Artificial IntelligenceWorld Order

Globalization in the Age of the Fourth Industrial Revolution

The world today needs a new framework for global cooperation in order to preserve peace and accelerate progress. After the cataclysm of World War II, leaders designed a set of institutional structures to enable the postwar world to trade, collaborate, and avoid war—first in the West and eventually around much of the globe. Faced with a changing world, today’s leaders must
— Read on www.foreignaffairs.com/articles/world/2019-01-16/globalization-40

https://www.foreignaffairs.com/share/MTIwMzg=

Advertisements
A. T. MahanNaval Strategy Operations Tactics

MAHAN – Μέρος Στ’, από το Κεφ. ΙΙ «Η Επίδρ. της Θαλ. Ισχ. στην Ιστ. 1660-1783»: [Ο Σχηματισμός Μάχης των Ιστιοφόρων]

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 1660 – 1783

Α. T. MAHAN

ΚEΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΟ 1660

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΓΓΛΟ-ΟΛΛΑΝΔΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, 1665-1667

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΟΥ LOWESTOFT ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Μέρος Στ’ [Ο Σχηματισμός Μάχης των Ιστιοφόρων]

Συνέχεια των μερών Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ του ίδιου κεφαλαίου.

 [Ο Σχηματισμός Μάχης των Ιστιοφόρων]

Στην προηγούμενη περιγραφή ο συγγραφέας [ο Γάλλος αξιωματικός] έχει κατά νου ένα βασικό χαρακτηριστικό [το σχηματισμό μάχης του στόλου στον οποίο είχαν θέση και τα πυρπολικά], το οποίο ενώ βοηθά στη δράση του πυρπολικού, ταυτόχρονα καθιστά τον πόλεμο του 1665, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για την ιστορία των ναυτικών τακτικών. Σ’ αυτό τον πόλεμο συναντούμε για πρώτη φορά τη γραμμή μάχης εγγυτάτης πορείας που χωρίς αμφισβήτηση υιοθετήθηκε ως ο σχηματισμός μάχης των στόλων. Αμέσως γίνεται αντιληπτό πως όταν οι στόλοι αυτοί συγκροτούνταν από μεγάλο αριθμό πλοίων, κάτι που ήταν συνηθισμένο – π.χ. 80 μέχρι και 100 πλοία – οι εν λόγω γραμμές σχηματίζονταν με πολλές ατέλειες, τόσο αναφορικά με τη στοίχιση όσο και αναφορικά με τις αποστάσεις μεταξύ των πλοίων. Παρ’ όλα αυτά ο βασικός σκοπός του σχηματισμού της γραμμής ήταν προφανής, ανεξαρτήτως των όποιων ατελειών στην εφαρμογή της. Τα εύσημα γι’ αυτή την καινοτομία αποδίδονται γενικά στο Δούκα της Υόρκης, το μετέπειτα βασιλιά James II. Όμως, το ποιος έχει την πατρότητα της υπόψη καινοτομίας, λίγο ενδιαφέρει τους σημερινούς αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού σε σύγκριση με ένα άλλο πολύ πιο σημαντικό και διδακτικό γεγονός: το ότι από τότε που εμφανίστηκαν τα πρώτα μεγάλα ιστιοφόρα που διέθεταν μεγάλο αριθμό κανονιών σε κάθε πλευρά, πέρασε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι που να υιοθετηθεί συστηματικά εκείνος ο σχηματισμός ο οποίος ήταν ο καταλληλότερος τόσο για την εκμετάλλευση της πλήρους ισχύος πυρός του στόλου όσο και για την αμοιβαία υποστήριξη των πλοίων. Όσον μας αφορά, έχοντας σήμερα υπόψη μας όλα τα στοιχεία του προβλήματος καθώς και τα πρόδηλα αποτελέσματα αυτής της καινοτομίας, η λύση του προβλήματος μας φαίνεται απλούστατη και σχεδόν αυταπόδεικτη. Γιατί λοιπόν χρειάστηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να καταλήξουν σ’ αυτή τη λύση οι ικανότατοι αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού εκείνης της εποχής; Ο λόγος – και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δίδαγμα για τους σημερινούς αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού – ήταν αναμφισβήτητα ο ίδιος λόγω του οποίου ακόμα και σήμερα το ζήτημα του σχηματισμού μάχης του στόλου παραμένει υπό συζήτηση. Ό,τι δηλαδή, η πιθανότητα/ανάγκη του πολέμου δεν τους ανάγκασε να αποφασίσουν [ποιος είναι ο καταλληλότερος σχηματισμός] μέχρι που τελικά οι Ολλανδοί αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν στη θάλασσα την ισοδύναμη ναυτική ισχύ των Άγγλων. Η αλληλουχία των ιδεών που προέκυψαν από την υιοθέτηση της γραμμής μάχης είναι ξεκάθαρη και λογική. Και παρ’ όλο που είναι αρκετά οικεία στους ναυτικούς, θα την αναφέρουμε παρακάτω με τα λόγια του συγγραφέα που προαναφέραμε, γιατί εμπεριέχουν μια διαύγεια και ακρίβεια που χαρακτηρίζει τους Γάλλους: –

«Με την αύξηση της ισχύος πυρός των πολεμικών πλοίων και την τελειοποίηση της αξιοπλοΐας και της μαχητικής τους ικανότητας, αναπτύχθηκε ταυτόχρονα και η τέχνη της χρησιμοποίησης τους. … Καθώς οι εξελίξεις του ναυτικού [των πολεμικών πλοίων] απαιτούσαν όλο και μεγαλύτερη επιδεξιότητα, η σημασία τους αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Οι υπόψη εξελίξεις απαιτούσαν την ύπαρξη κάποιας σταθερής βάσης, δηλαδή κάποιου σημείου από το οποίο να ξεκινούν και στο οποίο να επιστρέφουν. Ένας στόλος πολεμικών πλοίων πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Επομένως, λογικά, το σημείο εκκίνησης όλων των ναυτικών εξελίξεων πρέπει να είναι ο σχηματισμός μάχης. Τώρα, μετά την εξαφάνιση των γαλέρων, σχεδόν όλα το κανόνια βρίσκονται στις πλευρές των πολεμικών πλοίων. Επομένως αναγκαστικά θα πρέπει η πλευρά του πλοίου να είναι στραμμένη προς τον εχθρό. Από την άλλη, είναι απαραίτητο η οπτική γραμμή προς το εχθρικό πλοίο να μη διακόπτεται με την παρεμβολή κάποιου φίλιου πλοίου. Μόνο ένας σχηματισμός επιτρέπει στα πλοία του ίδιου στόλου να ικανοποιήσουν πλήρως αυτές τις απαιτήσεις. Ο σχηματισμός αυτός είναι η γραμμή στήλης [γραμμή στοίχου]. Επομένως, αυτή η γραμμή επιβάλλεται ως η μόνη διάταξη [σχηματισμός] για μάχη και συνεπώς ως η βάση όλων των τακτικών του στόλου. Προκειμένου αυτή η διάταξη μάχης, δηλαδή αυτή η λεπτή μακριά γραμμή κανονιών, να μη σπάσει ή να διακοπεί σε κάποιο σημείο που είναι πιο αδύνατο από τα υπόλοιπα, την ίδια στιγμή διαφάνηκε η ανάγκη να τη συγκροτούν πλοία αν όχι της ίδιας ισχύος, τουλάχιστον της ίδιας πλευρικής θωράκισης. Από τη στιγμή που η γραμμή στήλης υιοθετήθηκε ως ο σχηματισμός μάχης, η λογική συνέπεια ήταν να καθιερωθεί η διάκριση μεταξύ των πλοίων της «γραμμής μάχης» τα οποία είχαν θέση μέσα στη γραμμή μάχης και των ελαφρύτερων πλοίων που εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς.»

Εάν στα παραπάνω προσθέσουμε και τους προβληματισμούς οι οποίοι οδήγησαν στο να καταστεί η γραμμή μάχης γραμμή εγγυτάτης πορείας, τότε έχουμε την πλήρη απάντηση στο πρόβλημα. Όμως, η λογική σειρά των συλλογισμών ήταν ξεκάθαρη πριν από 250 χρόνια όπως είναι και σήμερα. Επομένως, γιατί άργησε τόσο πολύ να επιλυθεί το πρόβλημα; Αναμφισβήτητα, σε κάποιο βαθμό αυτό οφειλόταν στο ότι οι παλιές παραδόσεις – εκείνη την εποχή οι παραδόσεις που σχετίζονταν με τις ναυμαχίες μεταξύ γαλέρων – συνέχιζαν να επηρεάζουν και να συγχύζουν τη σκέψη και τη λογική. Κι αυτό γιατί βασικά οι άνθρωποι είναι πολύ νωχελείς για να ψάξουν και να βρουν τη βασική αλήθεια μιας σύγχρονής τους κατάστασης και να αναπτύξουν εξ αρχής μια θεωρία δράσης που θα χτιστεί πάνω σ’ αυτήν. Σαν μια σπάνια περίπτωση σαφούς αναγνώρισης μιας τέτοιας θεμελιώδους αλλαγής των συνθηκών και πρόβλεψης των συνεπειών τους, παρατίθεται πιο κάτω η πολύ διδακτική σχετική αναφορά του ναυάρχου Labrousse του Γαλλικού πολεμικού ναυτικού, που την έγραψε το 1840. «Λόγω του ατμού», έγραψε, «τα πλοία θα μπορούν να κινηθούν προς κάθε κατεύθυνση με τέτοια ταχύτητα που οι μεταξύ τους συγκρούσεις μπορεί ή μάλλον, όπως συνέβη και στο παρελθόν [εννοεί τις τριήρεις, στις οποίες το κύριο όπλο ήταν το έμβολο στην πλώρη], θα πάρουν τη θέση των οβιδοβόλων και θα καταργήσουν τους υπολογισμούς που απαιτούν οι επιδέξιοι ελιγμοί. Το έμβολο θα ευνοεί την ταχύτητα, χωρίς να μειώνει την αξιοπλοΐα του πλοίου. Μόλις κάποια Δύναμη [ένα κράτος] υιοθετήσει αυτό το τρομερό όπλο, τότε όλες οι άλλες θα υποχρεωθούν να το υιοθετήσουν επίσης, ώστε να μην βρεθούν σε προφανή μειονεκτικότητα. Έτσι οι ναυμαχίες θα πάρουν τη μορφή «έμβολο εναντίον εμβόλου.» Παρόλο που [ο συγγραφέας] αποφεύγει τη χωρίς όρους εμμονή στην υιοθέτηση του εμβόλου ως του αποφασιστικού ναυτικού όπλου εκείνης της εποχής, το οποίο υιοθέτησε το Γαλλικό πολεμικό ναυτικό, το παραπάνω συνοπτικό επιχείρημα μπορεί κάλλιστα να ληφθεί ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει στο μέλλον να επιλύεται το πρόβλημα του σχηματισμού μάχης. Και πάλι ένας Γάλλος συγγραφέας έγραψε τις εξής παρατηρήσεις επί της αναφοράς του Lambrousse: –

«25 χρόνια αποδείχθηκαν λίγα για τους πατέρες μας, αν τα μετρήσουμε από το 1638 που ναυπηγήθηκε το “Couronne [το πρώτο μεγάλο πολεμικό πλοίο που ναυπηγήθηκε από τους Γάλλους, σε εφαρμογή των σχεδίων του Ρισελιέ], μέχρι το 1665, για να περάσουν από τον τακτικό σχηματισμό της γραμμής ζυγού [το ένα πλοίο δίπλα στο άλλο], που ήταν ο σχηματισμός μάχης των γαλέρων, στη γραμμή στοίχου/στήλης [το ένα πλοίο πίσω από το άλλο]. Εμείς οι ίδιοι χρειαστήκαμε 29 χρόνια από το 1830, που μπήκε στο στόλο μας το πρώτο ατμόπλοιο, μέχρι το 1859, που η εφαρμογή της αρχής του εμβολισμού υιοθετήθηκε με τη ναυπήγηση του “Solferino” και του “Magenta[τα πρώτα Γαλλικά θωρακισμένα πολεμικά σκάφη που έφεραν έμβολο στην πλώρη] γεγονός που έφερε επανάσταση στα μέχρι τότε δεδομένα. Είναι πέρα για πέρα αλήθεια το ότι η αλήθεια πάντα αργεί να έλθει στο φως. … Αυτή η αλλαγή καθυστέρησε τόσο πολύ, όχι μόνο γιατί τα νέα υλικά [εννοεί τα πλοία] χρειαζόντουσαν χρόνο για να κατασκευαστούν και να εξοπλιστούν, αλλά πάνω απ’ όλα, και είναι λυπηρό να το λέμε, γιατί οι αναπόφευκτες συνέπειες αυτής της νέας μορφής πρόωσης δεν πέρασαν από το μυαλό των περισσοτέρων.»[1]                     

[1] Cougeard: Marine de Guerre.

A. T. MahanNaval Strategy Operations Tactics

MAHAN – Μέρος Ε’, από το Κεφ. ΙΙ «Η Επίδρ. της Θαλ. Ισχ. Στην Ιστ. 1660-1783»: [Ο Δεύτερος Αγγλο-Ολλανδικός Πόλεμος του 1665 – Η Ναυμαχία του Lowestoft, 1665 – Σύγκριση πυρπολικών με τορπιλοβόλα – Η συγκρότηση ναυτικών μοιρών]

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 1660 – 1783

Α. T. MAHAN

ΚEΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΟ 1660

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΓΓΛΟ-ΟΛΛΑΝΔΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, 1665-1667

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΟΥ LOWESTOFT ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Μέρος Ε’ [Ο Δεύτερος Αγγλο-Ολλανδικός Πόλεμος του 1665 – Η Ναυμαχία του Lowestoft, 1665 – Σύγκριση πυρπολικών με τορπιλοβόλα – Η συγκρότηση των ναυτικών μοιρών]

Συνέχεια από δημοσιεύσεις Α’, Β’, Γ’, Δ’.

[Ο Δεύτερος Αγγλο-Ολλανδικός Πόλεμος του 1665]                  

Εν τω μεταξύ τα δύο θαλασσινά Κράτη, η Αγγλία και η Ολλανδία, παρόλο που παρακολουθούσαν με καχυποψία τις εξελίξεις στη Γαλλία, είχαν και τα ίδια μεταξύ του μεγαλύτερες και αυξανόμενες αιτίες συγκρούσεων, οι οποίες ενισχυμένες από τον Κάρολο ΙΙ τα οδήγησαν σε πόλεμο. Η πραγματική αιτία του πολέμου ήταν αδιαμφισβήτητα ο ανταγωνισμός για το εμπόριο, και η αρχική σύγκρουση μεταξύ των εμπορικών εταιρειών των δύο εθνών επεκτάθηκε αμέσως. Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις δυτικές ακτές της Αφρικής. Το 1664 μια Αγγλική μοίρα μετά που κατέλαβε αρκετούς Ολλανδικούς ναυτικούς σταθμούς στη Δυτική Αφρική, κατέπλευσε στο Νέο Άμστερνταμ (τη σημερινή Νέα Υόρκη) και το κατέλαβε. Αυτές οι επιχειρήσεις έγιναν πριν την επίσημη κήρυξη πολέμου, το Φεβρουάριο του 1665. Αδιαμφισβήτητα, αυτός ο πόλεμος ήταν δημοφιλής στην Αγγλία. Το κοινό αίσθημα το εξέφρασε με ακρίβεια ο Μονκ, ο οποίος φέρεται να είπε, «Τι σημασία έχει αν η αφορμή ήταν αυτή ή κάποια άλλη; Αυτό που διεκδικούμε είναι ένα μεγάλο μέρος του εμπορίου που τώρα ανήκει στους Ολλανδούς.» Επίσης, πολύ λίγο αμφισβητείται πως παρά τις προθέσεις των εμπορικών εταιρειών [που επιζητούσαν τον πόλεμο], η κυβέρνηση των Ηνωμένων Επαρχιών με ευχαρίστηση θα απέφευγε τον πόλεμο. Ο ικανότατος άνδρας που βρισκόταν επικεφαλής [των Ηνωμένων Επαρχιών] είδε ξεκάθαρα την ευαίσθητη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ολλανδία, μεταξύ της Αγγλίας και της Γαλλίας. Εντούτοις, οι Ολλανδοί επιζήτησαν την υποστήριξη της τελευταίας [της Γαλλίας] σε εφαρμογή μιας αμυντικής συμφωνίας που είχε συνομολογηθεί το 1662. Ο Λουδοβίκος αποδέχθηκε απρόθυμα την έκκληση της Ολλανδίας, αλλά το τότε νεότευκτο ακόμα πολεμικό ναυτικό της Γαλλίας δεν μπόρεσε να της προσφέρει καμμιά πρακτική βοήθεια.

Ο πόλεμος μεταξύ των δύο θαλασσινών Κρατών ήταν ολοκληρωτικά θαλάσσιος και διέθετε τα γενικά χαρακτηριστικά όλων των υπόψη πολέμων. Έγιναν τρεις μεγάλες ναυμαχίες – Η πρώτη, στα ανοιχτά τουLowestoft [το ανατολικότερο σημείο της Αγγλίας στη Β. Θάλασσα, απέναντι από Άμστερνταμ], στις ακτές του Νόρφολκ, στις 13 Ιουνίου 1665. Η δεύτερη, η γνωστή ως η Ναυμαχία των 4 Ημερών, στο Στενό του Ντόβερ, το οποίο συχνά οι Γάλλοι συγγραφείς αποκαλούν Pas de Calais, διήρκησε από τις 11 μέχρι τις 14 Ιουνίου 1666. Η Τρίτη, στα ανοιχτά του North Foreland [ακρωτήριο βορείως του Ντόβερ και απέναντι από τη Δουνκέρκη], στις 4 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Στην πρώτη και την τελευταία από τις εν λόγω ναυμαχίες οι Άγγλοι είχαν αποφασιστική επιτυχία, ενώ στη δεύτερη το πλεονέκτημα το είχαν οι Ολλανδοί. Μόνον αυτή θα περιγράψουμε με λεπτομέρεια γιατί είναι η μόνη για την οποία υπάρχουν τόσο πολλά στοιχεία που επιτρέπουν μια ξεκάθαρη και ακριβή τακτική ανάλυση. Σ’ αυτές τις τρεις ναυμαχίες υπάρχουν ενδιαφέροντα σημεία που γενικά μπορούν να εφαρμοστούν και σήμερα, περισσότερο από ότι οι λεπτομέρειες κάποιων ξεπερασμένων τακτικών κινήσεων.

[Η Ναυμαχία του Lowestoft, 1665]                  

Στην πρώτη ναυμαχία στα ανοιχτά του Lowestoft, φαίνεται ότι ο Ολλανδός διοικητής, επ’ ονόματι Όπνταμ, ο οποίος δεν ήταν ναυτικός αλλά αξιωματικός ιππικού, είχε σαφείς εντολές να ναυμαχήσει. Δηλαδή, δεν του παραχωρήθηκε η διακριτική ευχέρεια να λάβει ο ίδιος την τελική απόφαση [της εμπλοκής στη μάχη] που κανονικά επαφίεται στον Τακτικό Διοικητή που βρίσκεται επί τόπου. Η παρέμβαση μ’ αυτό τον τρόπο στα καθήκοντα του διοικητή που βρίσκεται στο πεδίο της μάχης ή του διοικητή μιας μοίρας πολεμικών πλοίων, αποτελεί το συχνότερο πειρασμό των υπουργικών συμβουλίων, πράγμα που γενικά είναι καταστροφικό. Ο Τουρβίγ, ο σπουδαιότερος από τους ναυάρχους του Λουδοβίκου XIV, εξαναγκάστηκε μ’ αυτό τον τρόπο [παίρνοντας εντολές από τη Γαλλία] να διακινδυνεύσει ολόκληρο το Γαλλικό πολεμικό ναυτικό ενάντια στη δική του κρίση [στις 29.5.1692]. Έναν αιώνα αργότερα ένας μεγάλος Γαλλικός στόλος μπόρεσε να ξεφύγει από τον Άγγλο ναύαρχο Κέιθ, [1746-1823. Το συγκεκριμένο επεισόδιο έγινε το 1798 έξω από την Brest] επειδή ο τελευταίος υπάκουσε στις αυστηρές [λανθασμένες όμως] διαταγές του άμεσα προϊσταμένου του [του St. Vincent], ο οποίος βρισκόταν άρρωστος πίσω στο λιμάνι.

Κατά τη ναυμαχία του Lowestoft τα Ολλανδικά πλοία που βρισκόντουσαν στο μπροστινό μέρος της γραμμής μάχης παρεξέκλιναν [give way] της πορείας τους, και λίγο αργότερα όταν σκοτώθηκε ένας από τους νέους ναυάρχους [κυβερνήτες] του κέντρου της γραμμής μάχης των Ολλανδικών πλοίων, που συγκροτείτο από τη μοίρα του ίδιου του Όπνταμ, το πλήρωμα του πλοίου του πανικοβλήθηκε, στασίασε, κατέλαβε τη διοίκηση από τους αξιωματικούς και το οδήγησε εκτός της περιοχής της ναυμαχίας. Αυτή την ενέργεια την ακολούθησαν 12 ή 13 άλλα πλοία, αφήνοντας έτσι ένα μεγάλο κενό στη γραμμή μάχης των Ολλανδικών πλοίων. Αυτό το γεγονός δείχνει ακριβώς ό,τι επισημάνθηκε προηγουμένως. Δηλαδή, ότι η πειθαρχία του Ολλανδικού στόλου και το σθένος των αξιωματικών δεν ήταν υψηλό, παρά την πολεμική δεινότητα της Ολλανδίας ως έθνους και παρ’ όλο που είναι μάλλον γεγονός πως υπήρχαν περισσότεροι καλοί ναυτικοί μεταξύ των Ολλανδών παρά μεταξύ των Άγγλων πλοιάρχων. Η φυσική σταθερότητα του χαρακτήρα και η γενναιότητα των Ολλανδών δεν μπορούσαν από μόνα τους να αναπληρώσουν το αίσθημα της επαγγελματικής περηφάνιας και της στρατιωτικής τιμής, που αποτελούν το κύριο αντικείμενο που οφείλουν να προάγουν οι υγιείς στρατιωτικές ακαδημίες. Επ’ αυτού του ζητήματος [της ανάγκης ενίσχυσης της επαγγελματικής περηφάνιας και της στρατιωτικής τιμής από υγιή στρατιωτικά ιδρύματα] το κοινό αίσθημα στις ΗΠΑ βρίσκεται σε σύγχυση. Δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη ύπαρξης ενδιάμεσου σταδίου μεταξύ του προσωπικού θάρρους που διακρίνει τον κάου-μπόι που κρατά ένα πιστόλι στο χέρι και μιας ολόκληρης αποτελεσματικής στρατιωτικής μηχανής.

Ο Όπνταμ, αντιλαμβανόμενος ότι η ναυμαχία εξελισσόταν εναντίον του, φαίνεται ότι καταλήφθηκε από ένα αίσθημα σχεδόν πλήρους απόγνωσης. Προσπάθησε να αγκιστρωθεί και να επιτεθεί στο πλοίο του Άγγλου διοικητή, ο οποίος εκείνη την ημέρα ήταν ο Δούκας του Γιορκ, αδελφός του βασιλιά. Απέτυχε, και στην απελπισμένη μάχη που ακολούθησε, το πλοίο του ανατινάχθηκε. Αμέσως μετά, 3 ή κατά κάποιους 4 Ολλανδικά πλοία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και κάηκαν όλα από ένα και μόνο πυρπολικό. Τρία ή τέσσερα άλλα είχαν την ίδια τύχη [κάηκαν το καθένα ξεχωριστά από πυρπολικά] λίγο αργότερα. Ολόκληρος ο Ολλανδικός στόλος βρισκόταν τώρα σε πλήρη αταξία και υποχώρησε υπό την κάλυψη του Van Tromp, γιου του σπουδαίου παλιού ναυάρχου, ο οποίος την εποχή της Κοινοπολιτείας έπλευσε διά μέσου της Μάγχης έχοντας υψώσει μια σκούπα στο μεσαίο κατάρτι του πλοίου του.

[Σύγκριση πυρπολικών με τορπιλοβόλα]                  

Στην παραπάνω περίπτωση βλέπουμε ότι τα πυρπολικά έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο, σημαντικότερο από ότι στον πόλεμο του 1653, παρ’ όλο που και στις δύο περιπτώσεις αποτελούσαν προσάρτημα του στόλου. Εδώ, λοιπόν, έρχεται στην επιφάνεια ένα στοιχείο ομοιότητας μεταξύ του ρόλου των πυρπολικών και των αποστολών που ανατίθενται στα τορπιλοβόλα στο σύγχρονο ναυτικό πόλεμο. Ο τρομερός χαρακτήρας της επίθεσης [στην περίπτωση επιτυχούς τορπιλισμού], το σχετικά μικρό μέγεθος του πλοίου που τη διενεργεί και η απαίτηση τεράστιου αποθέματος ψυχραιμίας εκ μέρους του επιτιθέμενου, αποτελούν τα κύρια σημεία ομοιότητας. Οι κύριες διαφορές είναι, η σχετική σιγουριά με την οποία το σύγχρονο [τορπιλοβόλο] πλοίο μπορεί να κυβερνηθεί, η οποία όμως εξισορροπείται μερικώς από το ίδιο πλεονέκτημα που διαθέτει το σύγχρονο θωρακισμένο πολεμικό πλοίο έναντι του ιστιοφόρου της γραμμής μάχης [δηλαδή, το στόχο του τορπιλοβόλου], καθώς και το άμεσο αποτέλεσμα της τορπιλικής προσβολής, η οποία επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει ακαριαία, ενώ αντιθέτως το αποτέλεσμα της προσβολής του πυρπολικού απαιτεί χρόνο για να επιτύχει. Βεβαίως, και στις δύο περιπτώσεις ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα σημαίνει την πλήρη καταστροφή του εχθρικού πλοίου, είτε το σακάτεμα του είτε τη θέση του εκτός μάχης. Μια αξιολόγηση του χαρακτήρα των πυρπολικών, των συνθηκών υπό τις οποίες αναδείχθηκε η μέγιστη χρησιμότητά τους και των λόγων που οδήγησαν στην εξαφάνισή τους, μπορεί ενδεχομένως να βοηθήσει στην απόφαση την οποία πρέπει να λάβουν τα έθνη αναφορικά με το κατά πόσο τα τορπιλοβόλα, στην καθαρή και απλή τους μορφή, αποτελούν ένα τύπο όπλου που μπορεί να έχει ρόλο μέσα σε ένα σύγχρονο στόλο.

Ένας Γάλλος αξιωματικός, ο οποίος εξέτασε τα αρχεία του Γαλλικού πολεμικού ναυτικού, αναφέρει ότι τα πυρπολικά εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ως μέρος ενός στόλου, το 1636.

«Ανεξαρτήτως αν είχαν κατασκευαστεί ειδικά γι’ αυτό το σκοπό ή αν ήταν πλοία άλλου ρόλου που μετασκευάστηκαν κατάλληλα για να εξυπηρετήσουν τη συγκεκριμένη αποστολή, τους δόθηκε ειδικός εξοπλισμός. Στους κυβερνήτες τους, που δεν ήταν ευγενείς, δόθηκε ο τίτλος του πλοιάρχου πυρπολικού σκάφους. Το πλήρωμά τους αποτελείτο από 5 αξιωματικούς και 25 ναύτες. Εύκολα αναγνωρίσιμα από τις σιδερένιες αρπάγες [τεσσαροχάλια κ.τ.λ.] που βρίσκονταν κρεμασμένα στα κατάρτια τους, τα πυρπολικά είδαν το ρόλο τους να περιορίζεται τα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα. Τελικά εξαφανίστηκαν ως μέρος του στόλου, του οποίου μείωναν την ταχύτητα και δυσχέραιναν την ανάπτυξη και τους ελιγμούς. Καθώς το εκτόπισμα των κύριων πολεμικών πλοίων αυξανόταν, η δράση τους σε συνδυασμό με τα πυρπολικά γινόταν μέρα με την ημέρα όλο και πιο δύσκολη. Από την άλλη πλευρά, η ιδέα να συγκροτήσουν μαζί με άλλα πολεμικά πλοία κάποιες μοίρες οι οποίες θα διέθεταν όλα τα μέσα άμυνας και επίθεσης [και όχι να συγκροτούν όλα μαζί ξεχωριστή μοίρα του στόλου], είχε ήδη εγκαταλειφθεί. Ο σχηματισμός γραμμής μάχης εγγυτάτης πορείας [ως προς τον κόντρα άνεμο], με την τοποθέτηση των πυρπολικών σε μια δεύτερη παράλληλη γραμμή σε απόσταση μισής λεύγας από την αντίθετη πλευρά του εχθρού, καθιστούσε όλο και δυσκολότερη την εκτέλεση της αποστολής τους. Το επίσημο σκαρίφημα αναπαράστασης της ναυμαχίας της Μάλαγα (1704), που σχεδιάστηκε αμέσως μετά τη μάχη, δείχνει τα πυρπολικά να βρίσκονται στη θέση που είχε καθορίσει στις πάγιες τακτικές οδηγίες μάχης ο Πολ Χοστ (Paul Hoste) στο σχετικό εγχειρίδιο του 1697 [Ιησουίτης ιερέας και ναυτικός τακτικιστής, 1652-1700]. Τέλος, η χρησιμοποίηση των οβίδων, οι οποίες κατέστησαν την πυρπόληση των εχθρικών πλοίων πολύ πιο σίγουρη και πιο γρήγορη και οι οποίες υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά στα πολεμικά πλοία την περίοδο την οποία εξετάζουμε, αν και η γενικευμένη τους χρήση έγινε πολύ αργότερα, κατάφερε τη χαριστική βολή στα πυρπολικά.»[1]

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τις θεωρίες και τις συζητήσεις που γίνονται την εποχή μας σχετικά με το θέμα των τακτικών του στόλου και των ναυτικών όπλων, θα αναγνωρίσουν σ’ αυτή τη σύντομη περιγραφή της χρήσης ενός τύπου πλοίου που έπαψε να υπάρχει εδώ και πολύ καιρό [του πυρπολικού], κάποιες ιδέες που δεν είναι παρωχημένες. Το πυρπολικό εξαφανίστηκε από τους στόλους «τους οποίους εμπόδιζε να αναπτύξουν ταχύτητα». Σε άσχημο καιρό το μικρό εκτόπισμα σημαίνει πάντα και σχετικά μικρή ταχύτητα. Σήμερα, μας πληροφορούν ότι σε καιρό μεσαίας έντασης η ταχύτητα του τορπιλοβόλου [ή της τορπιλακάτου] πέφτει από τους 20 στους 15 κόμβους ή και λιγότερο, οπότε ένα καταδρομικό με ταχύτητα 17 – 19 κόμβων μπορεί είτε να ξεφύγει από τις τορπιλακάτους είτε να τις κρατήσει σε ασφαλή απόσταση με τα πυροβόλα και τα πολυβόλα του. Οι τορπιλάκατοι είναι σκάφη ανοιχτής θαλάσσης, «και θεωρούνται παντός καιρού». Αλλά το να επιβαίνεις σε μια τορπιλάκατο μήκους 100 ποδών, που πλέει σε ταραγμένη θάλασσα, δεν είναι και τόσο άνετο. Η ζέστη, ο θόρυβος και οι δονήσεις που προκαλούν οι μηχανές είναι εξαιρετικά έντονοι. Το μαγείρεμα είναι εκτός συζήτησης, και απ’ ότι λέγεται ακόμα και να υπήρχε καλομαγειρεμένο φαγητό πολύ λίγοι θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν. Το να μπορέσει κάποιος να βρει λίγη αναγκαία ξεκούραση κάτω από αυτές τις συνθήκες, τις οποίες επιδεινώνουν οι κλυδωνισμοί του ίδιου του σκάφους, είναι εξαιρετικά δύσκολο.» Θα πρέπει να ναυπηγηθούν μεγαλύτερα [τορπιλοβόλα] σκάφη. Όμως, ο παράγοντας της μειωμένης ταχύτητας σε κακό καιρό θα παραμείνει, εκτός κι αν το μέγεθος των τορπιλοβόλων-καταδρομικών αυξηθεί μέχρι του σημείου που σίγουρα θα οδηγήσει στον εξοπλισμό τους και με κάποιο άλλο οπλικό σύστημα επιπλέον των τορπιλών. Όπως και τα πυρπολικά έτσι και τα μικρά τορπιλοβόλα-καταδρομικά θα επιβραδύνουν την ταχύτητα και θα περιπλέξουν τους ελιγμούς και την ανάπτυξη του στόλου στον οποίο θα ενταχθούν. [2] Λέγεται ότι η εξαφάνιση των πυρπολικών επισπεύσθηκε από την υιοθέτηση των οβίδων και των εμπρηστικών πυρομαχικών. Επίσης, δεν είναι απίθανο για τις ναυμαχίες ανοιχτής θαλάσσης να εγκατασταθούν τορπίλες σε κάποια κλάση μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων, οπότε θα εξαφανιστούν τα απλά τορπιλοβόλα-καταδρομικά [οι τορπιλάκατοι]. Το πυρπολικό συνέχισε να χρησιμοποιείται εναντίον αγκυροβολημένων στόλων μέχρι και τις μέρες του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου. Έτσι και η τορπιλάκατος πάντα θα είναι χρήσιμη σε κοντινή απόσταση από τη βάση της. 

[Η συγκρότηση ναυτικών μοιρών]

Μια τρίτη φάση των πρακτικών που εφάρμοζε το πολεμικό ναυτικό πριν από 200 χρόνια, η οποία αναφέρεται στο απόσπασμα που προαναφέρθηκε, [το 5] περιλαμβάνει μια ιδέα πολύ οικεία στις σημερινές σχετικές συζητήσεις. Αυτή της συγκρότησης τακτικών ναυτικών μοιρών. «Η ιδέα του συνδυασμού πυρπολικών με πολεμικά πλοία ώστε να συγκροτούν μερικές ομάδες πλοίων, η κάθε μία από τις οποίες να διαθέτει όλα τα επιθετικά και αμυντικά μέσα,» για κάποια περίοδο είχε υιοθετηθεί και απ’ ότι λέγεται, αργότερα εγκαταλείφθηκε. Ο συνδυασμός πλοίων του στόλου σε ομάδες των 2, 3 ή 4 πλοίων που να επιχειρούν μαζί, σήμερα είναι κάτι που εφαρμόζεται ευρέως στην Αγγλία, αλλά πολύ λιγότερο στη Γαλλία όπου αντιμετωπίζει ισχυρές αντιδράσεις. Τελική ετυμηγορία για το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να προκύψει από την κρίση (όσο οξυδερκής κι αν είναι) ενός και μόνο ανδρός, είτε αυτός είναι υπέρ της μιας είτε υπέρ της άλλης άποψης, μέχρις ότου ο χρόνος και οι εμπειρίες περάσουν τις εν λόγω τακτικές από τη βάσανο της δοκιμής. Εν τούτοις, μπορεί να επισημανθεί ότι σε έναν καλά οργανωμένο στόλο υπάρχουν δύο επίπεδα διοίκησης τα οποία από μόνα τους και τα δύο είναι φυσιολογικά και απαραίτητα και ούτε μπορεί να παρακαμφθούν αλλά ούτε και να αγνοηθούν. Αυτά είναι, η διοίκηση ολόκληρου του στόλου ως μιας συνολικής μονάδας και η διοίκηση του κάθε πλοίου ως ξεχωριστής μονάδας. Όταν το μέγεθος του στόλου είναι πολύ μεγάλο για να μπορεί να διοικηθεί από ένα μόνο άνδρα, πρέπει να υποδιαιρείται. Στην περίπτωση αυτή, μέσα στη ζέση της μάχης, ο ένας στόλος πρακτικά μετατρέπεται σε δύο που δρουν για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Όπως είχε αναφέρει ο Νέλσον, στη φημισμένη διαταγή του στο Τραφάλγκαρ, «Ο υποδιοικητής, μετά που θα του γνωστοποιήσω τις προθέσεις μου,» (σημειώστε τη βαρύτητα της διατύπωσης της λέξης “μετά”, η οποία προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο το ρόλο τόσο του διοικητή όσο και του υποδιοικητή), «θα αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της δικής του γραμμής μάχης, επιτιθέμενος στον εχθρό, και θα τον κυνηγήσει μετά την αρχική προσβολή μέχρι που να τον συλλάβει ή να τον καταστρέψει.»

Το μέγεθος και το κόστος των σημερινών θωρακισμένων πλοίων καθιστούν απίθανη την περίπτωση της συγκρότησης τόσο πολυάριθμων στόλων ώστε να απαιτείται η παραπάνω υποδιαίρεση. Όμως, είτε μεγάλος είτε μικρός είναι ο αριθμός των πλοίων που συγκροτούν το στόλο, αυτό δεν επηρεάζει το ερώτημα που αφορά τη σκοπιμότητα ή μη της ομαδοποίησης των πλοίων [σε μοίρες]. Εξετάζοντας απλά την αρχή επί της οποίας στηρίζεται η θεωρία, και μη λαμβάνοντας υπόψη τα τακτικά προβλήματα των προτεινόμενων ειδικών ομάδων πλοίων, το ερώτημα είναι το εξής: Μήπως θα πρέπει να εισαχθεί ακόμα ένα τεχνητό επίπεδο ενδιάμεσης διοίκησης μεταξύ των φυσιολογικών διοικήσεων του ναυάρχου και των κυβερνητών των μεμονωμένων πλοίων, το οποίο στην πράξη από τη μια θα αντικαθιστά μερικώς την ανώτατη εξουσία [τη διοίκηση του ναυάρχου] και από την άλλη θα περιορίζει μερικώς τη διακριτική ευχέρεια των κυβερνητών; Μια ακόμα δυσκολία που έχει τη ρίζα της στη στενή ερμηνεία της αρχής της [αλληλο]υποστήριξης η οποία αφορά συγκεκριμένα πλοία, στα οποία στηρίζεται το σύστημα της ομαδοποίησης, είναι η εξής: Όταν τα σήματα [η οπτική συνεννόηση] δεν θα είναι πλέον ορατά, το καθήκον του κυβερνήτη αναφορικά με το δικό του πλοίο και ως προς τον στόλο γενικότερα, θα περιπλέκεται από το καθήκον του να παρακολουθεί τις σχετικές κινήσεις των συγκεκριμένων πλοίων. Τα οποία συγκεκριμένα πλοία με την πάροδο του χρόνου θα αποκτήσουν υπερβολική σημασία γι’ αυτόν. Η συγκρότηση ομάδων πλοίων δοκιμάστηκε στο παρελθόν και εξαφανίστηκε με βάση την εμπειρία. Το κατά πόσο η νέα της μορφή θα επιβιώσει, θα το δείξει ο χρόνος. Πριν αφήσουμε αυτό το ζήτημα μπορούμε να πούμε ότι, ως ένας σχηματισμός πλου, που αντιστοιχεί στο σχηματισμό ενός στρατού ξηράς που προελαύνει, μια χαλαρή συγκρότηση ναυτικών μοιρών έχει κάποια πλεονεκτήματα. Δηλαδή διατηρεί κάποια διάταξη χωρίς να απαιτείται η απόλυτα αυστηρή τήρηση θέσεως μέρα και νύχτα η οποία δημιουργεί μεγάλη ένταση και άγχος στους κυβερνήτες και στους αξιωματικούς καταστρώματος. Εν τούτοις, ένα τέτοιος σχηματισμός δεν θα πρέπει να επιτρέπεται μέχρι που ο στόλος να φτάσει στη φάση της τελικής τακτικής δράσης.

Για να επιστρέψουμε στο ερώτημα των πυρπολικών και των τορπιλακάτων, λέγεται συχνά ότι ο ρόλος των τελευταίων βρίσκεται σ’ εκείνες τις σώμα με σώμα ναυμαχίες (μελέ), οι οποίες αποτελούν την κατάληξη ορισμένων κατά μέτωπο επιθέσεων των αντιπάλων στόλων. Η ευκαιρία δράσης της τορπιλακάτου βρίσκεται μέσα στον καπνό και στη σύγχυση που επικρατεί εκείνη την ώρα. Αυτό σίγουρα φαίνεται πειστικό καθώς η τορπιλάκατος σίγουρα έχει δυνατότητες ελιγμών που λείπουν από το πυρπολικό. Εντούτοις, μια κατάσταση μελέ μεταξύ δύο στόλων δεν ήταν η πιο ευνοϊκή κατάσταση για τη δράση του πυρπολικού. Θα παραθέσω παρακάτω το τι ανέφερε ένας άλλος Γάλλος αξιωματικός, η περιγραφή του οποίου αναφορικά με τις Αγγλο-Ολλανδικές ναυμαχίες σε ένα πρόσφατο περιοδικό, είναι μοναδικά ξεκάθαρη και πρόδηλη.

«Όχι μόνο δεν παρεμπόδιζε τη δράση των πυρπολικών, η οποία ήταν μηδενική ή περίπου μηδενική κατά τη διάρκεια των μπερδεμένων ναυμαχιών του πολέμου του 1652, αλλά η νέα κανονικότητα και συνοχή στις κινήσεις που απέκτησαν οι μοίρες [με τη νέα τους συγκρότηση] φάνηκε ότι την ευνοούσαν. Τα πυρπολικά έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στις ναυμαχίες τουLowestoft, του Pas de Calais και της North Foreland. Λόγω της σωστής διάταξης που διατήρησαν τα πλοία της γραμμής μάχης, τα υπόψη πυρπολικά πράγματι μπορούσαν να προστατευτούν καλύτερα από τις βολές των πυροβόλων και μπορούσαν να οδηγηθούν προς το συγκεκριμένο αντικειμενικό τους σκοπό πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι στο παρελθόν.»[3]  

Μέσα στο μέσο των μπερδεμένων μελέ του 1652 το πυρπολικό «δρούσε, τρόπον τινά, ανεξάρτητα, αναζητώντας την ευκαιρία να “κολλήσει” σε κάποιο εχθρικό πλοίο, ενώ ταυτόχρονα διέτρεχε τον κίνδυνο κάποιου λάθους, οπότε χωρίς να έχει οποιαδήποτε προστασία από τα κανόνια του εχθρού ήταν σχεδόν σίγουρο ότι ο εχθρός θα το βύθιζε ή θα καιγόταν από μόνο του ανώφελα. Όλα αυτά, το 1665, άλλαξαν. Το θήραμα του [το πλοίο που θα πυρπολούσε] ήταν ξεκάθαρα προσδιορισμένο. Το γνώριζε. Το παρακολουθούσε εύκολα από τη σχετική μόνιμη θέση του μέσα στη γραμμή μάχης του εχθρού. Από την άλλη, τα πλοία της δικής του μοίρας παρακολουθούσαν συνεχώς το πυρπολικό. Το συνόδευαν όσο το δυνατό κοντύτερα στο στόχο του, το προστάτευαν με τα κανόνια τους μέχρι και το τελευταίο στάδιο της πορείας του και το αποδέσμευαν πριν την πυρπόληση[δηλαδή του έδιναν διαταγή να ακυρώσει την πυρπόληση] στην περίπτωση που διαπίστωναν έγκαιρα ότι προσπάθεια πυρπόλησης του εχθρικού πλοίου θα αποτύγχανε. Είναι προφανές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η δράση του, που ήταν ούτως ή άλλως αβέβαιη (άλλωστε δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς), είχε παρ’ όλα αυτά μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας.» Αυτές οι χρήσιμες και διδακτικές παρατηρήσεις ίσως να χρειάζονται την προσθήκη ότι μια επικρατούσα σύγχυση στη διάταξη των εχθρικών πλοίων τη στιγμή που η φίλια διάταξη παραμένει σταθερή, παρέχει την καλύτερη ευκαιρία για την αρχική ηρωική επίθεση [όπως είναι η επίθεση των πυρπολικών]. Ο ίδιος συγγραφέας προχωρεί στην ιχνηλάτηση της εξαφάνισης των πυρπολικών: –

«Εδώ λοιπόν βλέπουμε το πυρπολικό στην ακμή της σημασίας του. Αυτή η σημασία θα μειωθεί και το πυρπολικό θα εξαφανιστεί από τις ναυμαχίες ανοιχτής θαλάσσης, όταν το ναυτικό πυροβολικό θα εξελιχθεί και θα αποκτήσει μεγαλύτερο βεληνεκές, μεγαλύτερη ακρίβεια και μεγαλύτερη ταχυβολία.[4] Όταν τα πλοία θα αποκτήσουν καλύτερες ναυπηγικές γραμμές, μεγαλύτερη ικανότητα ελιγμών, μεγαλύτερη και αποδοτικότερη επιφάνεια ιστίων, τότε θα είναι ικανά λόγω της μεγαλύτερης ταχύτητας και των αποτελεσματικότερων χειρισμών να αποφεύγουν σχεδόν σίγουρα τα πυρπολικά που θα στέλνονται εναντίον τους. Τέλος, [το πυρπολικό θα εξαφανιστεί] όταν οι στόλοι θα εφαρμόσουν με επιδεξιότητα αλλά και σύνεση [επιφυλακτικότητα] τις αρχές της τακτικής, που επικράτησε να εφαρμόζεται ένα αιώνα αργότερα καθ’ όλη τη διάρκεια του του πολέμου της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Όταν, δηλαδή, οι εν λόγω στόλοι, προκειμένου να μη θέσουν σε κίνδυνο την ακριβή διάταξη και την κανονικότητα της δικής τους γραμμής μάχης, θα αποφύγουν να πλησιάσουν τον αντίπαλο και θα αφήσουν τα πυροβόλα των πλοίων να κρίνουν το αποτέλεσμα της ναυμαχίας.»

 

[1] Gougeard: Marine de Guerre.

[2] Από τότε που γράφτηκε το παραπάνω, η εμπειρία από τα φθινοπωρινά γυμνάσια του Αγγλικού στόλου το 1888 επιβεβαίωσε την υπόψη δήλωση, παρ’ όλο που δεν χρειαζόταν κάποιο πείραμα για να επιβεβαιώσει αυτό το αυταπόδεικτο γεγονός.

[3] Chaband-Arnault: Revue Mar. et Col. 1885

[4] Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ταχυβολία των πυροβόλων η ανακάλυψη των πολυβόλων, μαζί με την αύξηση του διαμετρήματος και συνεπώς του βεληνεκούς και της διατρητικότητας των βλημάτων, αντανακλά αυτήν ακριβώς την περίπτωση.

EconomyEuropean Union

13.1.2019. Αρθρο του Κώστα Σημίτη στην «Κ»: Είκοσι χρόνια ευρώ· έχει το ευρώ μέλλον;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρθρο του Κώστα Σημίτη στην «Κ»: Είκοσι χρόνια ευρώ· έχει το ευρώ μέλλον;

ΚΩΣΤΑΣ ΣΗΜΙΤΗΣ

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ευρώ έκλεισε την 1η Ιανουαρίου 2019 είκοσι χρόνια ζωής. Την 1η Ιανουαρίου 1999, έπειτα από χρόνια προετοιμασίας, αποφασίστηκε από 11 κράτη-μέλη της Ενωσης να χρησιμοποιούν το ευρώ για τις μεταξύ τους χρηματικές συναλλαγές. Ηταν η επίσημη έναρξη της χρήσης του νέου νομίσματος. Η εισαγωγή του ευρώ στη φυσική του μορφή, ως χαρτονόμισμα και νόμισμα, πραγματοποιήθηκε την 1.1.2002. Το ευρώ αποτέλεσε γενικά αποδεκτό θεσμό ενοποίησης. Στα 11 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης προστέθηκαν τα επόμενα χρόνια άλλα οκτώ.

Η Ελλάδα εντάχθηκε στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών στις 14.3.1998 και στην ΟΝΕ την 1.1.2001.

Το επιχείρημα όσων στην Ελλάδα απέρριπταν την αποδοχή του ευρώ ήταν ότι η χώρα «δεν θα ελέγχει πια τη νομισματική της πολιτική». Ομως η Ελλάδα δεν ήταν και δεν είναι Σουηδία ή Δανία, χώρες που δεν αποδέχθηκαν το ευρώ. Αυτές έχουν σταθερό νόμισμα και σταθερή οικονομία. Στη χώρα μας λόγω του συνεχούς ελλείμματος στο εξωτερικό εμπόριό της, της έλλειψης πρώτων υλών και μάλιστα πετρελαίου, του τεραστίου χρέους της και των συνεχών δανεισμών η νομισματική πολιτική είναι απολύτως εξαρτώμενη από τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Το αποδεικνύουν οι συνεχείς υποτιμήσεις της δραχμής όσο και οι δυσκολίες να δανειστούμε και τα επιτόκια που πληρώνουμε. Είναι όλα ενδείξεις αδυναμιών. Το χρέος της Ελλάδας υπερβαίνει σήμερα παρ’ όλες τις προσπάθειες για τη σταθεροποίηση της οικονομίας το 175% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ευρωπαϊκό ρεκόρ.

Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ είχε θεαματική επίπτωση στο ύψος των επιτοκίων που πλήρωνε για να δανειστεί. Το επιτόκιο μειώθηκε δραστικά. Με τη μείωση αυτή, μεταξύ άλλων, εξοικονομήσαμε σημαντικά ποσά. Κατά τη δεκαετία του 1990 πληρώναμε για τόκους του δημοσίου χρέους περίπου το ένα τρίτο των φορολογικών εσόδων. Στα τέλη του 2003 χρειαζόμασταν λιγότερο από το ένα τέταρτο των εσόδων για τις πληρωμές. Η Ελλάδα απέκτησε έτσι πολύ περισσότερες δυνατότητες να χρηματοδοτήσει την Παιδεία, την Υγεία και το κοινωνικό κράτος.

Κατά τα είκοσι χρόνια ισχύος του ευρώ, η ΟΝΕ γνώρισε αρκετά προβλήματα. Η οικονομική κρίση του 2008 π.χ. είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος να βρεθούν σε αδυναμία συμμόρφωσης στους κανόνες που ίσχυαν. Η ΟΝΕ πήρε τότε τα αναγκαία μέτρα για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του ευρώ. Δημιουργήθηκαν έτσι μέσα που εγγυώνται την ομαλή λειτουργία του συστήματος. Παράδειγμα είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ESM).

Αποτέλεσμα της κρίσης του 2008, που διήρκεσε περίπου τέσσερα χρόνια, ήταν αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα του ευρώ. Ακόμη και σε προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, υποστηρίζεται σήμερα ότι το ευρώ είναι αιτία οικονομικών δυσκολιών. Τα λαϊκιστικά κόμματα ισχυρίζονται ότι δεσμεύει τις κυβερνήσεις τους σε βαθμό ώστε να αδυνατούν να εφαρμόσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θεωρούσε στις αρχές του 2015 το ευρώ αιτία της ελληνικής κρίσης και υποστήριζε την αποχώρηση της Ελλάδας από την ΟΝΕ. Είναι γνωστό ότι έκανε στροφή 180 μοιρών και εφάρμοσε τους κανόνες της Ευρωζώνης.

Την αρνητική άποψη για το ευρώ δεν συμμερίζεται η πλειοψηφία των πολιτών της Ενωσης. Οι σφυγμομετρήσεις που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ότι υπερτερεί στους πολίτες η πεποίθηση για την αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής συνεργασίας και τη θετική επίδραση του ευρώ.

Ας ξεχάσουμε όμως προς στιγμήν το ευρωπαϊκό επίπεδο και ας στραφούμε στην καθημερινότητά μας. Ας θυμηθούμε την ταλαιπωρία της εποχής, όταν για ταξίδια, σπουδές και κυρίως εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με το εξωτερικό η λέξη συνάλλαγμα ήταν συνδεδεμένη με ρυθμίσεις, άδειες, κόπο και ταλαιπωρία. Μας το θύμισαν οι πρόσφατοι κανόνες που προσδιόριζαν το ύψος των αναλήψεων από τις τράπεζες και τις προϋποθέσεις εμβασμάτων στο εξωτερικό. Ας θυμηθούμε επίσης την αναταραχή που δημιούργησαν οι υποτιμήσεις της δραχμής το 1983, το 1985 και το 2001. Η Ελλάδα δεν διέθετε ποτέ ένα σταθερό νόμισμα όπως το ευρώ.

Βεβαίως και με το ευρώ προκύπτουν σημαντικά προβλήματα. Η Γαλλία γνώρισε πρόσφατα ισχυρή λαϊκή αντίδραση, τα «Κίτρινα Γιλέκα», στην εφαρμογή της πολιτικής οικονομικής σταθεροποίησής της. Ολα τα κράτη της Ενωσης δεν αναπτύσσονται με την ίδια ταχύτητα. Η Γερμανία διεύρυνε την απόστασή της από άλλες χώρες, αυξάνοντας ταχύτερα το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της, εκμεταλλευόμενη την υπεροχή της στη βιομηχανική παραγωγή και στις εξαγωγές. Στη γαλλική εφημερίδα Le Monde το άρθρο για την εικοσαετία του ευρώ είχε τίτλο «Το ευρωπαϊκό νόμισμα που γιορτάζει τα είκοσι χρόνια παραμένει εύθραυστο». Η Ιταλία δυσκολεύεται να τηρήσει τον κανόνα ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα που έζησαν οικονομικές κρίσεις σε διαφορετικό βαθμό δεν έχουν επανέλθει ακόμη σε μια ομαλή και σταθερή πορεία ανάπτυξης. Μόνο η Ιρλανδία από τις χώρες σε κρίση αποδείχθηκε ικανή να ομαλοποιήσει την οικονομία της.

Η εξέλιξη αυτή είναι συνάρτηση της οικονομικής ισχύος κάθε χώρας. Αλλά όχι μόνον. Η Γερμανία πήρε, επί εποχής του Γκέρχαρντ Σρέντερ με την «ατζέντα 2010» την περίοδο 2003-2005, σκληρά μέτρα περιορισμού των κρατικών δαπανών, του κόστους εργασίας και σταθεροποίησης της οικονομίας της. Αλλες χώρες, με κύριο παράδειγμα την Ελλάδα, αδιαφόρησαν για την εξέλιξη της οικονομίας τους. Οι ελληνικές κυβερνήσεις αγνόησαν τους κανόνες, αύξησαν τις δαπάνες τους πέρα από το επιτρεπτό όριο. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού έφτασε το 2009 λόγω της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας το πρωτόγνωρο στην Ευρώπη ύψος του 15,4% του ΑΕΠ.

Αιτία αλλά και αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών ήταν το γεγονός ότι η ΟΝΕ δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης στην Ευρώπη. Ο ενιαίος νομισματικός χώρος δεν αρκεί για να έχουν όλα τα μέλη του την ίδια δυνατότητα αντιμετώπισης των ευκαιριών και δυνατοτήτων που παρέχει. Υπό τις σημερινές συνθήκες επικρατούν οικονομικά οι ισχυρότερες χώρες. Οι πλέον αδύναμες, ιδίως αν έχουν ανίκανες κυβερνήσεις, υστερούν όλο και περισσότερο.

Η ΟΝΕ θα συνεχίσει να λειτουργεί βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητά της. Προβλέπεται η ολοκλήρωση της τραπεζικής ενοποίησης. Ομως υπάρχει διστακτικότητα για σημαντικά νέα βήματα. Η Σύνοδος Κορυφής του Eurogroup τον Δεκέμβριο του 2018 περιορίστηκε να δηλώσει την ανάγκη ύπαρξης νέων ισχυρότερων μέσων για την πρόληψη και τη διαχείριση οικονομικών κρίσεων όπως και τη «σημαντική ενίσχυση της νομισματικής ένωσης».

Ευρωπαϊκή ενοποίηση χωρίς ενιαίο νόμισμα δεν είναι δυνατή την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Το ενιαίο νόμισμα αποδείχθηκε το ισχυρότερο μέσο ενοποίησης μέχρι σήμερα. Ζητούμενο όμως είναι ένας νέος τρόπος λειτουργίας της Ενωσης. Η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Δύο είναι τα κεντρικά θέματα που απαιτούν λύση. Το πρώτο –για το οποίο έχει υπάρξει εκτεταμένη συζήτηση και πολλές προτάσεις– αφορά τον τρόπο διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Η επικεφαλίδα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του είναι «οικονομική διακυβέρνηση».

Το δεύτερο αφορά την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στην Ενωση, ώστε εκείνη να λειτουργεί και προς όφελος των πιο αδύναμων χωρών, κατανέμοντας την ευημερία ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της. Δεν έχει τίτλο, και δεν έχει προκαλέσει το ίδιο εκτεταμένο ενδιαφέρον όπως το πρώτο. Θα μπορούσε να περιγραφεί με τις λέξεις «ένταξη και συμμετοχή».

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι ούτε μια λέσχη όπου μόνο οι εκλεκτοί έχουν λόγο ούτε μια συνένωση κρατών που διοικείται λαμβάνοντας διαταγές από μια Αρχή με υπερεξουσίες. Είναι ένα κοινό εγχείρημα ελευθερίας, ανάπτυξης και προσαρμογής στις νέες διεθνείς συνθήκες

HistoryNaval Strategy Operations TacticsWorld War II

The Sinking of Battleship Bismarck

Το υπόψη άρθρο βρίσκεται στον πιο κάτω σύνδεσμο.

digital-commons.usnwc.edu/cgi/viewcontent.cgi

Operation Rhine Exercise, May 18-27, 1941

Milan Vega

Naval War College Review Vol. 72, No. 1, Winter 2019

Άρθρο, που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος της Επιθεώρησης της Σχολής Ναυτικού Πολέμου του Αμερικανικού Ναυτικού, το οποίο αφορά στη βύθιση του Μπίσμαρκ. Η λεπτομέρεια της περιγραφής των στρατηγικών, επιχειρησιακών, τακτικών και τεχνικών λεπτομερειών της επιχείρησης είναι υποδειγματική. Η διεισδυτική αναφορά στα προσόντα, τη σταδιοδρομία, το χαρακτήρα και το ταμπεραμέντο των αντιπάλων ναύαρχων αποτελεί απαραίτητο στοιχείο, που δεν δικαιολογείται να παραβλέπεται σε τέτοιου είδους αναλύσεις. Τέλος, η ανάλυση των επιχειρησιακών διδαγμάτων της επιχείρησης, γίνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Στην αναφορά του μετά την επιχείρηση ο Άγγλος ναύαρχος John Tovey έγραψε για τον αντίπαλο του τα εξής: “She [Bismarck] had put up a most gallant fight against impossible odds, worthy of the days of the Imperial German Navy.” He opined that it was unfortunate that “for political reasons” this fact could not be made public.

Cornelius CastoriadisGreeceHannah ArendtΑΤΖPanayiotis Kondylis

Απάντηση στον ισχυρισμό του Θ. Πάγκαλου «Τα φάγαμε όλοι μαζί»

Όλοι θυμούνται την περιβόητη παρακάτω δήλωση που έκανε ο Θ. Πάγκαλος στη Βουλή στις 21.9.2010, για την οποία έγραψε και σχετικό βιβλίο:

«Η απάντηση εις την κατακραυγή που υπάρχει εναντίον του πολιτικού προσωπικού της χώρας, “πώς τα φάγατε τα λεφτά”, που μας ρωτάει ο κόσμος, είναι αυτή: Σας διορίσαμε. Τα φάγαμε όλοι μαζί, μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς, εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής»

Αρχικά, θεώρησα σωστή την υπόψη δήλωση με βάση αρκετές προσωπικές εμπειρίες αλλά και κάποιες σχετικές ιδέες των Π. Κονδύλη και Κ. Καστοριάδη {παρακάτω παραπομπές [1] και [2]}. Παρ’ όλα αυτά εξακολούθησα να προβληματίζομαι. Δεν φαινόταν απόλυτα σωστή αυτή η θέση, ότι δηλαδή η ευθύνη της οικονομικής κρίσης ήταν απλά ζήτημα κλιμάκωσης και ποσοστού ευθύνης του κάθε πολίτη και του κάθε πολιτικού.

Τελικά, πιστεύω πως βρήκα την απάντηση στο πρόβλημα, η οποία απαντά και στον ισχυρισμό του Θ. Πάγκαλου, στο κείμενο της Hannah Arendt “Collective Responsibility”, όπου διακρίνεται σαφώς η ευθύνη από την ενοχή. Τα πιο ενδιαφέροντα σχετικά αποσπάσματα του κειμένου τα παραθέτω πιο κάτω:

[… Υπάρχει ένα είδος ευθύνης για πράγματα που κάποιος δεν έχει κάνει, ενώ θα έπρεπε ή θα όφειλε να είχε κάνει κάτι για να τα αποτρέψει ή για να τα διορθώσει. Μπορεί μεν να θεωρηθεί υπεύθυνος γι’ αυτά, αλλά όχι ένοχος για πράγματα που συνέβησαν χωρίς τη δική του ενεργή συμμετοχή.

Ο ισχυρισμός «είμαστε όλοι ένοχοι» πρακτικά απαλλάσσει σε μεγάλο βαθμό αυτούς που είναι πραγματικά ένοχοι. Ισοδυναμεί με έκφραση αλληλεγγύης προς του δράστες, τους πραγματικούς ενόχους. Γιατί, εκεί όπου όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι ένοχος.

Αντίθετα με την ευθύνη, η ενοχή πάντοτε ξεχωρίζει· είναι αυστηρώς προσωπική. Αναφέρεται σε πράξεις και όχι σε προθέσεις ή πιθανότητες.

Σε αντίθεση με τη νομική επιστήμη και τους ηθικούς κανόνες, όπου αυτό που κρίνεται είναι η πράξη του συγκεκριμένου ατόμου και όχι της ομάδας (ακόμα κι αν το άτομο ανήκει σε μια εγκληματική οργάνωση, αυτό που κρίνεται είναι η δράση του προσώπου, ο βαθμός συμμετοχής του, ο ρόλος κ.τ.λ. και όχι η ομάδα), η συλλογική ευθύνη φαίνεται να εφευρέθηκε για να καλύψει πολιτικές σκοπιμότητες. …]

Ολόκληρο το σχετικό κείμενο της H. Arendt βρίσκεται εδώ: http://www.respublica.gr/2018/02/post/arendt-responsibility/

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] “Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον. H σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας».” Π. Κονδύλης

[2] “Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.” Κ. Καστοριάδης.

Cyprus Problem

Γιαννάκης Ομήρου: S-300, 20 χρόνια μετά – Ιδού η αλήθεια – Εκδόσεις Ποιότητα

Συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από το 1998, όταν αποφασίστηκε στην Αθήνα η ματαίωση έλευσης του ρωσικού πυραυλικού αντιαεροπορικού συστήματος των S-300. Μια άτακτη υποχώρηση, όπως τη χαρακτηρίζει ο Γιαννάκης Ομήρου που ήταν τότε πολιτικός προϊστάμενος του Υπουργείου Άμυνας, που είχε ως δραματική συνέπεια την εκ βάθρων ανατροπή της στρατηγικής Κυπριακού και Μητροπολιτικού Ελληνισμού για επιχειρησιακή σύζευξη των Ενόπλων…
— Read on piotita.gr/2018/12/23/γιαννάκης-ομήρου-s-300-20-χρόνια-μετά-ιδού-η/

 

{ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΑΤΖ

Οι δυνατότητες εντοπισμού, εγκλωβισμού και προσβολής στόχων του αντιαεροπορικού συστήματος S-300 εγκατεστημένου στην Κύπρο, μπορούσαν να καλύψουν τον εναέριο χώρο ολόκληρης σχεδόν της λεκάνης της ανατολικής Μεσογείου. Επομένως αποτελούσε δυνητική απειλή όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για όλα τα κράτη που είχαν άμεσα συμφέροντα ή δραστηριοποιούνταν στην υπόψη περιοχή. Η ανησυχία και η φανερή ή κεκαλυμμένη αντίθεση των εν λόγω κρατών για την απόκτηση του συστήματος από την Κύπρο, εντεινόταν λόγω της Ρωσικής του τεχνολογίας και της «αδέσμευτης» εξωτερικής πολιτικής που πρακτικά ακολουθούσε η Κύπρος. Για την Τουρκία θα αποτελούσε στόχο πρώτης προτεραιότητας.

Η κυβέρνηση της Κυπ. Δημ. ήταν πλήρως ενήμερη για τα παραπάνω και δεν έχω κανένα λόγο να θεωρήσω ότι δεν τα γνώριζε και η Ελληνική κυβέρνηση.

Η επιλογή του συστήματος S-300 βασίστηκε και στην εισήγηση της τότε ηγεσίας της Ε.Φ., η οποία επιλέγεται τοποθετείται και λογοδοτεί (κυρίως) στην Ελληνική Κυβέρνηση, μέσω του Υπ. Εθ. Άμυνας.

Δεν έχω υπόψη μου στοιχεία που να δείχνουν ότι κατά την επιλογή του συστήματος, την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, την κατασκευή του συστήματος, την εκτεταμένη εκπαίδευση των πληρωμάτων και των τεχνικών στη Ρωσία, υπήρξε οποιαδήποτε αντίρρηση ή υπαναχώρηση της Ελληνικής κυβέρνησης στην απόκτησή του. Επομένως, θεωρώ πως η απόφαση να αγοραστεί έγινε σε συνεννόηση και συμφωνία των κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας και αποτελούσε στοιχείο της στρατηγικής τους για την προώθηση της επίλυσης του Κυπριακού.

Η τελική υπαναχώρηση της Ελληνικής κυβέρνησης στην μεταφορά του συστήματος στην Κύπρο, όπως την περιγράφει ο κ. Ομήρου, ανεξαρτήτως αν έγινε από άλλη κυβέρνηση από εκείνη που βρισκόταν στην εξουσία όταν αποφασίστηκε η αγορά του συστήματος, δείχνει τη ρηχότητα του στρατηγικού σχεδιασμού Κύπρου και Ελλάδας.}