρτο επικερδούς εμπορεύματος. Έτσι, ενστικτωδώς, έψαχνε να βρει στο πιο μακρινό σημείο του εμπορικού του δρόμου έναν ή περισσότερους σταθμούς, που θα του παραχωρούνταν χαριστικά ή θα εξασφαλίζονταν με τη βία, όπου θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ικανοποιητική ασφάλεια ο ίδιος ή οι πράκτορες του, όπου τα πλοία του θα μπορούσαν να ελλιμενιστούν με ασφάλεια, και όπου τα εμπορικά προϊόντα της χώρας θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται απρόσκοπτα, αναμένοντας την άφιξη του πάτριου στόλου, ο οποίος θα τα μετέφερε πίσω στην πατρίδα. Καθώς υπήρχαν τεράστια κέρδη όπως και πολλοί κίνδυνοι σε εκείνα τα πρώτα ταξίδια, τέτοιου είδους εγκαταστάσεις φυσιολογικά πολλαπλασιάστηκαν και μεγεθύνθηκαν μέχρι που έγιναν αποικίες, των οποίων η περαιτέρω ανάπτυξη και επιτυχία εξαρτιόταν από την εξυπνάδα και τις πολιτικές του έθνους από το οποίο προέρχονταν. Οι υπόψη αποικίες συνιστούν ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας και ιδιαίτερα της θαλάσσιας ιστορίας του κόσμου. Δεν είχαν όλες οι αποικίες αυτή την απλή και φυσική γέννηση και ανάπτυξη που περιγράψαμε πιο πάνω. Η σύλληψη της δημιουργίας και η δημιουργία πολλών εξ αυτών ήταν πιο τυπική και οφειλόταν σε καθαρά πολιτικούς λόγους. Ήταν, δηλαδή, αποτέλεσμα των ενεργειών των κυβερνητών του λαού παρά ιδιωτών [εμπόρων που ενεργούσαν για το προσωπικό τους κέρδος]. Όμως, ο εμπορικός σταθμός και η ακόλουθη επέκτασή του που δημιουργήθηκε από τον ιδιώτη-τυχοδιώχτη που κυνηγούσε το κέρδος, ήταν ίδιος, όσον αφορά τους λόγους της δημιουργίας και την ουσία του, όπως ακριβώς και η προσεκτικά οργανωμένη αποικία που δημιουργήθηκε από το κράτος. Και στις δύο περιπτώσεις η μητέρα πατρίδα αποκτούσε ένα τμήμα της επικράτειας μιας ξένης χώρας, στο οποίο επιδίωκε να εγκαταστήσει μια πύλη εξαγωγής των όσων είχε να πωλήσει, μια νέα σφαίρα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων για τη ναυτιλία της, περισσότερες ευκαιρίες εργοδότησης για το λαό της και περισσότερη ευημερία και πλούτο για την ίδια.

Οι ανάγκες, εντούτοις, του εμπορίου δεν ικανοποιούνταν όλες όταν εξασφαλιζόταν η ασφάλειά του μόνο στο πιο μακρινό σημείο του εμπορικού του δρόμου. Τα ταξίδια ήταν μακρινά και επικίνδυνα και οι θάλασσες περιβάλλονταν από εχθρούς. Κατά την πιο δραστήρια εποχή του αποικισμού στη θάλασσα επικρατούσε ανομία, η ανάμνηση της οποίας σήμερα έχει σχεδόν χαθεί, οι δε ημέρες της κατασταλαγμένης ειρήνης μεταξύ των θαλάσσιων εθνών ήταν περιορισμένες και σε μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους. Έτσι δημιουργήθηκε η απαίτηση να εξευρεθούν σταθμοί κατά μήκος των εμπορικών δρόμων, όπως το Ακρ. της Καλής Ελπίδος, η Αγ. Ελένη και ο Μαυρίκιος, κύριος σκοπός των οποίων δεν ήταν το εμπόριο αλλά η άμυνα και ο πόλεμος. Δημιουργήθηκε επίσης απαίτηση για την κατοχή θέσεων όπως το Γιβραλτάρ, η Μάλτα και το Louisburg, στην είσοδο του Κόλπου του St. Lawrence, – θέσεις των οποίων η αξία ήταν κυρίως στρατηγική, αν και όχι αποκλειστικά. Ο χαρακτήρας των αποικιών και των αποικιακών θέσεων μερικές φορές ήταν εμπορικός και κάποιες άλλες στρατιωτικός. Ήταν εξαιρετική περίπτωση μια τέτοια θέση να έχει την ίδια σπουδαιότητα και από τις δυο επόψεις, όπως π.χ. η Νέα Υόρκη.

Σ’ αυτά τα τρία στοιχεία – την παραγωγή, μαζί με την ανάγκη ανταλλαγής των προϊόντων, τη ναυτιλία, με την οποία γινόταν η ανταλλαγή και τις αποικίες, οι οποίες διευκόλυναν και μεγέθυναν τις ναυτιλιακές εμπορικές δραστηριότητες και παράλληλα τις προστάτευαν μέσω της αύξησης του αριθμού των ασφαλών λιμανιών – βρίσκεται το κλειδί μεγάλου μέρους της ιστορίας και των πολιτικών που εφάρμοσαν τα έθνη που έχουν θαλάσσια σύνορα. Οι πολιτικές μεταβάλλονταν ανάλογα με το πνεύμα της εποχής, το χαρακτήρα και την καθαρή σκέψη του κυβερνήτη. Όμως, η ιστορία των εθνών που διαθέτουν θαλάσσια σύνορα καθορίστηκε σε μικρότερο βαθμό από την εξυπνάδα και την προβλεπτικότητα των κυβερνήσεών τους παρά από συνθήκες όπως, η θέση, η έκταση, η διαμόρφωση, το μέγεθος και ο χαρακτήρας του πληθυσμού τους. Δηλαδή, από όσα ονομάζουμε με μια φράση «φυσικές συνθήκες». Θα πρέπει εντούτοις να παραδεχθούμε, και αυτό θα αποδειχθεί στη συνέχεια, ότι οι σοφές ή οι απερίσκεπτες ενέργειες κάποιων ανδρών είχαν σε συγκεκριμένες περιόδους τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη της θαλάσσιας ισχύος υπό την ευρεία της έννοια. Και αυτή η ευρεία έννοια δεν περιλαμβάνει μόνο τη στρατιωτική ισχύ στη θάλασσα [δηλ. τον πολεμικό στόλο], με την οποία επιβάλλεται με τη βία των όπλων η κυριαρχία στη θάλασσα ή σε κάποιο μέρος της, αλλά επίσης και το ειρηνικό εμπόριο και τη ναυτιλία, από τα οποία ο πολεμικός στόλος οφείλει αποκλειστικά και φυσιολογικά τη δημιουργία του και στον οποίο στηρίζεται η ασφάλειά τους.

Οι κύριες συνθήκες που επηρεάζουν τη θαλάσσια ισχύ των εθνών μπορούν να απαριθμηθούν ως εξής:

Ι. Η Γεωγραφική Θέση.

ΙΙ. Η Φυσική Διαμόρφωση, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγής φυσικών προϊόντων και του κλίματος.

ΙΙΙ. Η Έκταση του Εδάφους.

IV. Το Μέγεθος του Πληθυσμού.

V. Ο Χαρακτήρας του Λαού.

VI. Ο Χαρακτήρας της Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των θεσμών του κράτους.