ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ. Ι. ΑΜΥΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

(Some Principles of Maritime Strategy)

Sir Julian S. Corbett (1911)

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Η ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Πρόχειρη Μετάφραση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ι. ΑΜΥΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Στις μεθόδους άσκησης θαλάσσιας κυριαρχίας συμπεριλαμβάνονται όλες εκείνες οι επιχειρήσεις που δεν συνδέονται άμεσα με την εξασφάλιση θαλάσσιας κυριαρχίας ή με την παρεμπόδιση του εχθρού να την εξασφαλίσει. Στο πεδίο της άσκησης κυριαρχίας μπαίνουμε όποτε εκτελούμε επιχειρήσεις που δεν έχουν στόχο τον κύριο στόλο μάχης του εχθρού, αλλά αφορούν τη χρησιμοποίηση από μέρους μας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνιών ή την παρεμπόδιση του εχθρού να τις χρησιμοποιήσει εκείνος. Τέτοιες επιχειρήσεις, αν και λογικά δευτερεύουσας σημασίας, κατελάμβαναν πάντοτε το μεγαλύτερο μέρος των ναυτικών επιχειρήσεων. Ο ναυτικός πόλεμος δεν αρχίζει ούτε και τελειώνει με την καταστροφή του εχθρικού στόλου μάχης, ούτε με την εξουδετέρωση των καταδρομικών του εχθρού. Πέρα από όλα αυτά υπάρχει το πρακτικό έργο που αφορά στην απαγόρευση της μεταφοράς διά θαλάσσης των εχθρικών στρατευμάτων, καθώς και της προστασίας των δικών μας εκστρατειών που προωθούνται μέσω θαλάσσης. Υπάρχει ακόμα και το έργο της παρεμπόδισης του εχθρικού θαλάσσιου εμπορίου και βεβαίως της προστασίας του δικού μας θαλάσσιου εμπορίου. Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις μας ενδιαφέρει η άσκηση θαλάσσιας κυριαρχίας. Δηλαδή, χρησιμοποιούμε τη θάλασσα ή παρεμποδίζουμε τον εχθρό να τη χρησιμοποιήσει. Δεν επιδιώκουμε να εξασφαλίσουμε την αποκλειστική της χρήση ή να εμποδίσουμε τον εχθρό να την εξασφαλίσει εκείνος. Αυτές οι δύο κατηγορίες επιχειρήσεων [εξασφάλιση κυριαρχίας – άσκηση κυριαρχίας] διαφέρουν ριζικά ως προς τη σύλληψη και τον σκοπό τους, ενώ στρατηγικά βρίσκονται σε τελείως διαφορετικά πεδία.

Βεβαίως, λογικά, οι επιχειρήσεις άσκησης θαλάσσιας κυριαρχίας θα πρέπει να έπονται εκείνων που αφορούν την εξασφάλιση θαλάσσιας κυριαρχίας. Δηλ., αφού η επίτευξη θαλάσσιας κυριαρχίας αποτελεί τον ειδικό σκοπό του ναυτικού πολέμου, και αφού η εν λόγω κυριαρχία μπορεί να επιτευχθεί μόνιμα μόνο μέσω της καταστροφής των εχθρικών ναυτικών ενόπλων δυνάμεων, προκύπτει ότι, κανονικά, δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε σε κανένα άλλο σκοπό να παρεμβληθεί στην επικέντρωση των προσπαθειών μας στον υπέρτατο σκοπό, που είναι η εξασφάλιση της θαλάσσιας κυριαρχίας μέσω της καταστροφής των εχθρικών ναυτικών δυνάμεων. Εντούτοις, ο πόλεμος δεν διεξάγεται με βάση τη λογική. Η σειρά των ενεργειών που υπαγορεύει η λογική δεν είναι πάντοτε δυνατόν να ακολουθείται στην πράξη. Έχουμε ήδη δει το πώς, λόγω των ειδικών συνθηκών του ναυτικού πολέμου, άσχετες ή έκτακτες αναγκαιότητες παρεμβάλλονται καθιστώντας αναπόφευκτο οι επιχειρήσεις άσκησης θαλάσσιας κυριαρχίας είτε να συνοδεύουν είτε και να ακολουθούν τις επιχειρήσεις εξασφάλισης θαλάσσιας κυριαρχίας. Όντας ο πόλεμος ένα πολύπλοκο άθροισμα ναυτικών, στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών και ηθικών παραγόντων, οι πραγματικότητές του σπάνια προσφέρουν σε ένα ναυτικό επιτελείο μια ξεκάθαρη εικόνα με βάση την οποία τα στρατηγικά προβλήματα να μπορούν να επιλυθούν με καλά διατυπωμένους συλλογισμούς. Ο ναυτικός παράγοντας ποτέ δεν πρέπει να αγνοεί όλους τους υπόλοιπους. Από την έναρξη του πολέμου ένας ή περισσότεροι παράγοντες θα απαιτήσουν κάποιου είδους δράση προς την κατεύθυνση της άσκησης θαλάσσιας κυριαρχίας, η οποία δεν θα περιμένει να έρθει η σειρά της σύμφωνα με την ιεράρχησή της βάσει της λογικής [δηλαδή, πρώτα την εξασφαλίζουμε και μετά την ασκούμε]. Σε όλες τις συνήθεις περιπτώσεις και οι δύο κατηγορίες επιχειρήσεων [εξασφάλιση – άσκηση θαλάσσιας κυριαρχίας] σε μεγαλύτερη ή σε μικρότερη έκταση θα πρέπει να εφαρμοστούν από την έναρξη του πολέμου.

Από αυτή την ανάγκη προκύπτει και η σημασία να αντιληφθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο γενικών μορφών ναυτικών επιχειρήσεων. Μέσα στη βιασύνη και στην ένταση του πολέμου η σύγχυση μεταξύ τους είναι πολύ εύκολη. Έχοντας μια ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με τη διαφορά τους, μπορούμε τουλάχιστον να ξέρουμε τι κάνουμε. Μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο η κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση που αναλαμβάνουμε προωθεί την άσκηση θαλάσσιας κυριαρχίας εις βάρος της εξασφάλισής της. Κατά πόσο μια τέτοια θυσία της εξασφάλισης θαλάσσιας κυριαρχίας δικαιολογείται ή όχι και κατά πόσο ο ένας σκοπός [π.χ. η άσκηση κυριαρχίας] μπορεί να εξυπηρετήσει τον άλλο [π.χ. την εξασφάλιση κυριαρχίας ή αντίστροφα]. Εφαρμόζοντας αυτή τη διάκριση ως μέτρο ελέγχου [του σκοπού των επιχειρήσεων – μπούσουλα] μπορούμε να αποφύγουμε πολλά λάθη. Το ρίσκο που θα αναλάβουμε μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά θα είμαστε σε θέση να το αξιολογήσουμε με ακρίβεια σε σύγκριση με τη σπουδαιότητα του σκοπού που επιδιώκουμε, και θα το αναλάβουμε [το ρίσκο] με πλήρη επίγνωση και για συγκεκριμένο σκοπό. Πάνω απ’ όλα, θα επιτρέψει στο Επιτελείο να καθορίσει ξεκάθαρα στον κάθε διοικητή μοίρας ποια είναι η κύρια αποστολή του, και ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης που του ανατέθηκε. Πάνω απ’ όλα, σ’ αυτή την τελευταία θεώρηση και ειδικότερα στο σαφή καθορισμό του αντικειμενικού σκοπού έγκειται η κύρια πρακτική αξία της υπ’ όψιν διάκρισης [δηλ., μεταξύ άσκησης και εξασφάλισης της θαλάσσιας κυριαρχίας].

Η εν λόγω διάκριση θα ξεκαθαρίσει από τη στιγμή που θα αρχίσουμε να εξετάζουμε την άμυνα εναντίον εισβολής, η οποία καταλαμβάνει φυσικά την πρώτη θέση μεταξύ των επιχειρήσεων που αφορούν την άσκηση θαλάσσιου ελέγχου. Απ’ όλες τις τρέχουσες παραδοχές, καμμία δεν προκαλεί τόσο μεγάλη σύγχυση όσον αφορά στη διαμόρφωση της στρατηγικής, όσο αυτή που λέει ότι ο κύριος αντικειμενικός σκοπός του στόλου μας είναι πάντα ο στόλος του εχθρού. Όσον αφορά το στόλο μάχης και τις ναυτικές μονάδες από τις οποίες συγκροτείται, αυτό είναι βεβαίως αλήθεια, τουλάχιστον ενόσω ο εχθρός διατηρεί ένα στόλο μάχης ¨ωσεί παρόντα¨. Δηλαδή, είναι μεν αλήθεια όσον αφορά όλες τις επιχειρήσεις εξασφάλισης θαλάσσιου ελέγχου, αλλά για τις επιχειρήσεις άσκησης θαλάσσιου ελέγχου δεν αληθεύει. Στην περίπτωση που θα εξετάσουμε τώρα – άμυνα εναντίον εισβολής – ο ειδικός αντικειμενικός σκοπός είναι, και ήταν πάντοτε, ο εχθρικός στρατός εισβολής [και όχι ο εχθρικός στόλος μάχης]. Με βάση αυτή τη θεμελιώδη απαίτηση καταρτίστηκαν πάντοτε τα αμυντικά μας σχέδιά για την αντιμετώπιση εισβολής, από τη χρονιά της Ισπανικής Αρμάδας μέχρι το 1805.

Στις παραδόσεις του βασιλικού μας ναυτικού, αυτό το σημείο ήταν απόλυτα ξεκάθαρο. Οι διαταγές των ναυάρχων μας παγίως ανέφεραν το γεγονός ότι τα μεταγωγικά [του στρατού εισβολής] ήταν «ο κύριος αντικειμενικός μας σκοπός». Η όλη διάταξη του στόλου κατά τον αποκλεισμό που εφάρμοσε ο Hawke το 1759 βασιζόταν στον αυστηρό αποκλεισμό των [Γαλλικών] μεταγωγικών στο Morbihan[1]. Και όταν επιδίωξε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του εναντίον της μοίρας του Rochefort, ο Anson του υπενθύμισε αυστηρά ότι «ο κύριος αντικειμενικός σκοπός αυτή τη στιγμή» ήταν πρώτον, «να εμποδίσει την επιβίβαση των στρατευμάτων του εχθρού στο Morbihan,» και δεύτερο, «να εμποδίσει τα εχθρικά πλοία μάχης να φτάσουν έξω από την Brest.»[2] Παρομοίως, ο Αρχιπλοίαρχος Warren[3] το 1796, όταν είχε τη διοίκηση της μόνιμης μοίρας φρεγατών έξω από την Brest [που επέβαλαν αποκλεισμό στο λιμάνι της Brest], οι διαταγές που έδωσε στους πλοιάρχους του ήταν, σε περίπτωση που θα συναντούσαν συνοδευόμενα εχθρικά μεταγωγικά πλοία όφειλαν «πρώτα να επιτεθούν σ’ αυτά [στα μεταγωγικά] και να τα καταστρέψουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, πριν επιτεθούν στα πολεμικά πλοία που τα συνόδευαν, αλλά να περιμένουν το δικό του σήμα πριν προχωρήσουν σ’ αυτή την ενέργεια.»[4] Οι διαταγές του Lord Keith[5] όταν επιτηρούσε το στόλο μεταγωγικών του Ναπολέοντα ήταν επί της ιδίας γραμμής. «Να στρέψετε την κύρια προσοχή σας», έλεγε, «στην καταστροφή των πλοίων, σκαφών ή λέμβων που μεταφέρουν άνδρες, άλογα ή κανόνια (κατά προτίμηση, παρά στην καταστροφή των πολεμικών πλοίων που τα προστατεύουν), και κατά την αυστηρή εκτέλεση αυτού του πολύ σημαντικού καθήκοντος, να παραβλέψετε πλήρως τυχόν μομφή που πιθανόν θα σας αποδοθεί επειδή θα αποφύγετε να εμπλακείτε με εχθρικά πολεμικά πλοία, γιατί η απαγόρευση της αποβίβασης των στρατευμάτων είναι ο κύριος αντικειμενικός σας σκοπός, στον οποίο πρέπει να υποταχθούν όλες οι άλλες ενέργειές σας.»[6]

Και στις τακτικές επίσης, η ιδέα ήταν η ίδια όπως και στη στρατηγική. Ο εχθρικός στρατός [εισβολής] ήταν ο κύριος αντικειμενικός σκοπός περί τον οποίο περιστρέφονταν όλοι οι σχεδιασμοί. Στο Γαλλικό πολεμικό ναυτικό τη δύναμη και την αξιοπιστία αυτής της πρακτικής την είχαν κατανοήσει, τουλάχιστον, οι καλύτεροι Γάλλοι αξιωματικοί. Όταν το 1805 ο Ναπολέων ζήτησε τη συμβουλή του Ganteaume σχετικά με τις πιθανότητες ενός στολίσκου μεταγωγικών να διαλάθει της προσοχής του Αγγλικού στόλου και να περάσει τη Μάγχη για να εισβάλει στην Αγγλία, ο ναύαρχος του απάντησε ότι αυτό ήταν αδύνατο, επειδή κανενός είδους καιρικές συνθήκες δεν θα ανάγκαζαν τους Βρετανούς να χαλαρώσουν αρκετά τον αποκλεισμό που είχαν επιβάλει στο στολίσκο των Γαλλικών μεταγωγικών. «Στους προηγούμενους πολέμους,» είπε, «η εγρήγορση που επέδειξαν οι Άγγλοι ήταν αξιοθαύμαστη.»

Δεν υπήρξε εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα, ούτε κι όταν οι συνθήκες καθιστούσαν δύσκολη τη διάκριση μεταξύ του εχθρικού στόλου και του εχθρικού στρατού ως προς το ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, όταν το σχέδιο προέβλεπε τα μεταγωγικά του στρατού εισβολής να συνοδεύονται από το στόλο μάχης, όπως συνέβη στην περίπτωση της εισβολής του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Δεύτερον, όταν παρόλο που το σχέδιο προέβλεπε ο στόλος των μεταγωγικών και ο στόλος μάχης να δράσουν από δύο διαφορετικές γραμμές, οι δικοί μας αμυντικοί σχεδιασμοί ανάγκαζαν τον εχθρικό στόλο μάχης να πλεύσει προς την πορεία εισβολής του στόλου των μεταγωγικών για να εξουδετερώσει τυχόν απειλές, όπως συνέβη στην περίπτωση της Αρμάδας και της σχετικής επιχείρησης των Γάλλων το 1744.[7]

Στην τελευταία περίπτωση [του 1744] ο στρατός εισβολής, ο σκοπός του οποίου ήταν άγνωστος, βρισκόταν στην Δουνκέρκη, ενώ ένα τμήμα του Γαλλικού στόλου μάχης που θα κάλυπτε το διάπλου του προς στην Αγγλία, έπλεε προς τη Μάγχη. Ο Sir John Norris,[8] που διοικούσε το δικό μας στόλο στην περιοχή, βρισκόταν στο Downs [απέναντι από τη Δουνκέρκη]. Αν και σήμερα έχουμε σχεδόν ξεχάσει το όνομά του, ήταν ένας από τους μεγάλους θεμελιωτές της ναυτικής μας παράδοσης και ένας πρώτης τάξεως στρατηγιστής. Ενημερώνοντας την Κυβέρνηση για το σχέδιο δράσης του, ανέφερε ότι είχε την πρόθεση να πλεύσει με όλη τη μοίρα του έξω από τη Δουνκέρκη ώστε να εμποδίσει τα Γαλλικά μεταγωγικά να αποπλεύσουν. «Όμως,» λέει, «αν ατυχώς μπορέσουν να μας διαφύγουν κατά τη νύκτα και πλεύσουν βόρεια, προτίθεμαι να αποσπάσω μια υπέρτερη δύναμη με σκοπό να τους προλάβω και να τους καταστρέψω. Με τα υπόλοιπα πλοία της μοίρας μου θα αντιμετωπίσω το Γαλλικό στόλο που βρίσκεται τώρα στη Μάγχη ή θα τον παρακολουθήσω καλύπτοντας τις ακτές μας ανάλογα με τις συνθήκες, είτε θα καταδιώξω με όλες μου τις δυνάμεις το στόλο των μεταγωγικών.»[9] Σ’ αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για να οργανωθεί μια ειδική μοίρα ή ένας στολίσκος μικρών σκαφών, όπως ήταν η πάγια πρακτική, ο οποίος θα απαγόρευε το διάπλου του Γαλλικού αποβατικού στόλου, και έτσι ήταν επιβεβλημένο να χρησιμοποιηθεί ο στόλος μάχης γι’ αυτό το σκοπό. Με αυτά τα δεδομένα, ο Norris δεν θα επέτρεπε η παρουσία του εχθρικού στόλου μάχης να τον δελεάσει ώστε να απομακρυνθεί και να εγκαταλείψει τον αποκλεισμό που εφάρμοζε στο Γαλλικό στρατό εισβολής. Γι’ αυτό και παρέμεινε προσκολλημένος με τόση αποφασιστικότητα σ’ αυτή την αρχή. Όπως είπε, θα επιτίθετο άμεσα εναντίον των Γαλλικών μεταγωγικών αν απέπλεαν, ενώ θα προσπαθούσε μόνο περιορίσει τις κινήσεις του εχθρικού στόλου μάχης, εφαρμόζοντας αμυντική παρακολούθηση.

Στην περίπτωση της Αιγύπτου δεν υπήρχε καμμία διάκριση μεταξύ των δύο αντικειμενικών σκοπών [στρατού εισβολής και στόλου μάχης]. Το εκστρατευτικό σώμα του Ναπολέοντα απέπλευσε ως σύνολο [τα μεταγωγικά μαζί με το στόλο μάχης]. Και όμως, ο Νέλσον ανάπτυξε το στόλο του με βάση αυτή την ουσιώδη ιδέα. Τον οργάνωσε διαιρώντας τον σε τρεις «υπομοίρες». Μία με έξι πλοία και άλλες δύο από τέσσερα. «Δύο από αυτές τις υπομοίρες,» αναφέρει ο Berry,[10] o πλοίαρχος διοικητής των πλοίων του, «θα επιτήθεντο στα εχθρικά πλοία μάχης, ενώ η τρίτη θα κυνηγούσε τα μεταγωγικά με σκοπό να βυθίσει και να καταστρέψει όσα περισσότερα μπορούσε»[11]. Δηλαδή, ακριβώς προκειμένου να καταστρέψει το στρατό του Ναπολέοντα, προτίθετο να χρησιμοποιήσει όχι περισσότερα από δέκα, και πιθανώς μόνο οκτώ δικά του πλοία μάχης, εναντίον των έντεκα του στόλου μάχης του εχθρού.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που δείχνουν την επιμονή των Βρετανών να ορίζουν ως τον κύριο αντικειμενικό τους σκοπό το στρατό και όχι τον στόλο του εχθρού στις περιπτώσεις απειλούμενης εισβολής. Κανένα άλλο σημείο της ναυτικής μας παράδοσης μας δεν ήταν τόσο αυστηρά παγιωμένο. Βεβαίως, η σημασία του τονιζόταν πολύ πιο έντονα όταν ο εχθρικός στρατός και ο εχθρικός στόλος επιχειρούσαν ξεχωριστά σε διαφορετικές γραμμές επιχειρήσεων. Δηλαδή, όταν ο στρατός ανελάμβανε την κύρια επιθετική γραμμή [π.χ. για να εισβάλει στην Μ. Βρετανία] και ο στόλος τη γραμμή προστασίας [της γραμμής διάπλου του στρατού] ή την αμυντική γραμμή, οπότε συνεπακόλουθα, για το δικό μας στόλο, δεν υπήρχε σύγχυση μεταξύ των δύο αντικειμενικών σκοπών [δηλ. του εχθρικού στρατού και του εχθρικού στόλου μάχης]. Αυτή ήταν η συνηθισμένη περίπτωση, και ο λόγος που ήταν συνηθισμένη είναι αρκετά απλός. Μπορούμε να τον αναφέρουμε αμέσως καθ’ ότι προσφέρεται για να επιβεβαιώσει τη γενική αρχή επάνω στην οποία στηρίζεται το παραδοσιακό μας αμυντικό σύστημα.

Μια εισβολή στη Μεγάλη Βρετανία μπορεί να επιχειρηθεί μόνο μέσω μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας. Μπορεί ο στόλος μας να υπερέχει του εχθρικού ή όχι, όμως η θαλάσσια κυριαρχία θα πρέπει να είναι υπό αμφισβήτηση. Εάν έχουμε εξασφαλίσει την πλήρη θαλάσσια κυριαρχία, τότε δεν είναι δυνατή μια εισβολή, ούτε και πρόκειται να επιδιωχθεί. Εάν έχουμε απολέσει πλήρως τη θαλάσσια κυριαρχία τότε δεν θα είναι αναγκαία μια εισβολή, επειδή, ανεξαρτήτως της απειλής εισβολής, ούτως ή άλλως θα είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε μια συμφωνία ειρήνης με τους καλύτερους δυνατούς όρους που θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε. Τώρα, αν η θάλασσα δεν βρίσκεται υπό πλήρη κυριαρχία, προφανώς υπάρχουν δύο τρόποι για να επιχειρηθεί μια εισβολή. Πρώτον, ο εχθρός μπορεί να προσπαθήσει να εισβάλει διασπώντας τη ναυτική μας αμυντική οργάνωση με τα μεταγωγικά του και το στόλο μάχης σε ένα σώμα. Αυτή ήταν η πρωταρχική ανεπεξέργαστη ιδέα επί της οποίας σχεδιάστηκε αρχικά η Ισπανική εισβολή του Φίλιππου του ΙΙ[12] από τον ξακουστό του ναύαρχο Santa-Cruz.[13] Εντούτοις, η εν τω μεταξύ αποκτηθείσα εμπειρία από την εξέλιξη της στρατιωτικής επιστήμης, τον έπεισε για τις αδυναμίες του σχεδίου του. Μια μάζα μεταγωγικών σκαφών μαζί με πλοία μάχης αποτελεί την πιο γνωστή βραδυκίνητη και ευάλωτη μηχανή πολέμου από όσες έχουν υπάρξει μέχρι τώρα. Όσο πιο αδύναμη είναι η ναυτική άμυνα της απειλούμενης χώρας, με τόσο μεγαλύτερη επιμονή θα κυνηγήσει μια τέτοια «μηχανή» εισβολής. Όπου η επαφή με τον εχθρικό στόλο είναι σίγουρη, και κυρίως σε περιορισμένα νερά, όπως ήταν σε εκείνη την περίπτωση, ένας τέτοιος σχεδιασμός θα δώσει στον αμυνόμενο όλες τις ευκαιρίες που θα ευχόταν. Και ο εισβολέας δεν πρόκειται να πετύχει το σκοπό του, εφόσον θα παραμείνουμε σταθερά αποφασισμένοι να προσηλωμένοι στον κύριο αντικειμενικό σκοπό, δηλ. τα εχθρικά μεταγωγικά, και όχι να σπάσουμε το κεφάλι μας επιτιθέμενοι στα πλοία που τα συνοδεύουν.

Εντούτοις, όπου η επαφή με τον εχθρό δεν είναι σίγουρη [π.χ. σε ανοικτή θάλασσα και όχι σε περιορισμένα νερά], η εισβολή μέσω μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας μπορεί να πετύχει αν ο στόλος εισβολής διαφύγει [διαφεύγοντας της προσοχής] του αμυνόμενου στόλου μάχης, όπως έγινε στην περίπτωση της εισβολής του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Όμως εκείνη η επιχείρηση ανήκει σε μια τελείως διαφορετική κατηγορία από αυτή που εξετάζουμε τώρα. Τότε, δεν υφίστατο κανένας από τους παράγοντες στους οποίους βασίζεται το παραδοσιακό σύστημα άμυνας της Βρετανίας. Επρόκειτο για μιαν επιχείρηση σε ανοικτή θάλασσα εναντίον ενός μακρινού και ασαφούς αντικειμενικού σκοπού, ο οποίος δεν διέθετε ναυτικές δυνάμεις για να αμυνθεί [Αίγυπτος]. Αντιθέτως, στη δική μας περίπτωση, οι αποφασιστικοί παράγοντες είναι η μόνιμη ύπαρξη ναυτικής άμυνας, ένας σχεδόν πλήρως διευκρινισμένος αντικειμενικός σκοπός και μια περιορισμένη θάλασσα, όπου το να διαφύγει μια ναυτική δύναμη εισβολής οποιασδήποτε ισχύος και να περάσει απαρατήρητη είναι αδύνατον. Αυτό που έκανε ο Ναπολέων πρακτικά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά να ξεφύγει από έναν ανοικτό αποκλεισμό, μετά τον οποίον δεν είχε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε άλλη ναυτική άμυνα. Η ουσιώδης σημασία αυτών των ζητημάτων θα αναδειχθεί καθώς θα προχωρούμε και θα επισημαίνουμε τα χαρακτηριστικά που σημάδεψαν όλες τις προσπάθειες εισβολής στην Αγγλία. Από τις εν λόγω προσπάθειες θα εξαιρέσουμε βεβαίως τις αποβάσεις που έγιναν στην Ιρλανδία, οι οποίες, επειδή δεν ήταν της δυναμικότητας μιας εισβολής, εμπίπτουν σε άλλη κατηγορία, την οποία θα εξετάσουμε αργότερα.

Επειδή το σχέδιο να επιχειρηθεί εισβολή με την άμεση συμμετοχή του στόλου μάχης, ο οποίος να συνοδεύει τα μεταγωγικά κατά την εισβολή, έχει στο παρελθόν απορριφθεί ως μη αποδεκτό, ο εισβολέας δεν έχει άλλη επιλογή παρά να υιοθετήσει διαφορετική γραμμή για τα μεταγωγικά του, και να αναπτύξει το στόλο μάχης με τέτοιο τρόπο ώστε να απαγορεύσει στον εχθρικό στόλο να ελέγξει την πορεία των μεταγωγικών. Με λίγα λόγια, αυτό είναι το πρόβλημα της εισβολής διά μέσου μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας. Παρόλο το μεγάλο ιστορικό σειράς αποτυχιών, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις σημαδεύτηκαν και από ναυτικές τραγωδίες, διάφοροι στρατηγιστές χερσαίας αντίληψης, από τον Parma[14] μέχρι τον Ναπολέοντα, επέμειναν πεισματικά στην άποψη ότι μπορεί να υπάρξει λύση στο πρόβλημα αυτό που να μην απαιτεί την ολοκληρωτική νίκη επί του εχθρικού στόλου άμυνας. Δοκίμασαν κάθε τέχνασμα που μπόρεσαν να σκεφτούν ξανά και ξανά. Δοκίμασαν να ξεφύγουν από την επιτήρησή μας εφαρμόζοντας απλό αιφνιδιασμό ή να ξεφύγουν με αντιπερισπασμό ή διασπείροντας τις δικές μας αμυντικές ναυτικές δυνάμεις. Το προσπάθησαν επιχειρώντας να αποκτήσουν τοπικό θαλάσσιο έλεγχο μέσω μιας τοπικής αιφνιδιαστικής ναυτικής νίκης ή προσπαθώντας να παρασύρουν το στόλο μας τόσο μακριά από τις Αγγλικές θάλασσες ώστε να αποκτήσουν προσωρινά τοπική υπεροχή. Το αποτέλεσμα όμως ήταν πάντα το ίδιο. Όλες τους οι προσπάθειες κατέληγαν πάντα σε δύο εναλλακτικές επιλογές – είτε θα έπρεπε να νικήσουν το δικό μας στόλο μάχης σε ναυμαχία, είτε θα έπρεπε να συνενώσουν το δικό τους στόλο μάχης με το στόλο των μεταγωγικών τους, οπότε έφταναν και πάλι σε εκείνη ακριβώς την κατάσταση που βασικά προσπαθούσαν να αποφύγουν [δηλ. να ενεργήσει ο στόλος των μεταγωγικών και ο στόλος μάχης ως μία κοινή μάζα].

Η αλήθεια είναι ότι όσες προσπάθειες έγιναν για εισβολή στην Αγγλία χωρίς να είχε προ-εξασφαλιστεί η θαλάσσια κυριαρχία, κατέληξαν σε ένα φαύλο κύκλο, από τον οποίο ποτέ δεν υπήρξε διέξοδος. Ανεξαρτήτως του πόσο ιδιοφυές ή πολύπλοκο ήταν το σχέδιο του εχθρού, η επιμονή και η προσήλωσή μας στο καθορισμό ως κύριου αντικειμενικού σκοπού των ναυτικών μας δυνάμεων του στρατού εισβολής [και όχι του στόλου μάχης του εχθρού], έθετε πάντοτε σε κίνηση μια διαδικασία διάβρωσης των εχθρικών επιχειρήσεων που στο τέλος τις καθιστούσε το σχέδιο ανέφικτο. Οι φάσεις της [της εν λόγω διαδικασίας] είναι διακριτές και επαναλαμβανόμενες, μπορούν δε να διατυπωθούν διαγραμματικά ως ακολούθως: –

Όταν η απόφαση είναι η εισβολή να γίνει από δύο ξεχωριστές γραμμές, ο στρατός εισβολής συγκεντρώνεται σε ένα σημείο που βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην ακτή που θα επιχειρήσει να εισβάλει. Δηλαδή, στο σημείο της μικρότερης θαλάσσιας απόστασης από την ακτή εισβολής, ώστε κατά το διάπλου του να είναι εκτεθειμένος στους αμυνόμενους όσο λιγότερο χρόνο γίνεται. Ο στόλος μάχης και προστασίας των μεταγωγικών [του στρατού εισβολής], θα επιχειρήσει από ένα άλλο σημείο που θα βρίσκεται σε τέτοια απόσταση ώστε να παρασύρει τον αμυνόμενο στόλο μάχης όσο πιο μακριά γίνεται από την πορεία διάπλου των μεταγωγικών. Η απάντηση του αμυνόμενου είναι [α], είτε να αποκλείσει τα λιμάνια στα οποία ο στρατός του εχθρού θα επιβιβαστεί στα μεταγωγικά με έναν στολίσκο μικρών σκαφών ικανών να καταστρέψουν τα μεταγωγικά [β], είτε να αναπτύξει ναυτική άμυνα [με πλοία] στην ακτή στην οποία αναμένει ότι θα επιχειρηθεί η απόβαση, την οποία να μην μπορούν τα μεταγωγικά να διασπάσουν χωρίς άλλη βοήθεια [γ], είτε, που είναι και το πιθανότερο, να συνδυάσει και τις δύο πιο πάνω μεθόδους. Εδώ αποκαλύπτεται αμέσως η πρώτη πλάνη του σχεδίου εισβολής. Δηλαδή, όσο πιο στενή είναι η θάλασσα [πιο μικρή η απόσταση που θα διανύσουν τα μεταγωγικά], τόσο πιο εύκολα μπορεί να επιτηρηθεί από τον αμυνόμενο. Επομένως, η διαφυγή των μεταγωγικών χωρίς να τα αντιληφθεί ο αμυνόμενος είναι αδύνατη, οπότε προκύπτει η ανάγκη δοθεί στα μεταγωγικά επαρκής μαχητική ισχύς μέσω συνοδείας, δηλ. με άλλα λόγια να προστατευτούν από τις επιθέσεις του στολίσκου μικρών σκαφών. Ο αμυνόμενος, από την άλλη, θα ενισχύσει το στολίσκο μικρών σκαφών με καταδρομικά και μεσαίας ισχύος πολεμικά πλοία, ενώ ο εισβολέας για να διασπάσει το εν λόγω αμυντικό σύστημα θα χρειαστεί μια μοίρα πλοίων μάχης. Έτσι, εάν ο αμυνόμενος επιμείνει πεισματικά στην εφαρμογή της στρατηγικής που πάντα ακολουθούσαμε, δημιουργείται για τον εισβολέα μια τόσο αδύναμη και δυσχερής κατάσταση που όλος ο σχεδιασμός του καταρρέει. Ο δικός μας στόλος μάχης αρνιόταν να επιτεθεί στο στόλο μάχης του εχθρού. Πάντοτε λάμβανε θέση μεταξύ του στόλου μάχης του εισβολέα και του αποκλεισμένου λιμανιού από το οποίο θα απέπλεαν τα μεταγωγικά εχθρικά πλοία, ώστε να καλύπτει και να υποστηρίζει την άμυνα του δικού μας στολίσκου μικρών σκαφών που εφάρμοζε τον αποκλεισμό. Για να μπορέσει μια μοίρα μάχης του εχθρού να διασπάσει το πιο πάνω αμυντικό μας σύστημα και να ενισχύσει τη συνοδεία των μεταγωγικών του στρατού, θα έπρεπε είτε να ναυμαχήσει τη δική μας μοίρα μάχης, είτε να την παραπλανήσει τόσο πολύ ώστε να μπορέσει να την ξεγελάσει και να περάσει απαρατήρητη. Όμως, αφού εξ ορισμού [όπως προαναφέρθηκε] ο εισβολέας προσπαθεί να εισβάλει χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη θαλάσσια κυριαρχία με ναυμαχία, το πρώτο που θα κάνει είναι να προσπαθήσει να ενισχύσει τη συνοδεία των μεταγωγικών παραπλανώντας το δικό μας στόλο μάχης και διαφεύγοντας της προσοχής του. Σ’ αυτή την περίπτωση βρίσκεται αμέσως αντιμέτωπος με μια νέα δυσκολία. Για να ενισχύσει το στόλο των μεταγωγικών του θα πρέπει να διαιρέσει το στόλο μάχης του, και κάτι τέτοιο είναι τόσο φαύλο και έχει τόσο μεγάλη αρνητική επίδραση στο ηθικό που δεν βρέθηκε ποτέ κανένας εισβολέας να το διακινδυνεύσει. Κι αυτό για τον εξής λόγο. Για να πετύχει η παραπλάνηση από μια μοίρα του στόλου του εισβολέα, θα πρέπει να φέρει εν όψει τον υπόλοιπο στόλο του ώστε να τραβήξει την προσοχή του αμυνόμενου στόλου και να τον παρασύρει. Όμως έτσι, εάν δεν έχει πολύ μεγάλη υπεροχή σε ναυτικές μονάδες – που για τη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμε ότι δεν έχει [διαφορετικά πρώτα θα εξασφάλιζε ναυμαχώντας τη θαλάσσια κυριαρχία] – διατρέχει το σοβαρότατο κίνδυνο να προσβληθούν ξεχωριστά η μία μετά την άλλη και να καταστραφούν και οι δύο μοίρες του. Η εφαρμογή του συγκεκριμένου σχεδίου εισβολής ζητήθηκε αρκετές φορές από τις Κυβερνήσεις [της Γαλλίας], αλλά αντιμετώπισε τόσο μεγάλες αντιδράσεις, τόσο από το στόλο όσο και από τον στρατό ξηράς, που όλες τις φορές εγκαταλείφθηκε και ο εισβολέας βρέθηκε τελικά αντιμέτωπος με ένα φαύλο κύκλο. Δηλ. αδυνατώντας να ενισχύσει ικανοποιητικά το στόλο των μεταγωγικών του χωρίς να διαιρέσει το στόλο μάχης του, αναγκάζεται να φέρει ολόκληρο το στόλο μάχης κοντά στο στόλο των μεταγωγικών για να τον ενισχύσει ή να εγκαταλείψει την προσπάθεια να εισβάλει μέχρις ότου εξασφαλίσει τη θαλάσσια κυριαρχία με ναυμαχία.

Έτσι το παραδοσιακό Βρετανικό σύστημα ποτέ δεν απέτυχε να φέρει τον εχθρό προ αδιεξόδου. Και βλέπουμε ότι το εν λόγω σύστημα θεμελιώθηκε πάνω στον ορισμό του εχθρικού στρατού [και όχι του στόλου] ως του κύριου αντικειμενικού σκοπού. Εφαρμόζαμε αποκλεισμό του εχθρικού στρατού, πρώτον, με το στόλο των μικρών σκαφών, που αναλόγως της κατάστασης ενισχυόταν με ισχυρότερες ναυτικές μονάδες και δεύτερον, με την υποστήριξη του στόλου μάχης. Το όλο σύστημα βασίζεται στον αποκλεισμό που εφάρμοζε ο στολίσκος μικρών σκαφών και επάνω σ’ αυτόν χτίζεται. Οι τοπικοί κίνδυνοι διάσπασης ή παράκαμψης του αποκλεισμού, καθόριζαν τον αναγκαίο βαθμό ενίσχυσης του στολίσκου μικρών σκαφών. Η ανάγκη προστασίας του αποκλεισμού καθόριζε τη θέση και τις ενέργειες του στόλου μάχης [που προστάτευε το στολίσκο μικρών σκαφών, ο οποίος εφάρμοζε τον αποκλεισμό].

Μερικά τυπικά παραδείγματα θα βοηθήσουν να καταδειχθεί πώς το σύστημα αυτό λειτούργησε αποτελεσματικά στην πράξη κάτω από όλες τις συνθήκες. Η πρώτη επιστημονική προσπάθεια να επιχειρηθεί εισβολή σε δύο γραμμές, σε αντίθεση με τις χονδροειδείς μαζικές μεθόδους [στόλος μάχης και μεταγωγικά μαζί] που εφαρμόστηκαν το Μεσαίωνα, ήταν η Ισπανική εκστρατεία του 1588. Παρ’ όλο που οι Ισπανοί περίμεναν βοήθεια εκ των έσω (από τους δυσαρεστημένους καθολικούς), η επιχείρηση σχεδιάστηκε ως πραγματική εισβολή. Δηλαδή, σαν μια επιχείρηση με στόχο τη μόνιμη κατάκτηση ξένης χώρας. Ο Parma, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής, ζήτησε από τον Ισπανικό στόλο όχι μόνο να προστατεύσει τη μεταφορά των στρατευμάτων του και να υποστηρίξει την απόβαση, αλλά επίσης «να διατηρήσει ανοικτές τις επικοινωνίες του ώστε να διασφαλιστεί η ροή προμηθειών και πυρομαχικών.»[15]

Δίνοντας ο Parma οδηγίες η εισβολή να γίνει από δύο γραμμές, η αρχική του πρόθεση του ήταν να περάσει το στρατό του απέναντι με αιφνιδιασμό. Εντούτοις, όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχθηκε αδύνατο να κρατήσει τα σχέδιά του μυστικά. Έτσι, πολύ πριν ετοιμαστεί ο στρατός του αποκλείστηκε πλήρως από ένα Ολλανδικό στολίσκο μικρών σκαφών υποστηριζόμενο από μια Αγγλική μοίρα. Πράγματι, ήταν τόσο αυστηρός ο αποκλεισμός του στρατού του από τους Άγγλους, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μέχρι και υπερβολικός. Η κύρια δύναμη του Αγγλικού στόλου τηρούνταν στη γραμμή διάπλου του εχθρικού στρατού, υπό τον Howard,[16] ενώ μόνο ο Drake[17] στάλθηκε δυτικά. Μόνο ένεκα της μεγάλης επιμονής εκείνου του μεγάλου ναυμάχου τελειοποιήθηκε η συγκεκριμένη διάταξη του στόλου, που αργότερα υιοθετήθηκε παγίως. Δηλ. ολόκληρος ο στόλος, με εξαίρεση τη μοίρα που υποστήριζε το στολίσκο μικρών σκαφών [ο οποίος εφάρμοζε τον αποκλεισμό], συγκεντρώθηκε δυτικά σε θέση που κάλυπτε εκ του μακρόθεν τον αποκλεισμό. Έτσι στήθηκε η «συνήθης» κατάσταση, η οποία μπορούσε να καταλήξει σε ένα μόνο αποτέλεσμα. Ο αιφνιδιασμός εκ μέρους του Parma κατέστη αδύνατος. Ο Parma δεν μπορούσε να κινηθεί [να κινήσει το στρατό του] εκτός κι αν διασπούσε τον αποκλεισμό. Ούτε, παρουσία του Αγγλικού στόλου μάχης, θα μπορούσε να διασπάσει τον αποκλεισμό με μια ξαφνική παρέμβαση. Οι ασαφείς αναφορές του Ισπανικού σχεδίου να επιδιώξουν να κρατήσουν τον Αγγλικό στόλο μακριά από τη γραμμή διάπλου των μεταγωγικών, είτε απειλώντας να επιτεθούν στη Δυτική Χώρα είτε αποκλείοντάς τον μέσα σε κάποιο δυτικό λιμάνι, δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοστούν. Κανένα από αυτά τα τεχνάσματα δεν θα απελευθέρωνε τον Parma για να κινηθεί. Έτσι, ο Δούκας της Medina-Sidonia[18] διατάχθηκε να πλεύσει κατ’ ευθείαν στη Δουνκέρκη, ει δυνατόν χωρίς να εμπλακεί με τον Αγγλικό στόλο, και εκεί να διασπάσει τον αποκλεισμό και να εξασφαλίσει το διάπλου των μεταγωγικών του στρατού εισβολής [δηλ. να συνενωθεί ο στόλος μάχης με το στολίσκο των μεταγωγικών !].

Μπορεί να υπήρχε η σκέψη στο μυαλό του [Ισπανού] Βασιλιά ότι θα μπορούσε να πετύχει ο παραπάνω σχεδιασμός χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει, όμως ο Parma όπως κι ο κάθε εποχιακός Ισπανός ναυτικός γνώριζαν καλά πως ο Αγγλικός στόλος θα έπρεπε να ηττηθεί ολοκληρωτικά πριν μπορέσουν τα Ισπανικά μεταγωγικά να ξεμυτίσουν από το λιμάνι. Μια τέτοια ναυμαχία ήταν πράγματι αναπόφευκτη, και η διάταξη του Αγγλικού στόλου διασφάλιζε ότι οι Ισπανοί θα έπρεπε να τον ναυμαχήσουν έχοντας το εγγενές μειονέκτημα που συνεπάγονταν οι δύο ξεχωριστές γραμμές επιχειρήσεων. Οι Άγγλοι θα επιδίωκαν εμπλακούν με τον εχθρικό στόλο σε τέτοια απόσταση από τη γραμμή διάπλου των μεταγωγικών που θα τους επέτρεπε να διενεργούν συνεχείς επιθέσεις εναντίον του εχθρού, σε νερά άγνωστα στους Ισπανούς, κοντά όμως στα δικές τους βάσεις υποστήριξης και ανεφοδιασμού. Έτσι δεν θα ήταν αναγκαίο να προχωρήσουν άμεσα σε μια ναυμαχία ζωής ή θανάτου μέχρι που οι Ισπανοί να παρασυρθούν στα περιορισμένα νερά της στενής θάλασσας από όπου θα γινόταν ο διάπλους των μεταγωγικών με τον στρατό εισβολής, οπότε και τα δύο τμήματα του Βρετανικού στόλου θα συνέκλιναν εκεί για να δώσουν την τελική μάχη [ο κύριος όγκος του στόλου που βρισκόταν δυτικά και η μοίρα μάχης που υποστήριζε το στολίσκο μικρών σκαφών]. Οι Ισπανοί θα έφταναν εκεί με χαμηλό ηθικό λόγω της αδυναμίας τους να κτυπήσουν αποτελεσματικά τους Βρετανούς, και η κατάστασή τους θα επιδεινωνόταν ακόμα περισσότερο λόγω των άγνωστων γι’ αυτούς θαλασσών και του άσχημου καιρού. Όλα αυτά δεν τα έφερε η τύχη. Ήταν εγγενή στις στρατηγικές και γεωγραφικές συνθήκες της συγκεκριμένης κατάστασης. Η ανάπτυξη του Αγγλικού στόλου εκμεταλλεύθηκε πλήρως αυτές τις συνθήκες. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο ότι ο Ισπανικός στρατός εισβολής δεν μπορούσε καν να κινηθεί, αλλά ότι τα πλεονεκτήματα των Άγγλων κατά την τελική ναυμαχία ήταν τόσο μεγάλα, που μόνο χάρις σε μια εύνοια της τύχης, που άλλαξε την κατεύθυνση του ανέμου, σώθηκε η Αρμάδα από ολοκληρωτική καταστροφή πάνω στις Ολλανδικές ακτές.

Σ’ εκείνη βεβαίως την περίπτωση, οι Άγγλοι είχαν στη διάθεσή τους άπλετο χρόνο για να αναπτύξουν το στόλο τους στις κατάλληλες θέσεις. Στη συνέχεια είναι καλό να αναφέρουμε ένα παράδειγμα μιας άλλης περίπτωσης, κατά την οποία ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης και όπου τα αμυντικά μέτρα που λήφθηκαν, στην πράξη αυτοσχεδιάστηκαν κάτω από την πίεση της στιγμής.

Η εν λόγω περίπτωση ήταν η Γαλλική επιχείρηση του 1744. Τη χρονιά εκείνη όλοι οι παράγοντες ευνοούσαν τον εισβολέα. Η θέση της Αγγλία είχε υπονομευτεί από τη ¨στάση¨ των Ιακωβίνων. Η Σκωτία βρισκόταν σε αναταραχή και αποτελούσε απειλή. Το ναυτικό βρισκόταν στη χειρότερή του κατάσταση όσον αφορά το ηθικό, την οργάνωση και τη διοίκηση. Και η κυβέρνηση βρισκόταν στα χέρια της διαβόητης «Μεθυσμένης Διοίκησης.»[19] Για τρία χρόνια βρισκόμασταν σε ατελέσφορο πόλεμο με την Ισπανία υποστηρίζοντας τη Μαρία Θηρεσία[20] στο έδαφος της Ευρώπης εναντίον της Γαλλίας, με αποτέλεσμα να παραμελήσουμε την άμυνά μας που έφτασε στο ναδίρ. Το ναυτικό μας αριθμούσε τότε 183 ιστιοφόρα – ίσο περίπου αριθμό με το άθροισμα των αντίστοιχων ιστιοφόρων της Γαλλίας και της Ισπανίας – όμως, λόγω της έντασης του πολέμου στη Μεσόγειο και της ανάγκης επιτήρησης του Ατλαντικού, μόνο 43 από αυτά, συμπεριλαμβανομένων 18 πλοίων της γραμμής μάχης, ήταν διαθέσιμα για την υπεράσπιση των θαλασσών της Μεγάλης Βρετανίας. Ακόμα κι αν υπολογίσουμε όλα τα πλοία που «μπορούσαν να ανταποκριθούν» (“within call”) κατά τον όρο της εποχής, η Κυβέρνηση διέθετε επί τόπου μόλις το ¼ του συνολικού στόλου της για να αντιμετωπίσει την κρίση. Αναφορικά με τις δυνάμεις ξηράς η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη. Αρκετά περισσότερος από το μισό στρατό της Αγγλίας βρισκόταν στο εξωτερικό μαζί με το Βασιλιά, ο οποίος βοηθούσε την Αυτοκράτειρα-Βασίλισσα (Elector of Hanover). Εντούτοις, δεν είχε κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας. Το καλοκαίρι ο Βασιλιάς νίκησε στη μάχη του Dettingen[21]. Το φθινόπωρο ακολούθησε επίσημη συμμαχία με τη Μαρία Θηρεσία. Η Γαλλία απάντησε σ’ αυτήν κλείνοντας μυστική συμμαχία με την Ισπανία, και προκειμένου να εμποδίσει την περαιτέρω εμπλοκή της Βρετανίας στην Ευρώπη, αποφάσισε να κτυπήσει το Λονδίνο σε συνεργασία με τους εξεγερμένους Ιακωβίνους. Η επιχείρησή τους θα ήταν ένας «κεραυνός από τη θάλασσα» πριν την επίσημη κήρυξη πολέμου και κατά το μεσοχείμωνο, όταν τα καλύτερα πλοία του στόλου της Αγγλίας θα ήταν παροπλισμένα. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε να γίνει σε δύο γραμμές. Ο στρατός θα ξεκινούσε από τη Δουνκέρκη και ο στόλος που θα κάλυπτε τα μεταγωγικά του στρατού από την Brest.

Ο αιφνιδιασμός είχε σχεδιαστεί θαυμάσια. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ουτρέχτης το λιμάνι της Δουνκέρκης είχε καταστραφεί, και παρόλο που οι Γάλλοι για αρκετό καιρό το επισκεύαζαν μυστικά, δεν ήταν ακόμα κατάλληλο για να δεχθεί ένα στόλο μεταγωγικών. Παρά τις προειδοποιήσεις του Sir John Norris, του αρχαιότερου ναυάρχου του Βρετανικού Ναυτικού, η συγκέντρωση στρατευμάτων στις γειτονικές περιοχές της Δουνκέρκης, τα οποία που προέρχονταν από το Γαλλικό στρατό της Φλάνδρας, θεωρήθηκε απλά σαν μετακίνηση στρατευμάτων για να διαχειμάσουν. Προκειμένου δε να μην προκαλέσουν υποψίες, τα απαιτούμενα μεταγωγικά σκάφη κατέπλευσαν μυστικά σε άλλα λιμάνια, με βάση ψεύτικα ναυλοσύμφωνα, ώστε να συγκεντρωθούν έξω από τη Δουνκέρκη μόνο την τελευταία στιγμή. Με την ίδια μαεστρία κρατήθηκε μυστική και η κινητοποίηση του στόλου στην Brest. Με σκοπίμως ψεύτικες πληροφορίες που έξυπνα διοχέτευσαν οι Γάλλοι στους κατασκόπους μας, και παράλληλα προχωρώντας σε έναν επιδεικτικό ανεφοδιασμό των πλοίων τους, που κανονικά θα αφορούσε ένα μεγάλης διάρκειας ταξίδι [και όχι σύντομο όπως η απόσταση Brest Αγγλίας], η Βρετανική Κυβέρνηση πίστεψε ότι ο κύριος στόλος των Γάλλων θα απέπλεε για να συνενωθεί με τους Ισπανούς στη Μεσόγειο. Παράλληλα, η μοίρα που προοριζόταν να συνοδεύσει τα Γαλλικά μεταγωγικά που θα εκτελούσαν την εισβολή στην Αγγλία από τη Δουνκέρκη, παρουσιάστηκε εντέχνως ότι εξοπλιζόταν για να εκτελέσει καταδρομική επιχείρηση στις Δυτικές Ινδίες.

Όσον αφορά τη μυστικότητα, οι προετοιμασίες που έγιναν άγγιξαν την τελειότητα. Παρ’ όλα αυτά ο σχεδιασμός περιείχε το «μοιραίο συστατικό». Ο στρατός εισβολής σχεδίαζε να κτυπήσει μέσα στον Τάμεση, στο Tilbury. Όμως όσο απόλυτη κι αν ήταν η μυστικότητα, ο Γάλλος Στρατάρχης Saxe[22], ο οποίος ήταν επικεφαλής της επιχείρησης, δεν θα μπορούσε να περάσει τη Μάγχη με τα μεταγωγικά του χωρίς συνοδεία. Μέσα στον Τάμεση υπήρχαν συνεχώς πολλά Αγγλικά σκάφη ιδιωτών πειρατών, καθώς και εξοπλισμένα εμπορικά. Επιπλέον, κυκλοφορούσαν αρκετά καταδρομικά που είχαν αποστολή την προστασία του Αγγλικού εμπορίου. Έτσι, η μοίρα που η Βρετανική Κυβέρνηση υπέθετε ότι προοριζόταν για τις Δυτικές Ινδίες, θα αποδεσμευόταν από το στόλο της Brest μόλις αυτός θα έμπαινε στη Μάγχη και θα έπλεε για να συναντήσει τα μεταγωγικά έξω από τη Δουνκέρκη. Ο Marquis de Roquefeuille[23] με τον υπόλοιπο κύριο στόλο θα ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ενέργεια των Βρετανικών πλοίων που βρίσκονταν στο Portsmouth, είτε ναυμαχώντας τα είτε εφαρμόζοντάς τους ναυτικό αποκλεισμό.

Τίποτε δεν φαινόταν απλούστερο και τίποτε δεν υποσχόταν πιο σίγουρη επιτυχία. Η Βρετανική Κυβέρνηση φαινόταν να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Η επιχείρηση είχε προγραμματιστεί για την πρώτη βδομάδα του Ιανουαρίου, και ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου όταν επιτέλους οι Άγγλοι άρχισαν να παρακολουθούν τακτικά το λιμάνι της Brest με καταδρομικά. Με βάση τις αναφορές των καταδρομικών προχώρησαν στη συγκρότηση μιας ισοδύναμης μοίρας, που θα ήταν έτοιμη για απόπλου με το νέο χρόνο. Μέχρι τότε, περί τα 20 πλοία της γραμμής μάχης ήταν έτοιμα ή σχεδόν έτοιμα στο Nore [στις εκβολές του Τάμεση], στο Portsmouth και στο Plymouth, και παράλληλα είχε εκδοθεί σχετική ανακοίνωση/πρόσκληση για την επάνδρωσή τους. Για διάφορους λόγους οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να αναβάλουν την επιχείρηση. Τελικά στις 6 Φεβρουαρίου ο Roquefeuille θεάθηκε να αποπλέει από την Brest με 19 πλοία της γραμμής μάχης. Η είδηση έφτασε στο Λονδίνο στις 12 Φεβρουαρίου και την επομένη μέρα ο Norris διατάχθηκε να υψώσει τη σημαία του στο Spithead [έξω από το Portsmouth]. Οι διαταγές που έλαβε ήταν «να λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο ώστε να εμποδίσει οποιανδήποτε απόβαση στα [Αγγλικά] βασίλεια.»[24] Τα εν λόγω προληπτικά μέτρα λήφθηκαν λόγω της πληροφορίας ότι ο νεαρός Διεκδικητής[25] [του θρόνου] είχε αναχωρήσει από τη Ρώμη με προορισμό τη Γαλλία. Η Κυβέρνηση δεν είχε υποψιαστεί ακόμα το σχέδιο που εξυφαινόταν στη Δουνκέρκη. Δεν ήταν παρά στις 20 του μηνός που ένας λαθρέμπορος από το Ντόβερ τους έδωσε σχετικές πληροφορίες και τελικά άνοιξαν τα μάτια τους.

Μια η δυο μέρες αργότερα τα Γαλλικά μεταγωγικά θεάθηκαν να πλέουν προς τη Δουνκέρκη, αλλά οι Άγγλοι νόμισαν πως επρόκειτο για το Γαλλικό στόλο της Brest. Έτσι, δόθηκε διαταγή στον Norris να τα ακολουθήσει. Μάταια αυτός προσπάθησε να τους μεταπείσει. Γνώριζε ότι ο Γαλλικός στόλος βρισκόταν ακόμα δυτικά του δικού του. Όμως, η διαταγή τού επαναδιαβιβάστηκε και έτσι αναγκάστηκε να υπακούσει. Με την παλίρροια να έχει κατεύθυνση προς τα βόρεια της Μάγχης και ανατολικό άνεμο, έφτασε στο Downs [το στενότερο σημείο της Μάγχης, στο Καλαί] όπου συνενώθηκε με τη μοίρα του Nore στις 28 του μηνός. Η ιστορία αναφέρεται συνήθως σ’ αυτή την εσφαλμένη κίνηση ως την ευτυχή συγκυρία η οποία έσωσε τη χώρα από την εισβολή. Όμως δεν ήταν έτσι. O Saxe είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν θα επιχειρούσε την εισβολή χωρίς συνοδεία, γιατί τότε σίγουρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τα Αγγλικά πλοία που βρίσκονταν στον Τάμεση, τα οποία ήταν αρκετά για να καταστρέψουν τα μεταγωγικά του. Στην πραγματικότητα η κίνηση που η Κυβέρνηση επέβαλε στον Norris να κάνει, υπονόμευσε την επιχείρηση των Άγγλων γιατί εμπόδισε τον Norris να πλεύσει με όλο το στόλο του και να καταστρέψει το Γαλλικό στόλο της Brest, σταματώντας έτσι εκεί την εισβολή [αφού αν καταστρεφόταν ο Γαλλικός στόλος ο Saxe, που είχε ήδη αποφασίσει να μην διασχίσει τη Μάγχη χωρίς συνοδεία, δεν θα μπορούσε να έχει καμμιά δυνατότητα συνοδείας].

Ο Roquefeuille έλαβε τις τελικές διαταγές του ενώ βρισκόταν έξω από το Start.[26] Διατάχθηκε να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια ώστε να ναυμαχήσει τον κύριο Αγγλικό στόλο, ή τουλάχιστον να εμποδίσει την περαιτέρω συγκέντρωσή του. Παράλληλα θα έπρεπε να αποσπάσει μια μοίρα 4 πλοίων της γραμμής μάχης υπό το Ναύαρχο Barraille,[27] η οποία θα κατευθυνόταν στη Δουνκέρκη για να παράσχει προστασία στα μεταγωγικά του Saxe. Η διαταγή αυτή για τη διαίρεση του Γαλλικού στόλου ήταν αναπόφευκτη και οφειλόταν στην «λαβή» που εφαρμόσαμε στο Γαλλικό στρατό στη Δουνκέρκη [αποκλείοντάς τον]. Οι δύο Γάλλοι αξιωματικοί [ο Roquefeuille και ο Barraille] αναστατώθηκαν, και όπως και ο Medina-Sidonia, αποφάσισαν να παραμείνουν σε επαφή μέχρι που να φτάσουν στο Isle of Wight, και να παραμείνουν εκεί μέχρι που να έρθουν σε επαφή με τον Saxe και τους πιλότους των Στενών του Ντόβερ. Τους είχε καταλάβει η νευρικότητα που είναι αναπόσπαστη από αυτού του τύπου τις επιχειρήσεις. Ο Roquefeuille εξήγησε στην Κυβέρνησή του ότι ήταν αδύνατο να γνωρίζει πόσα και ποια πλοία του εχθρού είχαν περάσει προς το Downs, και ότι όταν ο Barraille θα έφτανε έξω από τη Δουνκέρκη πιθανόν να βρισκόταν σε μειονεκτική θέση έναντι των πλοίων του εχθρού. Ολοκλήρωσε το μήνυμά του με το συνηθισμένο τρόπο ζητώντας να κινηθεί προς τη γραμμή διάπλου των μεταγωγικών ολόκληρος ο στόλος του σαν ένα σώμα. Εντούτοις, φτάνοντας έξω από το Portsmouth και βασιζόμενος σε μια αναγνώριση που έγινε κάτω από συνθήκες πυκνής ομίχλης, πίστεψε ότι ολόκληρος ο στόλος του Norris βρισκόταν ακόμα εκεί [και όχι στο Downs] και έτσι απόσπασε τη μοίρα του Barraille, ο οποίος έφτασε με ασφάλεια στη Δουνκέρκη.

Ο Saxe, μη γνωρίζοντας ότι ο Norris βρισκόταν ήδη στο Downs, προχώρησε άμεσα στην επιβίβαση των στρατευμάτων του στα μεταγωγικά. Όμως, ο κακός καιρός καθυστέρησε την επιβίβαση για τρεις μέρες και έτσι η επιχείρηση διασώθηκε από πλήρη καταστροφή, αφού η επιβίβαση θα γινόταν στις προσβάσεις του λιμανιού της Δουνκέρκης και έτσι θα ήταν εκτεθειμένη στην επίθεση που ήταν έτοιμος να εξαπολύσει ο Norris με το στολίσκο των πυρπολικών και των σκαφών-βομβών [φορτωμένων με πυρίτιδα].

Η Γαλλική μοίρα της Brest, γλύτωσε και αυτή παρά τρίχα. Ο Saxe και το επιτελείο του ακούγοντας κάποιες φήμες ότι ο Norris είχε κινηθεί προς το Downs, έπαθαν ¨ναυτία¨, η οποία φαίνεται ότι πάντα καταλαμβάνει ένα στρατό όταν βρίσκεται σε αναμονή να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που συνεπάγεται ο διάπλους μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας. Ήθελε κι αυτός να τον συνοδεύσει κατά το διάπλου ολόκληρος ο Γαλλικός στόλος, και έδωσε σχετική διαταγή στον Roquefeuille να προχωρήσει σύμφωνα και με τη δική του εισήγηση. Έχοντας πλήρη άγνοια της παρουσίας του Norris στο Downs, ο οποίος διέθετε περισσότερα και ισχυρότερα πλοία της γραμμής από τα δικά του, κατέφθασε με τα 15 πλοία που είχε ακόμα υπό τις διαταγές του για να ενωθεί με τη μοίρα του Barraille. O Norris πληροφορήθηκε για την άφιξή του, και τότε ήταν που έγγραψε τη θαυμάσια εκτίμηση, που προαναφέρθηκε, η οποία αφορούσε τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης.

«Καθώς θεωρώ,» είπε, «πως η μεγαλύτερη υπηρεσία προς τη Μεγαλειότητα του είναι να εμποδίσω να αποβιβαστούν τα Γαλλικά στρατεύματα σε οποιονδήποτε τμήμα της χώρας, αποφάσισα … να αγκυροβολήσω έξω από της αμμουδιές της Δουνκέρκης, όπου θα έχουμε τις καλύτερες πιθανότητες να τους κρατήσουμε μέσα.» Δηλαδή, αποφάσισε να κρατήσει ακινητοποιημένο το Γαλλικό στρατό ανεξαρτήτως των κινήσεων του Γαλλικού στόλου, και καθώς ο αντικειμενικός σκοπός του Saxe δεν ήταν τελείως ξεκάθαρος, θα το πετύχαινε αυτό εφαρμόζοντας κλειστό αποκλεισμό. «Όμως», συνέχισε, «εάν παρ’ όλα αυτά καταφέρουν να αποπλεύσουν τη νύκτα και να διαφύγουν προς τα βόρεια [δηλαδή προς τη Σκωτία], σκοπεύω να αποσπάσω μια υπέρτερη μοίρα για να τους κυνηγήσει, να τους προλάβει και να τους καταστρέψει, ενώ με τα υπόλοιπα πλοία είτε θα αντιμετωπίσω το Γαλλικό στόλο που βρίσκεται ήδη στη Μάγχη ή θα τον παρακολουθήσω καλύπτοντας τις ακτές μας ανάλογα με τις συνθήκες, είτε θα κυνηγήσω τα μεταγωγικά με όλη μου τη δύναμη.»[28] Αυτό σήμαινε ότι θα αντιμετώπιζε τον εχθρικό στρατό με επιθετική πρόθεση και τον εχθρικό στόλο με αμυντική, το δε σχέδιό του εγκρίθηκε πλήρως από το Βασιλιά.

Σχετικά με το ποιο από τα δύο σχέδια θα ακολουθούσε τελικά, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι η επιλογή του θα εξαρτιόταν από τη δύναμη του εχθρικού στόλου, γιατί τον είχαν πληροφορήσει ότι η μοίρα του Rochefort είχε συνενωθεί με εκείνην του Roquefeuille [οπότε η δική του δύναμη υπολειπόταν σε ισχύ]. Όμως, οι αμφιβολίες του γρήγορα διαλύθηκαν. Την επομένη έμαθε ότι ο Roquefeuille βρισκόταν στο Dungeness διαθέτοντας μόνο 15 πλοία της γραμμής. Αμέσως εκμεταλλεύτηκε όλα τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής θέσης, που του πρόσφερε η ανάγκη του Roquefeuille να πλεύσει προς υποστήριξη των μεταγωγικών του Γαλλικού στρατού στη Δουνκέρκη. Με αξιοθαύμαστη διαύγεια πνεύματος είδε ότι είχε το χρόνο να επιτεθεί με όλο το στόλο του εναντίον του Γαλλικού εχθρικού στόλου χωρίς να παράλληλα να εγκαταλείψει τη «λαβή» του επί της γραμμής διάπλου των μεταγωγικών του εχθρικού στρατού. Έδρασε άμεσα. Μόλις εμφανίστηκαν στον ορίζοντα οι Γάλλοι, ύψωσε το σήμα της «Γενικής Καταδίωξης». Ο Roquefeuille γλύτωσε παρά τρίχα τον αιφνιδιασμό ενώ βρισκόταν ακόμα αγκυροβολημένος, λόγω μιας νηνεμίας που σταμάτησε την επίθεση των Άγγλων. Τη νηνεμία την ακολούθησε μια ακόμα πολύ σφοδρή θύελλα, κατά την οποία οι Γάλλοι δραπέτευσαν με μια καταστροφική άτακτη υποχώρηση του τύπου ¨ ο σώζων εαυτόν σωθείτο¨, ενώ ο στόλος των μεταγωγικών τους καταστράφηκε ολοσχερώς. Το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο ότι απέτυχε η εισβολή στη Μ. Βρετανία αλλά και ότι εξασφαλίσαμε την κυριαρχία στις θάλασσές μας για όλο το υπόλοιπο του πολέμου.

Βλέπουμε ότι η όλη Γαλλική επιχείρηση, ενώ είχε υπέρ της όλα τα πλεονεκτήματα, τελικά ακολούθησε κι αυτή τη συνηθισμένη πορεία της φθοράς και της κατάρρευσης. Κι αυτό γιατί παρ’ όλο το καλά καταρτισμένο σχέδιο και την άψογη σύλληψή του, εμπεριείχε εγγενείς αδυναμίες, που αποκαλύφθηκαν κατά την εκτέλεση της επιχείρησης. Οι εν λόγω αδυναμίες, ως συνήθως, ανάγκασαν τους Γάλλους να επιχειρήσουν αδέξια να συνενώσουν το στόλο μάχης τους με το στόλο των μεταγωγικών. Έτσι, εμείς από την πλευρά μας, μπορέσαμε να εμποδίσουμε τη συνένωσή τους, έχοντας όλα τα πλεονεκτήματα υπέρ μας, τα οποία προέκυψαν από το ότι διαθέταμε μια κεντρική ¨μάζας¨ επί της αποκαλυφθείσας και βεβαίας γραμμής διάπλου του εχθρικού στρατού εισβολής [δηλ. μια κατάλληλη ναυτική δύναμη μεταξύ του στολίσκου των μεταγωγικών και του Γαλλικού στόλου μάχης].

Κατά την επόμενη επιχείρηση, αυτήν του 1759, οι Γάλλοι κατάρτισαν ένα νέο έξυπνο σχέδιο για να ξεπεράσουν αυτή την αδυναμία [δηλ. να μην αναγκαστούν να συνενώσουν το κύριο στόλο μάχης με το στόλο των μεταγωγικών τους]. Η αρχική ιδέα του Αρχιστράτηγου Belleisle,[29] όπως κι αυτή του Ναπολέοντα, ήταν να συγκεντρώσει το στρατό του στο Ambleteuse[30] και στη Boulone, και να αποφύγει την συγκέντρωση μεταγωγικών σκαφών, που θα γινόταν αντιληπτή από τους Άγγλους, αντικαθιστώντας τα με βάρκες επίπεδης καρίνας, που θα περνούσαν το στρατό του απέναντι. Όμως η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε πριν προχωρήσει η υλοποίησή της και αντικαταστάθηκε με ένα πιο πανούργο σχέδιο. To απατηλό πλεονέκτημα ενός γρήγορου διάπλου του στρατού εισβολής εγκαταλείφθηκε. Αντ’ αυτού προτιμήθηκε ο στρατός εισβολής να ξεκινήσει από τρία διαφορετικά σημεία, απομακρυσμένα μεταξύ τους και έχοντας όλα μπροστά τους να διαπλεύσουν μέχρι τις ακτές της Αγγλίας, ανοικτή θάλασσα – από τη Δουνκέρκη θα εξαπολυόταν μια επιδρομή αντιπερισπασμού και δύο ακόμα σημαντικότατες δυνάμεις θα ξεκινούσαν από τη Havre και το Morbihan στη Νότια Βρετάνη [στις εκβολές του π. Le Blavet, βορείως του Quiberon]. Για να εξασφαλίσουν δε ικανοποιητικό θαλάσσιο έλεγχο της περιοχής, με το Γαλλικό στόλο της Brest θα συνενώνονταν οι στολίσκοι της Μεσογείου και των Δυτικών Ινδιών.

Παρατηρούμε ότι ο νέος παράγοντας που εισήγαγε η νέα διάταξη των Γάλλων, ήταν ότι ο δικός μας στόλος προκάλυψης – δηλ., η Δυτική Μοίρα που βρισκόταν έξω από την Brest – θα έπρεπε να επιβάλει με τα καταδρομικά του δύο ανοικτούς αποκλεισμούς, ένα σε κάθε πλευρά της. Όσο κι αν φαινόταν δύσκολη αυτή η κατάσταση, επιλύθηκε επί τη βάσει των παλιών κατευθυντήριων γραμμών. Οι δύο μεραρχίες του Γαλλικού στρατού στη Δουνκέρκη και στο Morbiham είχαν καθηλωθεί από δύο μοίρες Αγγλικών καταδρομικών, οι οποίες είχαν την ικανότητα, αν παρ’ ελπίδα απέπλεαν τα μεταγωγικά των Γάλλων, να τα ακολουθήσουν στην ανοικτή θάλασσα και να τα προσβάλουν. Η τρίτη Γαλλική μεραρχία στη Havre, η οποία για τη μεταφορά της διέθετε μόνο βάρκες επίπεδης καρίνας, καθηλώθηκε από ένα στολίσκο μικρών σκαφών επαρκώς υποστηριζόμενο. Η Γαλλική μεραρχία στη Havre βρέθηκε σε αδιέξοδο. Δεν μπορούσε να κινηθεί εκτός κι αν κατέφθανε κάποια μοίρα μάχης η οποία θα ανέτρεπε τα δεδομένα. Όμως καμμιά αλλαγή της κατεύθυνσης των ανέμων δεν θα μπορούσε να διευκολύνει την άφιξη κάποιας μοίρας από τη Brest. O Hawke, ο οποίος είχε την ευθύνη του κύριου αποκλεισμού [στη Brest], θα μπορούσε μεν να παρασυρθεί μακριά από τους ανέμους, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να αποτύχει να προσβάλει οποιαδήποτε Γαλλική μοίρα θα επιχειρούσε να αποπλεύσει από τη Brest και να μπει στη Μάγχη για να υποστηρίξει τη μεραρχία στη Havre. Με τη Γαλλική μεραρχία στο Morbihan τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Στην περίπτωση που οι άνεμοι θα παρέσερναν μακριά [από την Brest] τον Hawke μια Γαλλική μοίρα θα μπορούσε να αποπλεύσει από την Brest και να φτάσει στο Morbihan διασπώντας των αποκλεισμό των Αγγλικών καταδρομικών. Πράγματι, η Γαλλική Κυβέρνηση διέταξε όπως ένα τμήμα του στόλου της Brest επιχειρήσει ακριβώς αυτή την ενέργεια. Εντούτοις, ο Conflans, που είχε υπό τις διαταγές του το στόλο της Brest, διαμαρτυρήθηκε λέγοντας πως οι δυνάμεις του [στη Brest] ήταν πολύ περιορισμένες για να διαιρεθούν στα δύο, κι αυτό λόγω της αποτυχημένης προσπάθειας να ενισχυθεί ο στόλος της Brest με τους στολίσκους της Μεσογείου και των Δυτικών Ινδιών. Ήδη, ο Boscawen είχε νικήσει το Γαλλικό στολίσκο της Μεσογείου έξω από το Lagos,[31] και επίσης, αν και ο στολίσκος των Δυτικών Ινδιών τα κατάφερε να μπει στην Brest, τελικά αποδείχθηκε, όπως έγινε και στο μεγάλο σχέδιο της συγκέντρωσης [των στόλων] του Ναπολέοντα, ότι δεν ήταν έτοιμος για μάχη. Έτσι, διαμορφώθηκαν και πάλι οι συνθήκες της παλιάς κατάστασης, που αναγκαστικά επέβαλε η εφαρμογή της παλιάς αμυντικής μεθόδου [δηλ. ο εξαναγκασμός του Γαλλικού στόλου μάχης να συνενωθεί με το στόλο των μεταγωγικών]. Στο τέλος, δηλαδή, ο Conflans δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να πλεύσει με όλο το στόλο του προς τα Γαλλικά μεταγωγικά στο Morbihan. Αμέσως, ο Hawke του επιτέθηκε και το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του Γαλλικού στόλου στο Quiberon. Μόνο η Γαλλική μεραρχία στη Δουνκέρκη μπόρεσε να ξεφύγει από τον Αγγλικό αποκλεισμό. Αλλά η μικρή της αριθμητική δύναμη, που ήταν το στοιχείο που της επέτρεψε να διαφύγει απαρατήρητη, την εμπόδισε επίσης από το να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Άγγλους. Τα σκάφη της, μετά που αποβίβασαν τα λίγα Γαλλικά στρατεύματα στην Ιρλανδία, καταστράφηκαν ολοσχερώς. Έτσι και πάλι η προσπάθεια των Γάλλων να εισβάλουν διαπλέοντας μια μη κυριαρχούμενη θάλασσα, το μόνο αποτέλεσμα που είχε ήταν η απώλεια του στόλου τους.

Η επιχείρηση του 1979 τονίζει αυτές τις αρχές ακόμα πιο έντονα, γιατί δείχνει ότι εφαρμόζονται ακόμα και όταν ο στόλος μας στις Αγγλικές ακτές ήταν πολύ πιο αδύναμος από τον εχθρικό. Σ’ αυτή την περίπτωση η ιδέα του εισβολέα ήταν να συγκροτήσει δύο εκστρατευτικές δυνάμεις στο Χερβούργο και στη Χάβρη, οι οποίες, υπό την κάλυψη μιας κατά πολύ υπέρτερης ναυτικής δύναμης συγκροτημένης από τo μεικτό Ισπανικό και Γαλλικό στόλο, θα συνενώνονταν στη θάλασσα και θα κατελάμβαναν το Portsmouth και το Isle of Wight. Ήταν περί τις αρχές του καλοκαιριού που αντιληφθήκαμε το σχέδιό τους και αμέσως συγκροτήθηκαν στο Downs και στα Channel Islands δύο μοίρες καταδρομικών και στολίσκοι ελαφρών σκαφών, με αποστολή να παρακολουθούν τις Γαλλικές ακτές και να εμποδίσουν τη συγκέντρωση τον Γαλλικών μεταγωγικών. Η Ισπανία δεν είχε ακόμα κηρύξει τον πόλεμο, αλλά περιμέναμε να το κάνει. Ο κύριος στόλος μας υπό το βετεράνο Sir Charles Hardy,[32] ο οποίος διετέλεσε υποδιοικητής του Norris το 1744, διατάχθηκε να πλεύσει έξω από την Brest για να εμποδίσει τυχόν προσπάθεια κάποιας Ισπανικής μοίρας να μπει στο λιμάνι της Brest. Εντούτοις, οι Γάλλοι μας πρόλαβαν και κατάφεραν να αποπλεύσουν πριν φτάσει ο Hardy, και να συνενωθούν με τους Ισπανούς έξω από το Finisterre.[33] Ο συνενωθείς Ισπανικός και Γαλλικός στόλος διέθετε περί τα 50 πλοία της γραμμής μάχης, σχεδόν διπλάσια από τα δικά μας. Ο Γαλλικός στρατός εισβολής, υπό τον Dumouriez[34] ως Αρχηγό του Επιτελείου του, αριθμούσε περί τους 50,000 άνδρες, μια δύναμη την οποία δεν θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε στην ξηρά. Επομένως όλα ευνοούσαν την επιτυχία του σχεδίου των Γάλλων. Και όμως στο ναυτικό μας, τουλάχιστον, επικρατούσε ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης ότι δεν θα μπορούσε να γίνει καμμιά εισβολή.

Οι διάνοιες πίσω από τη ναυτική μας άμυνα ήταν ο Lord Barham (τότε Sir Charles Middleton) στο Ναυαρχείο και ο Kempenfelt Αρχηγός του στόλου. Επάνω στη μεταξύ τους αλληλογραφία εκείνης της περιόδου βασίζεται, εν μέρει, η εξαιρετικά πολύτιμη στρατηγική ανάλυση που κατέχουμε σήμερα. Η ιδέα των Γάλλων ήταν να μπουν στη Μάγχη με τις κατά πολύ υπέρτερες ναυτικές τους δυνάμεις, και ενώ θα κατέστρεφαν ή θα κρατούσαν καθηλωμένη τη δύναμη του Hardy, θα αποσπούσαν μια μοίρα κατάλληλης ισχύος η οποία θα διασπούσε τον αποκλεισμό που είχαν επιβάλει τα Αγγλικά καταδρομικά [στη Χάβρη και στο Χερβούργο] και θα συνόδευε τα μεταγωγικά κατά τον διάπλου τους προς το Portsmouth και το Isle of Wight. Ο Kempenfelt ήταν σίγουρος ότι δεν θα τα κατάφερναν. Ήταν πεπεισμένος ότι ενόσω θα μπορούσε να παραμένει εν πλω και προς δυσμάς του εχθρικού στόλου, η δυσκίνητη και ασύνδετη μάζα του μεικτού Ισπανο-Γαλλικού στόλου θα αποδεικνυόταν ανίσχυρη μπροστά στη σχετική συνοχή και στη μεγάλη ευκινησία του δικού του στόλου, παρόλο που ήταν σημαντικά πιο αδύναμος. Η εκτίμησή του για την ισχύ και τις δυνατότητες ενός ευκίνητου αλλά πιο αδύναμου στόλου έχει ήδη αναφερθεί.[35] Όταν η πιο δύσκολη κατάσταση έγινε πλήρως γνωστή, και αναφέρθηκε ότι ο εχθρικός στόλος βρισκόταν ακριβώς έξω από το στόμιο της Μάγχης, έστειλε ακόμα μια επιστολή στον Middleton. Η μόνη του αμφιβολία ήταν εάν ο στόλος του είχε την απαιτούμενη συνοχή και ευκινησία. «Δεν φαίνεται,» είπε, «να έχουμε εξετάσει ικανοποιητικά το γεγονός ότι η σχετική ισχύς δύο στόλων εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την πλεύση τους. Ο στόλος που πλέει με μεγαλύτερη ταχύτητα έχει σαφές πλεονέκτημα, επειδή μπορεί να εμπλακεί ή όχι σε ναυμαχία όταν αυτός το αποφασίσει. Έτσι έχει την ευχέρεια να επιλέξει την ευνοϊκότερη ευκαιρία για να επιτεθεί. Νομίζω ότι μπορώ με ασφάλεια να διακινδυνεύσω τη γνώμη ότι 25 πλοία της γραμμής συντονισμένα θα είναι αρκετά για να απειλήσουν και να παρενοχλήσουν αυτή τη μεγάλη και δυσκίνητη Αρμάδα σε βαθμό που να την εμποδίσουν να καταφέρει οτιδήποτε. Κι αυτό θα το πετύχουν με το να πλέουν συνεχώς κοντά της, έχοντας ανά πάσα στιγμή ετοιμότητα να εκμεταλλευτούν την κάθε ευκαιρία που θα παρουσιαστεί, υπό τη μορφή διάσπασης της Αρμάδας λόγω σκότους, καταιγίδας ή ομίχλης. Έτσι θα ορμήσουν στα πλοία που αποσπάστηκαν, θα αποκόψουν τυχόν νηοπομπές εφοδίων που προορίζονται για την Αρμάδα και αν επιχειρήσουν εισβολή, θα εξαναγκάσουν ολόκληρο τον εχθρικό στόλο να συνοδεύσει τα μεταγωγικά. Ακόμα και τότε θα τους είναι αδύνατο να τα προστατεύσουν [τα μεταγωγικά] πλήρως από ένα τόσο ενεργητικό και ευκίνητο στόλο.»[36]

Έχουμε εδώ, από την πένα ενός από τους αξιότερους κυβερνήτες μας, το πραγματικό κλειδί της λύσης – δηλ. τη δύναμη να εξαναγκαστεί η κύρια μάζας του εχθρικού στόλου να συνοδεύσει τα μεταγωγικά. Βεβαίως, ο Hardy το ήξερε καλά αυτό από την εμπειρία που είχε το 1744 και έδρασε ανάλογα. Αυτή η περίπτωση είναι η πιο εντυπωσιακή, γιατί η άμυνα έναντι της απειλούμενης εισβολής δεν ήταν ολόκληρο το πρόβλημα που έπρεπε να επιλύσει. Το πρόβλημά του περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο με τις οδηγίες που του δόθηκαν. Δηλ., ότι θα έπρεπε επίσης να αποτρέψει μια πιθανή απόβαση του εχθρού στην Ιρλανδία, ενώ παράλληλα θα έπρεπε να καλύπτει και την άφιξη μεγάλων νηοπομπών με εφόδια. Σε απάντηση, την 1η Αυγούστου, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να λάβει θέση 10 με 20 λεύγες Δ-ΝΔ των νήσων Scilly, «θέση που κατά τη γνώμη μου,» είπε, «είναι η καταλληλότερη για να εξασφαλίσω το εμπόριο που αναμένεται από της Ανατολικές και τις Δυτικές Ινδίες και για ανακόψω τους εχθρικούς στόλους σε περίπτωση που θα επιχειρήσουν να μπουν στη Μάγχη.»[37] Υπογράμμισε τις τελευταίες λέξεις, προφανώς θέλοντας να δείξει ότι πίστευε πως δεν θα επιχειρούσαν να διακινδυνεύσουν κάτι τέτοιο ενόσω θα τηρούσε τη θέση του δικού του ετοιμοπόλεμου στόλου προς Δυσμάς. Αυτή την τακτική ακολούθησε μέχρι που ένα μήνα αργότερα αναγκάστηκε να ελλιμενιστεί για να ανεφοδιαστεί με προμήθειες. Ακόμα όμως και τότε, συνέχισε να αποφεύγει τον εχθρό [ώστε ο στόλος του να παραμείνει ετοιμοπόλεμος και να συνιστά πραγματική απειλή για τον εχθρό, που δεν θα μπορούσε να τον αγνοήσει], δεν έπλευσε προς το Plymouth, αλλά κατ’ ευθείαν στο St. Helen [κοντά στο Liverpool]. Αυτή του η κίνηση θεωρήθηκε σαν αδικαιολόγητη υποχώρηση, η οποία την εποχή εκείνη προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στο επιτελείο του στόλου. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι η κίνησή του ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με την αρχή βάσει της οποίας ο στρατός εισβολής ήταν ο κύριος αντικειμενικός σκοπός. Από τη στιγμή που ο στόλος του Hardy δεν μπορούσε να παραμείνει κι άλλο στη θάλασσα χωρίς ανεφοδιασμό, τότε το καταλληλότερο σημείο για να ανεφοδιαστεί ήταν επάνω στη πορεία διάπλου του εισβολέα. Ενόσω θα ήταν εκεί, δεν θα μπορούσε να πετύχει η όποια εισβολή εκτός κι αν ο στόλος του Hardy εξουδετερωνόταν. Είναι αλήθεια ότι τώρα ο Ισπανο-Γαλλικός στόλος [έξω από το Finisterre] θα μπορούσε να συνενωθεί με τα μεταγωγικά [στο Χερβούργο και στη Χάβρη], όμως η προοπτική ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν προκαλούσε μεγάλη ανησυχία στον Hardy, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση θα είχε την ευκαιρία να κάνει στον εχθρό αυτό που έπαθαν οι Ισπανοί το 1588. «Θα κάνω το παν,» είπε, «για να τους κατευθύνω μέσα στη Μάγχη.»[38] Έχουμε εδώ και πάλι την παλιά αρχή. Αν όλα εξελιχθούν με το χειρότερο τρόπο, τότε ενόσω θα μπορείς να εξαναγκάσεις τον εχθρικό στόλο προστασίας [συγκροτούμενο από πλοία της γραμμής μάχης] να συνενωθεί με το στόλο των μεταγωγικών, και ειδικά εντός περιορισμένων υδάτων, τότε για τον εισβάλλοντα, το ρίσκο της εισβολής ξεπερνά το αποδεκτό ρίσκο του πολέμου.

Έτσι και αποδείχθηκε. Στις 14 Αυγούστου ο Count d’ Orvilliers,[39] αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων, έφτασε στο ακρ. Lizard και επί δυο βδομάδες προσπαθούσε ν’ αναγκάσει τον Hardy να ναυμαχήσει. Μέχρι να το πετύχει αυτό δεν ανελάμβανε το ρίσκο ούτε να μπει με το στόλο του στη Μάγχη ούτε να αποσπάσει κάποια μοίρα, η οποία θα διασπούσε τον αποκλεισμό που επέβαλαν τα Αγγλικά καταδρομικά έξω από τα λιμάνια που στρατοπέδευε ο στρατός εισβολής. Οι χωρίς αποτέλεσμα προσπάθειές του εξουθένωσαν την αντοχή του στόλου του, την οποία ήδη είχε εξασθενίσει σοβαρά η μεγάλη απόσταση από το σημείο της αρχικής του συγκέντρωσης στο Finisterre [από όπου ξεκίνησε]. Έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Brest σημαντικά πιο αδύναμος και πριν μπορέσει να καταφέρει οτιδήποτε. Σε εκείνη την εκστρατεία οι σύμμαχοι [Ισπανοί και Γάλλοι] δεν μπόρεσαν να βγουν ξανά στη θάλασσα. Αλλά ακόμα κι αν τα κατάφερναν, ο Hardy και ο Kempenfelt, θα μπορούσαν να παίξουν το «αμυντικό τους παιχνίδι» επ’ αόριστο, ενώ κάθε φορά, καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, θα είχαν όλο και περισσότερες πιθανότητες να καταφέρουν στον εχθρικό στόλο κάποιο καίριο πλήγμα.

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να νικήσουν, αν και είναι αλήθεια ότι ο Dumouriez το θεωρούσε δυνατόν. Πίστευε ότι η όλη επιχείρηση θα πετύχαινε εάν εφαρμοζόταν ένας αντιπερισπασμός με το κύριο μέρος του στόλου του να πλέει εναντίον της Ιρλανδίας και υπό την κάλυψή του να επιχειρηθεί η coup de main [χαριστική βολή] εναντίον του Isles of Wight, «για την οποία,» είπε, «έξι ή οκτώ πλοία της γραμμής μάχης θα ήταν αρκετά.» Όμως, είναι αφελής η υπόθεση ότι τόσο παλιοί και έμπειροι ναυτικοί όπως ο Hardy και ο Kempenfelt, θα μπορούσαν τόσο εύκολα να εξαπατηθούν και να εγκαταλείψουν την επιτήρηση της γραμμής διάπλου [των μεταγωγικών του στρατού εισβολής]. Εάν πράγματι ο Dumouriez αποσπούσε μια μοίρα για αυτό το σκοπό με πορεία προς τη Μάγχη, τότε είναι σίγουρο ότι, σύμφωνα και με την παράδοση, θα την ακολουθούσαν είτε διαθέτοντας μια υπέρτερη ναυτική δύναμη, είτε με ολόκληρο το στόλο τους.

Οι πολύ γνωστές εκστρατείες του Μεγάλου Πολέμου ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Υπό τις οδηγίες του Ναπολέοντα εφαρμόστηκε όλη η γκάμα του κάθε συστήματος, που στο παρελθόν είχε δημιουργήσει ελπίδες επιτυχίας. Αρχίζοντας από την αρχική ιδέα, δηλ. ο στρατός του να περάσει απέναντι κρυφά μέσα σε μικρές βάρκες χωρίς καρίνα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη συνηθισμένη άμυνα του στολίσκου μικρών σκαφών [ο οποίος επέβαλλε στο στρατό του αποκλεισμό]. Μετά ήλθε η μόνη νέα ιδέα του, η οποία συνίστατο στον εξοπλισμό των μεταγωγικών ώστε να μπορέσουν να περάσουν απέναντι χωρίς συνοδεία. Απαντήσαμε ενισχύοντας το στολίσκο μικρών σκαφών. Αφού πείστηκε από την πράξη ότι το σχέδιό του δεν ήταν πλέον πρακτικό, σκέφτηκε να διασπάσει τον αποκλεισμό με την αιφνιδιαστική άφιξη, από μακριά, μιας ταχύπλοης μοίρας μάχης. Για την υλοποίηση αυτής της ιδέας κατάρτισε διάφορα καλομελετημένα σχέδια, αλλά όλα αποδείχθηκαν ανεφάρμοστα, μέχρι που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη ανάγκη να φέρει κοντά στα μεταγωγικά για να τα υποστηρίξει έναν πολύ ισχυρότερο στόλο μάχης. Οι εμπειρίες δύο αιώνων δεν τον δίδαξαν τίποτε. Μέσω της συγκέντρωσης του στόλου μάχης σε σημείο πολύ πιο μακριά από ότι στο παρελθόν, πίστεψε ότι θα μπορούσε να διασπάσει τη θανάσιμη λαβή του εχθρού του [τον αποκλεισμό των μεταγωγικών του]. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εξουθενώσει σε τόσο μεγάλο βαθμό το στόλο του ώστε να μην μπορέσει ποτέ να αντιμετωπίσει τις πραγματικές δυσκολίες μιας ναυμαχίας. Δυσκολίες που ο κάθε ναύαρχος στην υπηρεσία του γνώριζε ότι υπερέβαιναν τις δυνάμεις του Αυτοκρατορικού Ναυτικού [της Γαλλίας]. Ούτε [ο Ναπολέων] πλησίασε ποτέ να προσεγγίσει έστω τη λύση του προβλήματος που έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του – δηλ. να εισβάλει [στην Αγγλία] διά μέσου μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας. Με τον απόρθητο αποκλεισμό που εφάρμοζε ο στόλος των μικρών σκαφών μας να καλύπτεται αυτομάτως από τις μοίρες μάχης του στόλου μας στα ανοικτά του Ushant, ο στρατός του δεν θα έπρεπε καν να είχε ξεκινήσει, εκτός κι αν κατάφερνε να πετύχει μια τέτοια αποφασιστική νίκη επί του Αγγλικού στόλου μάχης, η οποία θα του εξασφάλιζε την κυριαρχία στη θάλασσα. Και βεβαίως με τον απόλυτο έλεγχο της θάλασσας το πέρασμα του στρατού εισβολής στην απέναντι ακτή δεν θα παρουσίαζε καμμιά δυσκολία.

Σχετικά με την λειτουργία αυτών των αρχών κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες δεν έχουμε να παρουσιάσουμε κάποιο παράδειγμα. Η δυνατότητα της ελεύθερης κίνησης [της απεξάρτησης από τον άνεμο] θα πρέπει απαραίτητα να τροποποιήσει την εφαρμογή τους. Από την ανακάλυψη της ατμοκίνησης έχουν γίνει μόνο δύο εισβολές διά μέσου μη κυριαρχούμενης θάλασσας – αυτή της Κριμαίας το 1854 και αυτή στη Μαντζουρία το 1904. Όμως και οι δύο δεν είναι απόλυτα σχετικές γιατί σε καμμιά τους δεν υπήρξε ναυτική άμυνα για να τις αντιμετωπίσει. Όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι μια τέτοια ναυτική άμυνα που θα εφαρμοστεί κατά τον παλιό τρόπο θα είναι λιγότερο αποτελεσματική από ότι παλαιότερα. Τότε, η βάση της ήταν ο στολίσκος των μικρών σκαφών, και από τότε που άρχισε η χρησιμοποίηση της τορπίλης, η ισχύς πυρός του υπόψη στολίσκου αυξήθηκε σημαντικότατα. Τα πρακτικά του αποτελέσματα αλλά η και επίδρασή του επί του ηθικού των μεταγωγικών είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερη από ότι στο παρελθόν. Και η δυνατότητα των μοιρών μάχης να διασπάσουν τον αποκλεισμό που εφαρμόζει ο στολίσκος των μικρών σκαφών έχει περιοριστεί ακόμα πιο πολύ. Επίσης, οι νάρκες αποτελούν σχεδόν αποκλειστικά αμυντικό όπλο, με τρόπο που καθίσταται σχεδόν αδύνατο να καταφερθεί μια coup de main εναντίον κάποιου σημαντικού λιμανιού. Λόγω απουσίας κάθε εμπειρίας, είμαστε αναγκασμένοι να στραφούμε στη θεωρία για να διαφωτιστούμε επ’ αυτών των ζητημάτων.

Επί του θεωρητικού πεδίου, η επιτυχία του παλιού μας αμυντικού συστήματος εξαρτιόταν από τέσσερεις σχέσεις. Πρώτον, από τη σχέση της ταχύτητας με την οποία μια δύναμη εισβολής μπορεί να κινητοποιηθεί και να επιβιβαστεί στα μεταγωγικά προς την ταχύτητα με την οποία η έκτακτη κινητικότητα/δραστηριότητα στα ξένα λιμάνια και στα εχθρικά στρατόπεδα μπορούσε να μας αναφερθεί. Δηλαδή, οι πιθανότητες αιφνιδιασμού και διαφυγής [από την πλευρά του εχθρού] εξαρτώνται από τη σχέση της ταχύτητας προετοιμασίας [της επιχείρησης εισβολής] προς την ταχύτητα της [εκ μέρους μας] συγκέντρωσης πληροφοριών.

Δεύτερον, από τη σχέση της ταχύτητας των [εχθρικών] νηοπομπών προς την ταχύτητα των δικών μας καταδρομικών και των στολίσκων μικρών σκαφών. Δηλαδή, η δυνατότητά μας να έλθουμε σε επαφή και να ανακόψουμε μια νηοπομπή [που μεταφέρει στρατεύματα εισβολής] αφού αυτή αποπλεύσει και πριν την απόβαση των μεταφερόμενων στρατευμάτων εξαρτάται από τη σχέση της ταχύτητας των δικών μας καταδρομικών και των στολίσκων μικρών σκαφών προς την ταχύτητα της εχθρικής νηοπομπής.

Τρίτον, εξαρτάται από τη σχέση της καταστροφικής ικανότητας των σύγχρονων καταδρομικών και των στολίσκων μικρών σκαφών εναντίον μιας ασυνόδευτης ή ελλιπώς συνοδευμένης νηοπομπής προς την αντίστοιχη ικανότητα την εποχή των ιστιοφόρων.

Τέταρτον, εξαρτάται από τη σχέση της ταχύτητας των νηοπομπών προς την ταχύτητα των μοιρών μάχης, η οποία είναι σημαντική στην περίπτωση που τα εχθρικά μεταγωγικά θα έχουν ισχυρή συνοδεία. Από αυτή τη σχέση εξαρτάται η ευκολία με την οποία η δική μας μοίρα μάχης που καλύπτει την κινητή μας άμυνα [εννοεί το στολίσκο μικρών σκαφών] μπορεί να εξασφαλίσει μια εσωτερική θέση από την οποία θα μπορεί να επιτεθεί είτε στην εχθρική μοίρα μάχης αν η τελευταία μετακινηθεί [εννοεί αν αποπλεύσει από το λιμάνι] είτε στη νηοπομπή των μεταγωγικών πριν αυτή μπορέσει να ολοκληρώσει το διάπλου και προχωρήσει σε απόβαση.

Όλες αυτές οι σχέσεις φαίνεται πως έχουν τροποποιηθεί λόγω των σύγχρονων εξελίξεων υπέρ της άμυνας. Στην πρώτη αναλογία, αυτή της ταχύτητας κινητοποίησης έναντι της ταχύτητας των πληροφοριών, αυτό είναι προφανές. Αν και η στρατιωτική κινητοποίηση μπορεί ακόμα να είναι σχετικά τόσο γρήγορη όσο και η κινητοποίηση ενός στόλου, εντούτοις η ταχύτητα της πληροφορίας τις ξεπερνά και τις δυο. Αυτό ισχύει τόσο για την απόκτηση όσο και για την αναμετάδοση των πληροφοριών. Οι προετοιμασίες για μια εισβολή από τη θάλασσα ποτέ δεν ήταν εύκολο να αποκρυβούν, λόγω της διατάραξης που προκαλούσαν στη ροή της ναυτιλίας. Υιοθετούνταν περίτεχνες προφυλάξεις προκειμένου να εμποδίσουν τις διαρροές των πληροφοριών μέσω των διαφόρων εμπορικών δραστηριοτήτων, οι οποίες όμως ποτέ δεν ήταν πλήρως αποτελεσματικές. Κι όμως στο παρελθόν, υπό τις συνθήκες της σχετικής χονδροειδούς απλότητας με την οποία ήταν οργανωμένο το διεθνές εμπόριο, η απόκρυψη των κινήσεων ήταν σχετικά εύκολη, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Όμως λόγω της συνεχούς ανάπτυξης της ευαισθησίας του παγκόσμιου εμπορίου, όταν οι κινήσεις της αγοράς παρακολουθούνται πλέον ανά ώρα αντί ανά βδομάδα, αυξήθηκε σημαντικότατα αυτή η δυσκολία [της απόκρυψης των κινήσεων]. Αλλά και πέραν της ταχύτητας με την οποία μπορούν πλέον να συγκεντρώνονται οι πληροφορίες, ακριβώς λόγω της προαναφερθείσας ετοιμότητας αλλά και της εγγενούς σχέσης μεταξύ των Χρηματιστηρίων, υπάρχει ακόμα και το πιο σημαντικό γεγονός ότι με την ασύρματη επικοινωνία η ταχύτητα με την οποία διαβιβάζονται οι ναυτικές πληροφορίες έχει αυξηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την ταχύτητα των πλοίων.

Όσο αφορά τη σχέση μεταξύ της ταχύτητας των καταδρομικών και αυτής των νηοπομπών, στην οποία βασίζεται κατά πολύ η δυνατότητα μιας νηοπομπής να διαφύγει, ισχύει και πάλι το ίδιο. Την εποχή των φρεγατών [ιστιοφόρων] η υπόψη σχέση δεν ήταν μεγαλύτερη από επτά προς τέσσερα. Τώρα, στην περίπτωση μεγάλων νηοπομπών, θα είναι σχεδόν διπλάσια.

Αναφορικά με την καταστροφική ικανότητα των στολίσκων μικρών σκαφών, που αυξάνεται χρόνο με το χρόνο, έχουν ήδη ειπωθεί αρκετά. Με την ανακάλυψη της τορπίλης και του υποβρυχίου πιθανώς να έχει αυξηθεί στο δεκαπλάσιο. Σε μικρότερο βαθμό αυτό ισχύει και για τα καταδρομικά. Στο παρελθόν η φυσική δυνατότητα ενός καταδρομικού να επιφέρει ζημία σε μια διασπαρμένη νηοπομπή ήταν σχετικά μικρή, λόγω του μικρού πλεονάσματος ταχύτητας που είχε, καθώς και του μειωμένου βεληνεκούς και ισχύος των πυροβόλων του. Λόγω των μεγαλύτερων ταχυτήτων και της μεγαλύτερης ισχύος και βεληνεκούς των πυροβόλων τους, η δυνατότητα των καταδρομικών να ανακόψουν μια νηοπομπή και πρακτικά να την εξουδετερώσουν πλήρως είναι σχεδόν βεβαία, στην περίπτωση που θα την προλάβουν. Συνεπακόλουθα, αυτό δημιουργεί μια αποτροπή που έχει αρνητική επίδραση στο ηθικό όποιου προτίθεται να σχεδιάσει τη διαφυγή μιας νηοπομπής, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι στο παρελθόν.

Η αυξημένη αναλογία μεταξύ της ταχύτητας του στόλου μάχης προς εκείνη των μεγάλων νηοπομπών είναι το ίδιο αδιαμφισβήτητη και όχι λιγότερο σημαντική. Γιατί η ευκολία εξεύρεσης εσωτερικών θέσεων την οποία συνεπάγεται, παραπέμπει στη ρίζα του παλιού μας συστήματος. Ενόσω ο δικός μας στόλος μάχης βρίσκεται σε θέση από την οποία έχει τη δυνατότητα τόσο να καλύπτει το στολίσκο μικρών σκαφών που εφαρμόζει τον αποκλεισμό όσο και να επιτεθεί στη νηοπομπή των εχθρικών μεταγωγικών, εφόσον αυτή αποπλεύσει για να επιχειρήσει εισβολή, τότε θα αναγκάσει τον εχθρικό στόλο μάχης ως έσχατη λύση να προσεγγίσει στη νηοπομπή των μεταγωγικών για να την ενισχύσει, και αυτό, όπως τόνισε ο Kempenfelt, θα είναι πρακτικά μοιραίο για την επιτυχία της εισβολής.

Επομένως, από οποιανδήποτε πλευρά κι αν εξετάσουμε τις μελλοντικές πιθανότητες επιτυχίας μιας εισβολής μέσω μιας μη κυριαρχούμενης θάλασσας, φαίνεται ότι όχι μόνο το παλιό μας σύστημα εξακολουθεί να ισχύει, αλλά και ότι όλες οι σύγχρονες εξελίξεις που αφορούν το υπόψη πρόβλημα, συνηγορούν στην ενίσχυση των επιλογών δράσης που με τόση αυτοπεποίθηση έκανε παλαιότερα το Ναυτικό μας, και οι οποίες ποτέ δεν απέτυχαν να φέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

——————————————————————————-

1 Οι εκβολές του ποταμού, στα νότια της Βρετάνης στον κόλπο του Quiberon.
2 Corbett, Η Αγγλία κατά τον Επταετή Πόλεμο, Τόμος ΙΙ, σελ. 44. Ο Corbett παραθέτει εδώ τις διαταγές προς τον Hawke στις 5.10.1759, που βρίσκονται στα Admiralty, Out Letters, ADM 2/526, στο Public Record Office (Kew).
3 Sir John Warren (1753-1822). Ικανότατος και αποτελεσματικός κυβερνήτης φρεγάτας και αργότερα πολύ σημαντικός ναύαρχος. Διετέλεσε διοικητής της Ναυτικής Δύναμης της Βόρειας Αμερικής κατά τον πόλεμο του 1812.
4 Δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί η αυθεντική διαταγή.
5 Admiral George Keith Elphinstone, first Viscount Keith (1746-1823). Σκωτσέζος αξιωματικός και ναύαρχος κατά τους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης. Αργότερα ανελίχθηκε σε διοικητή στη Μεσόγειο και στην Αγγλία. Το 1803 διετέλεσε διοικητής της Ναυτικής Δύναμης της Βόρειας Θάλασσας. Τα κείμενά του εκδόθηκαν από τη Navy Record Society σε τρεις τόμους το 1926, 1950 και 1955.
6 Admiralty Secretary’s In-Letters, 537, 8.8.1803.
7 Ένα λεπτομερές μνημόνιο του 1744 (που καταρτίστηκε με τη βοήθεια του P. H. Colomb) επισυνάφθηκε από τον Corbett στην αναφορά που υπέβαλε το 1907 στην Υπο-Επιτροπή Εισβολής. Αντίγραφό της υπάρχει στα Έγγραφα του Corbett, Κιβώτιο 6.
8 Ναύαρχος Sir John Norris (1660-1749), αξιωματικός με μακρά υπηρεσία και πολύ οξύθυμος. Στο ευερέθιστο ταμπεραμέντο του χρωστά την φήμη του γενναίου πολεμιστή, αλλά το ίδιο ταμπεραμέντο του δημιούργησε και πολλά προβλήματα. Σε πολύ μεγάλη ηλικία, του ανατέθηκε η συγκεκριμένη διοίκηση στο Spithead για να αντιμετωπίσει την έκτακτη κατάσταση εισβολής του Φεβρουαρίου του 1744. Παραιτήθηκε τον επόμενο μήνα.
9 Επιστολή από το Victory στο Downs ημερ. 23.2.1743/4 προς τον Δούκα του Newcastle, σε. 365, State Papers, Domestic, Naval, SP 42/48.
10 Υποναύαρχος Sir Edward Berry (1768-1831), ύπαρχος του Νέλσονα στο HMS Agamemnon και κατόπιν πλοίαρχος. Αναδείχθηκε στη ναυμαχία του St. Vincent και ακολούθως του δόθηκε η θέση του διοικητή υπό τον Υποναύαρχο Νέλσονα στο HMS Vanguard, κατά τη ναυμαχία του Νείλου. Ήταν πλοίαρχος του Agamemnon στο Τραφάλγκαρ. Παρά την αξιομνημόνευτη καριέρα του ως πλοίαρχος, ο Berry έγινε υποναύαρχος μόλις το 1821 και δεν ύψωσε ποτέ τη σημαία του στη θάλασσα [δεν υπηρέτησε ως αυτόνομος διοικητής πλοίων].
11 Berry, “The Authentic Narrative of the Proceedings of His Majesty’s Squadron Under the Command of Rear Admiral Horatio Nelson from Its Sailing from Gibraltar to the Conclusion of the Glorious Battle of the Nile” (London, 1798).
12 Βασιλιάς Φίλιππος ΙΙ της Ισπανίας, ο οποίος βασίλευσε κατά το απόγειο της Ισπανικής ισχύος.
13 Alvaro de Bazan, first Marquis of Santa Cruz (1526-1588). Πεπειραμένος διοικητής γαλέρων, που έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, και νίκησε τους Πορτογάλους στην Terceira το 1583. Πέθανε στη Λισαβόνα το Φεβρουάριο του 1588, πριν τον απόπλου της Αρμάδας του.
14 Alessandro Farnese, Duke of Parma (1545-1592), Ισπανός αντιβασιλέας και στρατιωτικός διοικητής της Ολλανδίας, στον οποίο ανατέθηκε η διοίκηση της σχεδιαζόμενης εισβολής στην Αγγλία το 1588.
15 Γράμμα προς το Βασιλιά, 8 Ιουνίου 1588. Το ακριβές κείμενο ήταν: «Είναι κατανοητό ότι θα προστατεύσει τη μεταφορά μου από τη θάλασσα και στη συνέχεια θα διατηρήσει ανοικτές τις γραμμές επικοινωνιών μου για την παροχή προμηθειών, πυρομαχικών κ.τ.λ. Αν αυτό δεν γίνει αποτελεσματικά μπορεί να απομονωθούμε.» Συλλογή Αλληλογραφίας και Κρατικών Εγγράφων που Σχετίζονται με τις English Affairs Preserved In, or Originally belonging to the Archives of Semancas, Volume IV, 1587-1603, edited by M.A. S. Hume (London, 1899), pp. 308-9.
16 Βλέπε Μέρος ΙΙΙ, Κεφ. ΙΙ, σημ. 7.
17 Βλέπε Μέρος Ι, Κεφ. ΙΙ, σημ. 13
18 Don Alonso Perez De Guzman El Bueno, Δούκας της Μεδίνας-Σιδονίας (1500-1619). Ισπανός ευγενής χωρίς καμμιά θαλάσσια εμπειρία, ο οποίος επιλέγηκε να διοικήσει την Αρμάδα το 1588.
19 Η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησης του Henry Pelham, ο οποίος παρέμεινε στην εξουσία από το 1743 μέχρι το 1754, χάρις στα κοινοβουλευτικά μαγειρέματα του αδελφού του Thomas, Δούκα του Newcastle.
20 Αυτοκράτειρα Maria Theresa, της οποίας τα προβλήματα που σχετίζονταν με τη διαδοχή της κυριαρχίας των Habsburg το 1740 είχαν σαν αποτέλεσμα τον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής.
21 Στις 27 Ιουνίου 1743. Ήταν η τελευταία φορά που ένας Βρετανός μονάρχης (o Γεώργιος II) οδήγησε ο ίδιος τα στρατεύματά του στη μάχη.
22 Maurice Comte De Saxe (1696-1750). Στρατάρχης του Γαλλικού στρατού Γερμανικής καταγωγής και ένας από τους πιο σπουδαίους διοικητές του 18ου αι.
23 Comte de Roquefeuille (1681-1744). Φημισμένος Γάλλος ναύαρχος, αλλά ήδη υπέργηρος την εποχή εκείνη, όπως ήταν βέβαια και οι Άγγλοι αντίπαλοί του.
24 «Διαταγή από τον Βασιλιά με Ημερομηνία τη Δεύτερη Ημέρα του Φεβρουαρίου 1743/4,» σελ. 265, Public Record Office (Chancery Lane), State Papers, Domestic, Naval, SP 42/87.
25 Ο Πρίγκιπας Charles Edward Stuart (1720-1788), εγγονός του καθαιρεθέντων James ΙΙ και VII.
26 Ακρωτήρι και κόλπος στις ακτές του Devon μεταξύ του Dartmouth και του Plymouth.
27 Αντιναύαρχος De Barail (ή Barailh) (1689-1762) .
28 Βλέπε τη σημ. 9.
29 Charles Louis Auguste Fouquet de Belleisle (1684-1761). Γάλλος πολιτικός και στρατιωτικός, ο οποίος είχε μερίδιο της ευθύνης στη διαμόρφωση της Γαλλικής πολιτικής η οποία επέφερε τον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής. Υπουργός πολέμου τα έτη 1758-1761 κατά τον Επταετή Πόλεμο.
30 Μικρό λιμάνι στο λιμένα του Calais.
31 Στις 19.8.1759
32 Ναύαρχος Sir Charles Hardy (1716-1780), γιος ενός άλλου φημισμένου ναυάρχου με το ίδιο όνομα. Εντάχθηκε στο ΒΝ το 1730 και έγινε ναύαρχος το 1755. Του ανατέθηκε η διοίκηση του στόλου της Μάγχης το 1779 επειδή κανείς άλλος την ήθελε μετά την παραίτηση του προηγούμενου διοικητή.
33 Ακρωτήριο στις βορειοδυτικές ακτές της Ισπανίας, μεταξύ της Corunna και του Vigo.
34 Στρατηγός Charles Francois du Perier Dumouriez (1739-1823). Γάλλος αξιωματικός με σημαντικό πολεμικό ιστορικό και πολιτικο-διπλωματική εμπειρία, στον οποίο ανατέθηκε η διοίκηση του Χερβούργου το 1778. Μετά που η νέα επαναστατική κυβέρνηση σημείωσε τις πρώτες της νίκες το 1792. Τον επόμενο χρόνο αποστάτησε στους Αυστριακούς.
35 Supra σελ. 222 (σημ. του συγγραφέα)
36 Kempenfelt προς Barham, από το HMS Victory, στο Spithead, 5 Σεπ. 1779. Barham press, Volume 1, σελ 296-97.
37 Sir Charles Hardy επί του HMS Victory “εβρισκόμενος Δ του Plymouth,” 1η Αυγούστου 1779, σελ. 402, Public Record Office, Admiralty, In Letters, ADM 1/
38 Αυτό που έγραψε ο Hardy, επί του HMS Victory, επ’ αγκύρα στο Plymouth, την 1η Σεπ. 1779, ήταν το εξής: «Ο εχθρικός μεικτός στόλος βρίσκεται τώρα ΝΑ – Θα κάνω το παν για να τον προσελκύσω μέσα στη Μάγχη». Αυτό αποτελεί ουσιώδη διαφοροποίηση του νοήματος, αλλά δεν αλλάζει το στρατηγικό σημείο που τονίζει ο Corbett, αλλά πράγματι το τονίζει.
39 Louis Guillouet, Compte d’ Orvilliers (b. 1708). Έδωσε την χωρίς αποτέλεσμα ναυμαχία του Ushant με τον Βρετανό Ναύαρχο Keppel το 1778 και ήταν επικεφαλής του εγχειρήματος της εισβολής του 1779.

Κυπριακό – Υφιστάμενες Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας

Σχετικά με τις πρόσφατες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις που αφορούν τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης, Εγγυήσεως και Συμμαχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ), θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας τα εξής.

Η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της ΚΔ υπογράφτηκε μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ), της Ελλάδας, της Τουρκίας και της ΚΔ, την οποία εκπροσωπούσαν εκ μέρους των κοινοτήτων τους (και την υπέγραψαν) ο Κύπρου Μακάριος και ο F. Kucuk. Η εν λόγω Συνθήκη καθορίζει, βασικά, την έκταση του εδάφους που ελέγχει η ΚΔ, την έκταση των δύο βρετανικών στρατιωτικών βάσεων που παρέμειναν στην Κύπρο, καθώς και γενικότερα τα δικαιώματα του ΗΒ στην ΚΔ.

Η Συνθήκη Εγγυήσεως υπογράφτηκε μεταξύ της ΚΔ (Μακαρίου – Κουτσιούκ), της Ελλάδας, της Τουρκίας και του ΗΒ. Βασικά, με αυτήν η ΚΔ αναλαμβάνει να διασφαλίσει την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και το Σύνταγμα της ΚΔ, ενώ η Ελλάδα, η Τουρκία και το ΗΒ τα εγγυώνται.

Η Συνθήκη Συμμαχίας υπογράφτηκε μεταξύ της ΚΔ, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αφορά, βασικά, την άμυνα της ΚΔ έναντι εξωτερικής απειλής και τη δημιουργία Τριμερούς Στρατηγείου και στρατιωτικών αποσπασμάτων.

Οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Συντάγματος της ΚΔ, στο οποίο περιλαμβάνονται αυτούσιες στα παραρτήματα Ι και ΙΙ αντίστοιχα. Το άρθρο 181 του Συντάγματος αναφέρει: «Η Συνθήκη Εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του Συντάγματος της ΚΔ, που συνομολογήθηκε μεταξύ της ΚΔ, της Ελλάδας, της Τουρκίας και του ΗΒ ως και η Συνθήκη στρατιωτικής Συμμαχίας που συνομολογήθηκε μεταξύ της ΚΔ, της Ελλάδας και της Τουρκίας, τα κείμενα των οποίων είναι προσαρτημένα στο παρόν Σύνταγμα ως παραρτήματα Ι και ΙΙ έχουν συνταγματική ισχύ». Επίσης το άρθρο 182 παρ. 1 αναφέρει: «Τα άρθρα ή τα μέρη των άρθρων του Συντάγματος τα περιλαμβανόμενα στο συνημμένο παράρτημα ΙΙΙ, που ενσωματώθηκαν εις το Σύνταγμα εκ της συμφωνίας Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, αποτελούν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν δύνανται, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, να τροποποιηθούν διά μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως». Μεταξύ των θεμελιωδών άρθρων είναι και το άρθρο 181.

Με βάση τις πιο πάνω Συνθήκες και το Σύνταγμα, η ΚΔ εγκαθιδρύθηκε αναγνωρίστηκε και έγινε αποδεκτή σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ κ.τ.λ. Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πράξης γέννησης της ΚΔ. Οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας, το Σύνταγμα και η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της ΚΔ εξακολουθούν να ισχύουν πλήρως. Κανένα από τα συμβαλλόμενα κράτη δεν έχει καταγγείλει μέχρι τώρα καμμιά από τις πιο πάνω Συνθήκες. Ούτε η ΚΔ το έχει κάνει παρά την εισβολή του 1974. Γιατί; Γιατί η ΚΔ που εγκαθιδρύθηκε το 1960 είναι ένα συνεταιριστικό κράτος της ελληνοκυπριακής (ε/κ) και της τουρκοκυπριακής (τ/κ) κοινότητας. Γι’ αυτό τις υπόψη Συνθήκες τις υπέγραψαν εν ονόματι της ΚΔ οι ηγέτες και των δύο κοινοτήτων, δηλαδή ο Μακάριος και ο Κουτσιούκ. Αν λοιπόν η ε/κ πλευρά ή η Ελλάδα καταγγείλουν μονομερώς οποιαδήποτε Συνθήκη θα δώσουν άμεσα το δικαίωμα σε άλλα μέρη (δηλαδή στην Τουρκία ή/και στους τ/κ) να αναλάβουν ενέργειες διασφάλισης των δικών τους δικαιωμάτων και συμφερόντων, που τους έχουν ήδη αναγνωριστεί ως συμβαλλόμενα μέρη των Συνθηκών.

Οι διεθνείς Συνθήκες δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται μονομερώς. Βασικά, καταργούνται ή τροποποιούνται μόνο με τη συναίνεση όλων των συμβαλλομένων μερών ή με πόλεμο. Αν λοιπόν κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη (π.χ. η Τουρκία) δεν θα συναινέσει στην πλήρη τους κατάργηση δεν βλέπω με ποιο τρόπο μπορούμε να την πετύχουμε. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαπραγματευτούμε την τροποποίησή τους ώστε να αποδυναμωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι πρόνοιες που αφορούν την ασφάλειά μας, διαφορετικά οι συγκεκριμένες Συνθήκες θα εξακολουθούν να ισχύουν. Νομίζω πως αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα.

Κυπριακό – Λύση

Νομίζω ότι για να έχει πιθανότητες υπερψήφισης από τους ε/κ ακόμα και το καλύτερο για την πλευρά μας σχέδιο ΔΔΟ, θα πρέπει να δοθούν τα κατάλληλα στοιχεία βάσει των οποίων οι ψηφοφόροι θα μπορέσουν να το συγκρίνουν με μια διχοτομική λύση και να το κρίνουν ως πιο συμφέρον.

Οι ε/κ έχουμε μάθει να ζούμε σαν πολίτες ενός πλήρως ανεξάρτητου (έστω φαινομενικά) κράτους. Επομένως, για να αποδεχθούμε την όποια ΔΔΟ, η οποία προφανώς θα συνεπάγεται παραχώρηση (έστω μέρους) κάποιων εξουσιών, δικαιωμάτων κ.α., – αδιάφορο αν αυτά ισχύουν κουτσουρεμένα και μόνο για την ελεύθερη Κύπρο – και επιπρόσθετα για να αποδεχθούμε τους κινδύνους και τα ρίσκα που μοιραία θα περιέχει μια λύση ΔΔΟ, θα πρέπει να πεισθούμε ότι τουλάχιστον μεσο-μακροπρόθεσμα το κέρδος θα είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο μιας διχοτομικής λύσης. Νομίζω ότι για το μεγαλύτερο ποσοστό των ε/κ, τουλάχιστον των μη προσφύγων, θα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα τα μειονεκτήματα των παραχωρήσεων σε θέματα διακυβέρνησης, ασφάλειας κ.τ.λ. που συνεπάγεται η ΔΔΟ, από τα όποια εδαφικά, οικονομικά ή άλλα πλεονεκτήματά της. Πιο καθαρά, για πολλούς μη πρόσφυγες (ακόμα και για πολλούς πρόσφυγες που έχουν «ριζώσει» στις ελεύθερες περιοχές) δεν θα αποτελεί ισχυρό κίνητρο αποδοχής εκπτώσεων και ρίσκων στον υφιστάμενο «τρόπο» ζωής τους η επιστροφή υπό ε/κ διοίκηση εδαφών, το δικαίωμα εγκατάστασης υπό περιορισμούς στη βόρεια Κύπρο, οι όποιες οικονομικές αποζημιώσεις, οι παραινέσεις και τα ευχολόγια για συμφιλίωση με τους τ/κ με τους οποίους … δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτε γιατί είμαστε όλοι Κύπριοι, οι ευνοϊκές πλην όμως ασαφείς προοπτικές της ΔΔΟ κ.τ.λ., κ.τ.λ.

Αυτό λοιπόν που κατά τη γνώμη μου πρέπει να εξεταστεί, να αναλυθεί και να παρουσιαστεί με όσο πιο καθαρό τρόπο γίνεται στους ε/κ, είναι το τι ακριβώς σημαίνει και τι κινδύνους (ή ζημίες) συνεπάγεται μια διχοτομική λύση, είτε αυτή θα προκύψει de facto με την πάροδο του χρόνου, είτε, ενδεχομένως, θα συμφωνηθεί. Αυτός είναι ο κρίσιμος παράγοντας αποδοχής ή απόρριψης της όποιας ΔΔΟ.

ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

(Some Principles of Maritime Strategy)

Sir Julian S. Corbett (1911)

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Η ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Πρόχειρη Μετάφραση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ι. ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟΛΟΥ – «ΣΤΟΛΟΣ ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ»

Κατά την εξέταση της θεωρίας της θαλάσσιας κυριαρχίας, επισημάνθηκε ιδιαίτερα το σφάλμα να θεωρούμε πως αν δεν καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε την κυριαρχία τότε τη χάνουμε. Τονίστηκε ότι αυτή η πρόταση, που πολύ συχνά υπονοείται σε συζητήσεις στρατηγικών θεμάτων, πρακτικά αρνείται ότι μπορεί να υπάρξει στρατηγική άμυνα στη θάλασσα, και αγνοεί το γεγονός ότι η συνήθης κατάσταση στον πόλεμο είναι η θαλάσσια κυριαρχία να βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Τόσο η θεωρία όσο και η ιστορία συμπίπτουν σ’ αυτό το σημείο. Και οι δύο επιβεβαιώνουν ότι μια Δύναμη αρκετά ασθενής για να εξασφαλίσει τη θαλάσσια κυριαρχία με επιθετικές επιχειρήσεις μπορεί παρ’ όλα αυτά να πετύχει να κρατήσει τη θαλάσσια κυριαρχία υπό αμφισβήτηση υιοθετώντας μια γενική αμυντική στάση.

Το ότι μια τέτοια στάση από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα θετικό αποτέλεσμα στη θάλασσα [δηλ. δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη θαλάσσια κυριαρχία], είναι προφανές. Εντούτοις, μπορεί να εμποδίσει τον εχθρό από το να εξασφαλίσει εκείνος θετικά αποτελέσματα [στη θάλασσα], ακόμα και για μεγάλες χρονικές περιόδους, και έτσι να εξασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο [στις δικές του δυνάμεις] ώστε να μπορέσει να πετύχει τους σκοπούς του στην ξηρά.

Σπάνια αναγκαστήκαμε να υιοθετήσουμε μια τέτοια στάση, ακόμα και για λίγο χρόνο. Όμως οι εχθροί μας το έκαναν αυτό πολύ συχνά προκαλώντας μας σοβαρές παρενοχλήσεις και απώλειες. Κατά τον Επταετή Πόλεμο, για παράδειγμα, οι Γάλλοι αποφεύγοντας τις επιθετικές επιχειρήσεις που θα οδηγούσαν σε αποφασιστική ναυμαχία, και περιοριζόμενοι σε ενεργή άμυνα, μπόρεσαν σε πέντε εκστρατείες να μας αποτρέψουν από το να καταλάβουμε τον Καναδά, που ήταν το ¨αντικείμενο¨ του πολέμου. Αν είχαν αποφασίσει να συγκροτήσουν ένα μεγάλο στόλο για να μας ναυμαχήσουν στην πρώτη εκστρατεία, και αν το αποτέλεσμά της ήταν αρνητικό γι’ εκείνους, τότε σίγουρα θα πετυχαίναμε το σκοπό μας στο μισό χρόνο. Βεβαίως, στο τέλος, απέτυχαν να εμποδίσουν την κατάκτηση του Καναδά. Αλλά καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που η κατάκτηση [του Καναδά] αναβαλλόταν η Γαλλία είχε πολλές ευκαιρίες να καταλάβει επιτιθέμενη άλλες περιοχές, οι οποίες, όπως πίστευε, θα μας ανάγκαζαν να παραχωρήσουμε τον Καναδά κατά τις διαπραγματεύσεις που θα γίνονταν για την επίτευξη μιας συμφωνίας ειρήνης.

Και πάλι, κατά τον τελευταίο μεγάλο ναυτικό μας πόλεμο, ο Ναπολέων αποφεύγοντας τις γενικές ναυτικές επιχειρήσεις μπόρεσε να κρατήσει την κυριαρχία σε αμφισβήτηση, μέχρι που μέσω συμμαχιών και άλλων τρόπων κατάφερε να συγκεντρώσει μια ναυτική δύναμη την οποία έκρινε επαρκή για να επαναλάβει τις επιθετικές επιχειρήσεις. Τελικά η ναυτική δύναμη εκείνη αποδείχθηκε ελλιπής για το σκοπό που έθεσε ο Ναπολέων. Εντούτοις, όταν απέτυχε [στο Τραφάλγκαρ] και η κυριαρχία πέρασε στον εχθρό του, είχε ακόμα το χρόνο να εδραιώσει την εξουσία του σε τέτοιο βαθμό που η απώλεια του στόλου του δεν φάνηκε να την επηρεάζει, και για εννέα ακόμα χρόνια μπόρεσε να συνεχίσει τον αγώνα του.

Τέτοια παραδείγματα – και υπάρχουν πολλά – δείχνουν πόσο σοβαρό ζήτημα είναι η ναυτική άμυνα στα χέρια μιας μεγάλης στρατιωτικής [χερσαίας] Δύναμης, που διαθέτει και άλλα επιθετικά μέσα. Μας λένε πόσο δύσκολο είναι να την αντιμετωπίσουμε και επομένως πόσο σημαντικό είναι ακόμα και για την ισχυρότερη ναυτική Δύναμη να μελετήσει το ζήτημα αυτό [της ναυτικής άμυνας] πολύ προσεκτικά.

Και όχι μόνο γι’ αυτό το λόγο, αλλά και επειδή ακόμα και η ισχυρότερη ναυτική Δύναμη, εάν βρεθεί αντιμέτωπη με ένα συνασπισμό εχθρικών Δυνάμεων, μπορεί να της είναι αδύνατο να προχωρήσει σε οποιαδήποτε αποτελεσματική επιθετική δραστηριότητα σε κάποια περιοχή χωρίς να απομειώσει, έστω προσωρινά, τις δυνάμεις της σε κάποιες άλλες περιοχές, σε σημείο που η μόνη τους δυνατότητα [στις τελευταίες] να είναι η άμυνα. Το κύριο παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης, που θα εξετάσουμε τώρα, ήταν η θέση μας στον Πόλεμο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, όταν, όπως είδαμε, προκειμένου να πετύχουμε την απαιτούμενη συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για επιθετικές επιχειρήσεις στις Δυτικές Ινδίες αναγκαστήκαμε να μειώσουμε το στόλο μας πίσω στην Αγγλία, σε επίπεδα που μόνο αμυντικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να διεξάγει.

Επομένως, τι εννοούμε με τον όρο ναυτική άμυνα; Για να δώσουμε τη σωστή απάντηση θα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε το μυαλό μας από όλες εκείνες τις σκιές που προκαλούν σύγχυση, οι οποίες οφείλονται στις συνθήκες και στις ιδιαιτερότητες της άμυνας στην ξηρά. Βεβαίως, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα άμυνα σημαίνει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων που θα αναβάλουν μια αποφασιστική μάχη, μέχρις ότου οι στρατιωτικές ή οι πολιτικές εξελίξεις θα αποκαταστήσουν το ισοζύγιο ισχύος σε τέτοιο βαθμό που θα επιτρέψει την ανάληψη επιθετικής δράσης. Στις επιχειρήσεις του στρατού ξηράς ο συνηθέστερος τρόπος που διαθέτει για τούτο ο αμυνόμενος είναι να υπερασπίσει τις αμυντικές του θέσεις, εξαναγκάζοντας τον ισχυρότερο αντίπαλο να εξουθενώσει τις δυνάμεις του προσπαθώντας να τις καταλάβει. Συνεπακόλουθα η ιδέα της άμυνας στο στρατό ξηράς εξυπονοεί την υπεράσπιση χαρακωμάτων και οχυρωματικών έργων.

Στο ναυτικό πόλεμο αυτό δεν ισχύει. Στη θάλασσα η βασική ιδέα είναι η αποφυγή μιας αποφασιστικής ναυμαχίας μέσω στρατηγικών ή τακτικών ενεργειών, έτσι ώστε να περισώσουμε το στόλο μας μέχρι που οι συνθήκες να μας ευνοήσουν. Τη χρυσή εποχή του πολεμικού μας ναυτικού ο ακρογωνιαίος λίθος της ναυτικής άμυνας ήταν η κίνηση και όχι η στασιμότητα. Η ιδέα ήταν να αμφισβητήσουμε το θαλάσσιο έλεγχο του εχθρού παρενοχλώντας τις επιχειρήσεις του, να ασκούμε θαλάσσιο έλεγχο σε οποιαδήποτε περιοχή ή οποιαδήποτε στιγμή μας δινόταν η ευκαιρία και να εμποδίζουμε τον εχθρό να ασκήσει εκείνος θαλάσσιο έλεγχο παρά την υπεροχή του, με το να προσελκύουμε συνεχώς την προσοχή του [στις δυνατότητές μας]. Δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα απλής αντίστασης. Όλα στηρίζονταν στην αντεπίθεση, είτε εναντίον της εχθρικής ναυτικής δύναμης είτε εναντίον των εχθρικών θαλάσσιων γραμμών επικοινωνιών. Βεβαίως και στην ξηρά είναι πολύ καλά γνωστές τέτοιες μέθοδοι άμυνας, αλλά ανήκουν περισσότερο στις επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου παρά στις επιχειρήσεις του κανονικού στρατού. Στις επιχειρήσεις του κανονικού στρατού, όσο έξυπνα και να χρησιμοποιούνται οι επιχειρήσεις παρενόχλησης και αντεπίθεσης, η θεμελιώδης ιδέα της άμυνας βρίσκεται στην αμυντική θέση ή στη θέση που μπορεί να υπερασπιστεί.

Παρομοίως στη θάλασσα, αν και η ουσία της άμυνας είναι η κίνηση και το ακούραστο επιθετικό πνεύμα παρά η αδράνεια και η άμυνα, εντούτοις και εκεί δεν αποκλείονται οι αμυντικές θέσεις και εκείνες που μπορούν να υπερασπιστούν. Όμως χρησιμοποιούνται μόνο ως τελευταίο καταφύγιο. Ένας στόλος μπορεί να αποσυρθεί προσωρινά σε περιορισμένα νερά με δύσκολη πρόσβαση [από τον εχθρό], όπου ο εχθρός μπορεί να του επιτεθεί μόνο αν αναλάβει μεγάλο ρίσκο. Επίσης, μπορεί να επιλέξει καταφύγει μέσα σε μια οχυρωμένη βάση, οπότε πρακτικά αποσύρεται από το θέατρο του πολέμου και δεν μπορεί να προσβληθεί από τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις [από μόνες τους χωρίς συνδρομή και χερσαίων δυνάμεων]. Όμως, οι περιπτώσεις όπου τέτοιες μέθοδοι εφαρμόζονται στη θάλασσα είναι πολύ πιο σπάνιες από ότι στην ξηρά. Πράγματι, εκτός από προσωρινές πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις σπάνια μπορούν να θεωρηθούν επιτρεπτές στη θάλασσα, όσο μεγάλη αξία κι αν έχουν στην ξηρά. Ο λόγος είναι απλός. Ο στόλος που αποσύρεται σε μια τέτοια θέση αφήνει ανοικτό στον εχθρό τον υπέρτερο αντικειμενικό σκοπό, ο οποίος είναι ο έλεγχος των θαλάσσιων επικοινωνιών. Αντιθέτως στην ξηρά, ένας στρατός σε μια καλή θέση μπορεί, ακόμα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, να καλύπτει τον υπέρτερο αντικειμενικό σκοπό, που συνήθως είναι μια εδαφική περιοχή. Επιπλέον, ένα στρατός σε μια τέτοια θέση, συνεχώς προσπαθεί να εξαντλήσει τον αντίπαλο και να αποκαταστήσει το αρνητικό γι’ αυτόν ισοζύγιο, ενώ ένας αδρανής στόλος συχνά επιτρέπει στον εχθρικό στόλο να προχωρήσει σε επιχειρήσεις που στόχο έχουν να εξαντλήσουν τους πόρους της δικής του χώρας.

Επομένως, για μια θαλάσσια Δύναμη, ναυτική άμυνα δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο από τη διατήρηση του στόλου σε ενεργή ετοιμότητα – όχι απλώς να υπάρχει αλλά να έχει ενεργή και έντονη ¨ζωή¨. Καμμιά άλλη φράση δεν μπορεί να εκφράσει πληρέστερα τη σημασία αυτής της ιδέας από τον όρο «Ένας στόλος ωσεί παρών,» αν αυτό κατανοηθεί σωστά. Δυστυχώς ο υπ’ όψιν όρος περιορίστηκε να χρησιμοποιείται για έναν ειδικό τύπο άμυνας, λόγω της παρανόησης των συνθηκών κατά τη διάρκεια των οποίων ανακαλύφθηκε και εφαρμόστηκε την πρώτη φορά. Αναφερόμαστε σ’ αυτόν σαν να είναι ουσιαστικά μια μέθοδος άμυνας εναντίον εισβολής [στην Αγγλία], και έτσι χάνουμε το βαθύτερό του νόημα. Εντούτοις, αν τον επεκτείνουμε ώστε να αφορά την άμυνα εναντίον οποιασδήποτε θαλάσσιας επίθεσης, είτε αυτή αφορά εδαφική περιοχή είτε θαλάσσιες επικοινωνίες, η ευρεία αλήθεια του θα αποκαλυφθεί και θα μας δώσει την αληθινή έννοια της ιδέας όπως ήταν κατανοητή στο Βρετανικό πολεμικό ναυτικό.

Η περίπτωση στην οποία εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά αναδεικνύει τις ειδικές δυνατότητες της ναυτικής άμυνας. Ήταν το 1690, όταν, σε συμμαχία με τους Ολλανδούς, βρισκόμασταν σε πόλεμο με τους Γάλλους και παρόλο που είχαμε πραγματική ναυτική υπεροχή, είχαμε εμπλακεί σε μια κατάσταση η οποία μας έθετε προσωρινά σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση στις θάλασσες της Αγγλίας. Οι Γάλλοι με μια εκπληκτικά γρήγορη κινητοποίηση και συγκέντρωση των ναυτικών τους δυνάμεων, μας πρόλαβαν πριν μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε την κινητοποίηση και τη συγκέντρωση των δικών μας ναυτικών δυνάμεων. Ο Βασιλιάς William,[1] με το καλύτερο τμήμα του στρατού του, βρισκόταν στην Ιρλανδία αντιμετωπίζοντας την εισβολή των Γάλλων σε υποστήριξη του James.[2] Μια μοίρα επτά πλοίων υπό τον Sir Cloudesley Shovel[3] είχε σταλεί στη θάλασσα της Ιρλανδίας για να προστατεύει τις επικοινωνίες του. Μια άλλη μοίρα, αποτελούμενη από δεκαέξι πλοία γραμμής μάχης, Βρετανικά και Ολλανδικά, είχε σταλεί στο Γιβραλτάρ υπό το Ναύαρχο Killigrew[4] για να προστατεύσει τα εμπορικά μας πλοία και να επιτηρεί τον Chateaurenault,[5] ο οποίος διοικώντας μια οριακά μικρότερη μοίρα βρισκόταν στην Τουλόν. Εκτιμήθηκε ότι μάλλον θα επιχειρούσε να καταπλεύσει στην Brest, όπου ο κύριος στόλος των Γάλλων ήδη κινητοποιούνταν υπό τη διοίκηση του Comte de Tourville και γι’ αυτό ο Killigrew είχε διαταγές να τον ακολουθήσει αν περνούσε από τα Στενά [του Γιβραλτάρ]. Ο Chateaurenault πράγματι πέρασε από τα Στενά. Ο Killigrew απέτυχε να τον αναγκάσει να ναυμαχήσει, και αντί να τον ακολουθήσει αμέσως, κατέπλευσε στο Cadiz για να ολοκληρώσει την προετοιμασία αποστολής μιας νηοπομπής στον προορισμό της και να συνοδεύσει μιαν άλλη που θα επέστρεφε στην Αγγλία. Βεβαίως, αυτό που όφειλε να είχε κάνει, σύμφωνα με τη μετέπειτα πρακτική και τη μεγαλύτερη εμπειρία που αποκτήθηκε, ήταν να αφήσει την όποια άλλη απασχόλησή του σε μια ομάδα καταδρομικών, και αφού είχε χάσει την επαφή με τον Chateaurenault, θα έπρεπε να πλησιάσει στο στρατηγικό κέντρο με τη μοίρα μάχης που διοικούσε [που ήταν στην περιοχή του κύριου Γαλλικού στόλου, δηλ. στην Brest – και όχι να πάει στο Cadiz].

Εν τω μεταξύ ο στόλος της Αγγλίας, τον οποίο θα διοικούσε ο Torrington[6] δεν είχε συγκροτηθεί ακόμα. Βρισκόταν ακόμα ανέτοιμος σε τρεις ομάδες, στο Downs, στο Portsmouth και στο Plymouth, ενώ ένα σημαντικό τμήμα του στολίσκου που είχαν υποσχεθεί να συνεισφέρουν οι Ολλανδοί δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία για τους Γάλλους να αποκτήσουν τη θαλάσσια κυριαρχία στη Μάγχη πριν συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους οι Βρετανοί, και να τους τις καταστρέψουν. Έτσι, στις 13 Ιουνίου, μόλις κατέπλευσε ο Chateaurenault, ο Tourville απέπλευσε [από την Brest] με περίπου 70 πλοία της γραμμής μάχης. Όμως, την προηγούμενη ημέρα, ο Torrington, ύψωσε τη σημαία του στο Downs [αναλαμβάνοντας τη διοίκηση]. Αμέσως συγκέντρωσε τις δύο ομάδες των πλοίων του στο Portsmouth [εκτός αυτής του Plymouth], και μόλις ο Tourville εμφανίστηκε στα ανοικτά της Isles of Wight, ο Torrington ενισχύοντας το στόλο του και με την προσθήκη κάποιων Ολλανδικών και Βρετανικών πλοίων, κατάφερε να συγκεντρώσει περί τα 56 πλοία γραμμής μάχης στις προσβάσεις της St. Helen [χωριό στο ανατολικό άκρο του Isles of Wight]. Χωρίς να γνωρίζει ότι η Γαλλική μοίρα της Τουλόν είχε ενισχύσει το Γαλλικό κύριο στόλο στην Brest, απέπλευσε με σκοπό να ναυμαχήσει τους Γάλλους. Μόλις όμως ανακάλυψε τη μεγάλη υπεροχή του Γαλλικού στόλου αποφάσισε, σε συμφωνία με το συμβούλιο πολέμου, να δράσει αμυντικά. Δηλ. πριν επιτεθεί, να επιδιώξει να συνενωθεί με τις δυνάμεις του Killigrew, του Shovel και της μοίρας του Plymouth, λαμβάνοντας δυτική πορεία. Εάν ακολουθώντας τη δυτική πορεία [προκειμένου να πετύχει τη συνένωση και με τη μοίρα στο Plymouth] δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη μάχη, το σχέδιό του ήταν να αποσυρθεί προ των δυνάμεων του Tourville, «ακόμα και στο Gunfleet,»[7] όπου μέσα στα αβαθή των εκβολών του Τάμεση ένοιωθε πως ότι θα είχε μια καλή ευκαιρία να απωθήσει με επιτυχία μια επίθεση των Γάλλων. Και εκεί επίσης υπολόγιζε ότι θα ενισχυόταν όχι μόνο από τα πλοία που ακόμα βρίσκονταν στο Chatham [νότια των εκβολών του Τάμεση], αλλά και πιθανώς από πλοία που θα έρχονταν από τα δυτικά, τα οποία θα μπορούσαν πλέοντας κοντά στη ακτή και «περιπλέοντας τα αβαθή» από κανάλια άγνωστα στους Γάλλους, θα συνενώνονταν μαζί του. Θεωρούσε ότι το να δώσει μάχη με τις δυνάμεις που εκείνη τη στιγμή διέθετε, ήταν σαν να έπαιζε το παιχνίδι του εχθρού. «Εάν ηττηθούμε,» ανέφερε στο μήνυμα με το οποίο υπέβαλε το σχέδιό του στην Κυβέρνηση, «τότε [οι Γάλλοι] θα καταστούν απόλυτοι άρχοντες της θάλασσας με πλήρη ελευθερία να προχωρήσουν σε πολλές ενέργειες, τις οποίες δεν θα τολμούσαν να επιχειρήσουν εάν θα τους επιτηρούσαμε και θα διατηρούσαμε την πιθανότητα συνένωσης με τον Ναύαρχο Killigrew και τα πλοία μας από τα δυτικά.»[8]

Ήταν ένα σχέδιο του οποίου η σύλληψη βασίστηκε στις βασικές αρχές της άμυνας – δηλ. στην αναμονή [αμυνόμενοι], μέχρι που η ενίσχυση των δυνάμεών μας να δικαιολογήσει την επιστροφή στην επίθεση. Το εν λόγω σχέδιο είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον ως μια καθαρή περίπτωση ναυτικής άμυνας, που δεν έχει άλλον έσχατο αντικειμενικό σκοπό παρά τον έλεγχο της θάλασσας της Βρετανίας. Οι υπουργοί της Κυβέρνησης δεν είχαν το φόβο για κάποια συγκεκριμένη πρόθεση του εχθρού να εισβάλει στην Αγγλία από τη Μάγχη. Όμως, η εισβολή των Γάλλων στην Ιρλανδία ήταν σε πλήρη εξέλιξη και θα έπρεπε να σταματήσει κάθε προσπάθεια ενίσχυσής της, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να παραμείνουν ελεύθερες οι δικές μας επικοινωνίες. Επιπλέον, υπήρχε σοβαρή ανησυχία μήπως οι Γάλλοι θα επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους στη Σκωτία, ενώ παράλληλα πλησίαζε στη Βρετανία και η νηοπομπή του Killigrew. Η κατάσταση ήταν τέτοια που προφανώς δεν θα μπορούσε να επιλυθεί οριστικά εκτός κι αν κερδιζόταν η γενική θαλάσσια κυριαρχία. Όμως, σύμφωνα με την άποψη του Torrington η κατάσταση δεν θα ήταν επικίνδυνη εάν κατάφερνε να διατηρήσει τη θαλάσσια κυριαρχία υπό αμφισβήτηση. Επομένως, το σχέδιό του ήταν να δράσει αμυντικά εμποδίζοντας τον εχθρό να πετύχει το όποιο θετικό αποτέλεσμα, μέχρι που θα ήταν σε θέση να τον πολεμήσει έχοντας λογικές πιθανότητες νίκης. Θεώρησε ότι μια προσωρινά αμυντική στάση θα ήταν ο μόνος τρόπος να κερδίσει τη θαλάσσια κυριαρχία, ενώ αν διακινδύνευε μια ναυμαχία με υποδεέστερες δυνάμεις το πιο πιθανό θα ήταν να τη χάσει.

Τίποτε δεν βρίσκεται σε πιο αγαστή αρμονία με τις αρχές της ορθής στρατηγικής όπως τις καταλαβαίνουμε τώρα, από ό,τι το πιο πάνω σχέδιο του Torrington. Ήταν αδιαμφισβήτητα ό,τι πιο προχωρημένο είχε γίνει μέχρι τότε, γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο που η Κυβέρνηση, όπως συνήθως λέγεται, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει ορθά το σχέδιό του. Η απόρριψή του έτυχε οξείας κριτικής. Όμως, φαίνεται ότι μάλλον το παρανόησαν παρά το αξιολόγησαν λάθος. Ο Earl του Nottingham που βρισκόταν επικεφαλής της Κυβέρνησης, πίστευε, όπως προκύπτει καθαρά από την απάντησή του στο ναύαρχο, ότι ο Torrington σκόπευε να αποσυρθεί αμέσως στο Gunfleet, ενώ είναι εξίσου καθαρό σε μας ότι το Gunfleet ήταν η έσχατη θέση καταφυγής του και ότι δεν θα κατέφευγε εκεί εκτός κι αν τον εξανάγκαζαν οι Γάλλοι. Ο Υπουργός απέτυχε, όπως και άλλοι έκτοτε απέτυχαν, να συλλάβει τί ακριβώς εννοούσε ο ναύαρχος με τον όρο «ένας στόλος ωσεί παρόν.» Νόμισε ότι αυτό που εννοούσε ο Torrington με τον όρο «ωσεί παρόν» ήταν ένας στόλος ασφαλής μέσα στο λιμάνι και όχι σε ενεργό επαφή με τον εχθρό, πράγμα που ουδόλως εννοούσε ο Torrington. Όπως ο Nottingham αντιλήφθηκε την πρόθεση του ναυάρχου, θεώρησε πως αν και ο Torrington θα προφύλασσε το στόλο του αποσύροντάς τον στο Gunfleet, εντούτοις θα άφηνε εκτεθειμένο σε προσβολή και καταστροφή [από το Γαλλικό στόλο] οποιοδήποτε άλλο στόχο. Στην πραγματικότητα η κρίση του επηρεάστηκε από την εμμονή σε εκείνο το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναυτικού πολέμου, που πάντα σου επιτρέπει να δράσεις εναντίον ενός υποδεέστερου σκοπού όταν ο εχθρός δεν σου αφήνει περιθώριο να δράσεις εναντίον των δικών του ενόπλων δυνάμεων [που είναι κατά πολύ ισχυρότερες].

Υπό την επήρεια αυτής της παρανόησης, η οποία δεν δικαιολογούνταν από αυτά που ανέφερε ο Torrington στο μήνυμά του, ο Nottingham εξασφάλισε από τη Βασίλισσα[9] την εξής διαταγή: «Θεωρούμε τις συνέπειες της απόσυρσής σου στο Gunfleet τόσο καταστροφικές, που θεωρούμε προτιμότερο να εκμεταλλευτείς το όποιο πλεονέκτημα μπορεί να σου δώσουν οι άνεμοι για να επιτεθείς στον εχθρό παρά να υποχωρήσεις περισσότερο απ’ ότι απαιτείται για να αποκτήσεις πλεονέκτημα έναντι του εχθρού.» Παρ’ όλα αυτά αφέθηκε στη διακριτική του ευχέρεια να ακολουθήσει δυτική πορεία για να ολοκληρώσει έτσι τη συγκέντρωση των δυνάμεών του, νοουμένου ότι, «σε καμμιά περίπτωση δεν θα χάσεις την οπτική επαφή με το Γαλλικό στόλο, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία είτε να επιτεθεί στις ακτές των ποταμών Medway ή Τάμεση, είτε να αποχωρήσει χωρίς να ναυμαχήσει.»[10]

Η παραπάνω διαταγή υπέστη αυστηρή κριτική από τους σύγχρονους ¨κριτές¨, παρ’ όλο που ξεκάθαρα περιλάμβανε πραγματικά αποτρεπτικές οδηγίες, και ακόμα, όπως συνάγεται από τις τελευταίες της λέξεις, περιλάμβανε και την πολύ γνωστή ιδέα που εξέφρασε ο Νέλσον λέγοντας ότι, «μέχρι που ο εχθρός να νικήσει πλήρως τον στόλο μας δεν θα μπορούν να μας κάνουν μεγαλύτερο κακό αυτή τη χρονιά.»[11] Είναι αλήθεια ότι ο Νέλσον εκείνη την περίοδο μπορούσε να υπολογίζει στην αποδεδειγμένη ανωτερότητα των Βρετανικών πλοίων που υπερείχαν σε μια σύγκριση μονάδας προς μονάδα με τα Γαλλικά. Όμως, είναι επίσης αλήθεια ότι ο Nottingham[12] και οι σύντροφοί του στην Κυβέρνηση βασίστηκαν σε πληροφορίες που τους οδήγησαν να υποτιμήσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις δυνάμεις του Tourville. Αυτό ήταν προφανές από το κείμενο του Nottingham που συνόδευε τη διαταγή. Πράγματι, ήταν τόσο προφανές που ο Torrington ίσως θα μπορούσε κάλλιστα να μην εκτελέσει μια διαταγή η οποία βασιζόταν τόσο προδήλως σε εσφαλμένες πληροφορίες. Όμως, πιθανώς γνωρίζοντας τις ίντριγκες που σχεδιάζονταν εναντίον του στην Αυλή, επέλεξε να τη θεωρήσει σαν επιτακτική διαταγή για να επιτεθεί μόνον όταν ο στόλος του θα είχε την προσήνεμη πλευρά.

Όσο κι αν μια πιο επιστημονική κρίση περί ναυτικής στρατηγικής θα εκτιμούσε θετικά τη θέση του Torrington, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να εξοργίζεται κάποιος με το σχέδιο της Κυβέρνησης. Ήταν σίγουρα ένας τρόπος να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα. Έχοντας δε υπ’ όψιν πόσο μεγάλες εφεδρείες διαθέταμε τότε, μια ήττα δεν θα σήμαινε και πλήρη καταστροφή. Όμως, το σχέδιο της Κυβέρνησης αναμφίβολα υπαγορεύθηκε από την αδυναμία της να συλλάβει τη στρατηγική επάρκεια του καινοτόμου σχεδίου του Torrington. Ενός σχεδίου όχι μόνο πιο ασφαλούς, αλλά και υπολογισμένου έτσι ώστε να πετύχει πολύ περισσότερα θετικά αποτελέσματα στο τέλος. Η πραγματική πλάνη του σχεδίου της Κυβέρνησης ήταν ότι ενώ φαινομενικά παρουσιαζόταν σαν ένα τολμηρό επιθετικό σχέδιο, δεν θα μπορούσε να πετύχει τίποτε παραπάνω από ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Το καλύτερο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει μια ναυμαχία, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα ήταν να καταστήσει τη θαλάσσια κυριαρχία υπό αμφισβήτηση, και το χειρότερο, ένα θετικό αποτέλεσμα για τον εχθρό, το οποίο θα έθετε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, υπό αμφισβήτηση την εκστρατεία του William στην Ιρλανδία.

Η απάντηση του Torrington προς την Κυβέρνηση βασίστηκε πάνω σ’ αυτές τις γραμμές. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανησυχία της [Κυβέρνησης] για τα [Βρετανικά] πλοία που βρίσκονταν προς δυσμάς και για τη νηοπομπή που κατέφθανε από τη Μεσόγειο, ο κίνδυνος προσβολής της οποίας ήταν ο λόγος για τον οποίο του απαγόρευσαν να πάει στο Gunfleet, υπέδειξε ότι δεν θα διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο αν λάμβαναν [η ίδια η νηοπομπή και τα άλλα Βρετανικά πλοία] τα κατάλληλα μέτρα προστασίας. Γιατί, επανέλαβε, «ενόσω θα παρακολουθούμε τους Γάλλους, δεν θα μπορούν να επιτεθούν σε [Βρετανικά] πλοία ή στην ακτή χωρίς να διατρέξουν μεγάλο κίνδυνο [αφού θα μπορούμε να του επιτεθούμε εμείς], κι αν ηττηθούμε, όλα εκτίθενται στο έλεος τους.»[13] Έτσι χωρίς να τονίσει ιδιαίτερα την παρερμηνεία του μηνύματός του από τον Υπουργό, άφησε να εννοηθεί ότι η πρόθεσή του ήταν η συνεχής επιτήρηση [του εχθρικού στόλου] και όχι η απλή υποχώρηση.

Μέχρι που να στείλει ο Torrington την πιο πάνω απάντηση είχε απωθηθεί από το Γαλλικό στόλο μέχρι το Beachy Head.[14] Δεν του ήταν πια δυνατόν να πλεύσει δυτικά. Την επόμενη ημέρα, έχοντας την προσήνεμη πλευρά, επιτέθηκε στο Γαλλικό στόλο. Όμως, όντας ακόμα πεπεισμένος για την ορθότητα της ιδέας του για αμυντική στάση, και εφαρμόζοντάς την στην τακτική που ακολούθησε κατά τη μάχη, δεν έδωσε στους Γάλλους την ευκαιρία να πετύχουν αποφασιστικό αποτέλεσμα, αποχωρώντας από το πεδίο της μάχης μόλις του το επέτρεψε ο άνεμος. Μέχρις εκεί ένοιωθε δικαιωμένος για τον τρόπο που ερμήνευσε τις διαταγές που έλαβε, οι οποίες γνώριζε πως βασίζονταν σε λανθασμένες πληροφορίες. Ήταν βέβαιος, όπως είπε δικαιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο έδρασε, «ότι η Βασίλισσα δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή της εν λόγω διαταγής, αν δεν της αποκρύπτονταν τόσο η δική μας αδυναμία όσο και η δύναμη του εχθρού.»[15]

Ο στόλος του Torrington υπέστη τόσο μεγάλες ζημιές που πίστεψε πως δεν θα μπορούσε πια να εφαρμοστεί το σχέδιό του. «Ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της άτυχης ναυμαχίας μόνο ο Παντοδύναμος Θεός γνωρίζει,» έγραψε στο Ημερολόγιό του, «όμως τολμώ να υποστηρίξω ότι αν μου δινόταν η ελευθερία να εφαρμόσω το σχέδιό μου, θα απέτρεπα οποιαδήποτε προσπάθεια εισβολής και θα εξασφάλιζα τα πλοία μας που βρίσκονταν δυτικά, τον Killigrew, και τα εμπορικά μας πλοία.»[16] Στην πραγματικότητα πέτυχε αυτό που ήθελε. Αποχωρώντας αργά προς Ανατολάς τράβηξε μαζί του τους Γάλλους μέχρι το Dover πριν πλεύσει στο Nore.[17] Ο δε Tourville δεν μπορούσε πια να επιστρέψει προς τα δυτικά, μέχρι που όλα τα Βρετανικά πλοία, που κινδύνευαν από το Γαλλικό στόλο, κατέπλευσαν με ασφάλεια στο Plymouth. Παρόλο που ο Torrington αναγκάστηκε να δώσει μια μάχη σε λάθος χρόνο και τόπο, το σχέδιό του πέτυχε. Όχι μόνο εμπόδισε τους Γάλλους να κάνουν οτιδήποτε που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα του πολέμου, αλλά ματαίωσε πλήρως το σχέδιο του Tourville να καταστρέψει πλήρως τον Βρετανικό στόλο. Αυτό το κατάφερε, όμως δεν μπορούσε πια να περάσει στην επίθεση.

Το ότι ο Tourville και η Γαλλική Κυβέρνηση εντυπωσιάστηκαν από την αποτελεσματικότητα της μεθόδου [του ¨στόλου ωσεί παρόντος¨] φάνηκε τον επόμενο χρόνο, όταν κατά την επιστροφή του βρέθηκε σε τέτοια μειονεκτική θέση που δεν του επέτρεπε να ελπίζει σε αποφασιστική νίκη. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κράτησε το στόλο του να πλέει πάνω-κάτω έξω από το στόμιο της Μάγχης χωρίς να δίνει στο Βρετανό ναύαρχο την ευκαιρία να τον πλησιάσει. Εντούτοις, η μέθοδός του διέφερε εκείνης του Torrington ως προς το ότι πέτυχε τον αρνητικό του σκοπό παραμένοντας πλήρως εκτός οπτική επαφής του εχθρού. Κατά την άποψή του, αν ένας στόλος παρέμενε στη θάλασσα σε στενή οπτική επαφή με έναν ετοιμοπόλεμο εχθρικό στόλο δεν θα μπορούσε στο τέλος να αποφύγει τη ναυμαχία. «Εάν (ο ναύαρχος),» έγραψε στα απομνημονεύματά του για το υπ’ όψιν ζήτημα, «διαταχθεί να παραμείνει στη θάλασσα για να αποσπάσει την προσοχή του εχθρού και να του δώσει να καταλάβει πως σε περίπτωση που θα επιχειρήσει μια κάθοδο [προς Νότο] τότε θα είμαστε σε θέση να του επιτεθούμε, νομίζω πως είναι καθήκον μου να πω ότι σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι στο τέλος να εμπλακούμε σε ναυμαχία. Γιατί εάν πραγματικά επιζητούν μια ναυμαχία, θα μπορέσουν σίγουρα να το κάνουν, γιατί είναι αδύνατο να στριφογυρίζουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον εχθρικό στόλο χωρίς να εμπλακούν σε μάχη.»[18] Αυτό που ανέφερε είναι σαν να είπε πως για την εφαρμογή της ιδέας ενός στόλου «ωσεί παρόντος» είναι απαραίτητο να υπάρχει μια ασφαλής θέση στην οποία να μπορεί προσωρινά να καταφύγει. Αυτό ήταν και το ουσιώδες σημείο της ιδέας του Torrington.

Την εποχή του Torrington και του Tourville, όταν τα πλοία ήταν δυσκολοκυβέρνητα και οι τακτικές βρίσκονταν ακόμα σε νηπιακή ηλικία, η δυσκολία να αποφύγει κανείς τη ναυμαχία, στην περίπτωση που ο εχθρός θα κατάφερνε να επιτύχει επαφή με τον αντίπαλο στόλο, ήταν αναμφίβολα πολύ μεγάλη, εκτός κι αν υπήρχε εύκολη πρόσβαση σε κάποιο λιμάνι καταφυγής. Όσο όμως βελτιωνόταν η τέχνη του ναυτικού πολέμου, οι ευκαιρίες εφαρμογής της ιδέας του «στόλου ωσεί παρόντος» αυξήθηκαν κατά πολύ, τουλάχιστον όσο αφορούσε το Βρετανικό Ναυτικό. Ήταν σχεδόν μετά από εκατό χρόνια που αναγκαστήκαμε και πάλι να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο σε μεγάλη κλίμακα, και τότε θεωρούσαν πως η υπέρτερη ταχύτητα και οι ακριβείς τακτικές αποτελούσαν παράγοντες που καθιστούσαν την εφαρμογή της σχεδόν απεριόριστη. Στις πιο σκοτεινές μέρες του Πολέμου της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας έχουμε ένα μνημόνιο επ’ αυτού του θέματος από τον Kempenfelt, το οποίο όχι μόνο αποτυπώνει την εξελιγμένη ιδέα του «στόλου ωσεί παρόντος» και του υψηλού επιθετικού πνεύματος που συνιστά την ουσία του, αλλά επίσης εξηγεί και την αξία του, όχι μόνο σαν αμυντικού μέτρου, αλλά και σαν μέσου που επιτρέπει την αποτελεσματική επιθετική δράση ακόμα και στην περίπτωση που συνολικά διαθέτεις υποδεέστερες δυνάμεις. Αναφέρει, «Όταν γνωρίζεις τα σχέδια του εχθρού, για να μπορέσεις να δράσεις αποτελεσματικά θα πρέπει να επιδιώξεις να καταστείς ισχυρότερός του σε κάποιες περιοχές όπου σχεδιάζει να επιχειρήσει και όπου, αν επιτύχει, θα σου προκαλέσει τη μέγιστη ζημιά. Εάν ο στόλος σου είναι διαιρεμένος έτσι ώστε να είναι σε κάθε περιοχή υποδεέστερος του εχθρικού, τότε ο εχθρικός στόλος θα έχει μια καλή ευκαιρία να σε νικήσει, οπουδήποτε κι αν επιτεθεί. Εάν δεν μπορείς να συγκροτήσεις μια αρκούντως ισχυρή μοίρα για να αντιμετωπίσει τον εχθρό στην Αγγλία, θα είναι καλύτερα να αφήσεις την αδυναμία σου να γίνει ακόμα πιο μεγάλη εκεί, προκειμένου να μπορέσεις να ενισχύσεις την υπεροχή σου αλλού.»

«Όταν οι δυνάμεις σου είναι υποδεέστερες του εχθρού και διαθέτεις μόνο μια μοίρα επιτήρησης και παρακολούθησης των κινήσεών του, η υπόψη μοίρα θα πρέπει να αποτελείται μόνο από πλοία δύο καταστρωμάτων {δηλ. ελαφρά πλοία που έχουν μεγάλη ταχύτητα} ώστε να μπορεί να εκτελέσει την αποστολή της. Πρέπει να έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι του εχθρού, διαφορετικά κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να υποχρεωθεί να ναυμαχήσει ή να εγκαταλείψει στο έλεος του εχθρού κάποια δυσκίνητα πλοία της. Είναι απολύτως απαραίτητο να διαθέτεις μια τέτοια ταχυκίνητη μοίρα που θα παρακολουθεί τον κύριο στόλο του εχθρού, γιατί έτσι θα τον εμποδίσει να διαχωριστεί σε μικρότερες μοίρες, οι οποίες θα απειλήσουν το εμπόριό σου ή θα διασπαρούν για να αυξήσουν τις πιθανότητες εντοπισμού του δικού σου κύριου στόλου. Μια τέτοια μοίρα θα είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί κάθε τυχαία διάσπαση ή διασπορά του εχθρικού στόλου, που μπορεί να συμβεί λόγω ισχυρών καταιγίδων, ομίχλης ή άλλων αιτίων. Επίσης θα μπορεί να ανακόψει τον ανεφοδιασμό του εχθρού, τις πληροφορίες που παίρνει κ.τ.λ. Τέλος, μια τέτοια μοίρα θα ελέγχει και θα περιορίζει τις κινήσεις του κύριου εχθρικού στόλου και θα μπορεί να αποτρέψει σε μεγάλο βαθμό τη ζημιά που θα μπορούσε να μας προκαλέσει ο εν λόγω στόλος.»[19]

Τρία χρόνια ενωρίτερα, όταν για πρώτη φορά κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου της Μάγχης, είχε τονίσει τα ίδια σημεία. «Πολλά,» έγραψε τον Ιούλιο του 1779, «μπορώ να πω όλα, εξαρτώνται από αυτό τον στόλο. Είναι υποδεέστερος εναντίον ενός υπέρτερου εχθρικού στόλου. Επομένως, απαιτείται η μέγιστη δεξιοτεχνία και η καλύτερη διοίκηση για να αντιμετωπισθούν οι σχεδιασμοί του εχθρού. Να είσαστε σε εγρήγορση και να προσέχετε ώστε να αδράξετε τυχόν ευνοϊκή ευκαιρία για να δράσετε, και να εκμεταλλευτείτε το πλεονέκτημα να επιχειρήσετε εναντίον του ενός ή του άλλου τμήματος του εχθρικού στόλου που παρουσιάζει τοπική προσωρινή αδυναμία. Ή εάν δεν σας δοθεί μια τέτοια ευκαιρία, να τριγυρίζετε κοντά στον εχθρό, κρατώντας τον καθηλωμένο και εμποδίζοντάς τον να κάνει οτιδήποτε χωρίς να διακινδυνεύσει με καταστροφή. Να προσελκύσετε όλη την προσοχή του και να τον υποχρεώσετε να μην μπορεί να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο παρά να προστατευτεί από τις επιθέσεις σας.»[20]

Ήταν επί τη βάσει αυτών των κατευθύνσεων που διεξήχθη ο πόλεμος. Η περιοχή των Δυτικών Ινδιών, που αποτελούσε τον κύριο αντικειμενικό σκοπό του εχθρού, ήταν για μας το θέατρο των επιθετικών μας επιχειρήσεων και οι θάλασσες της Βρετανίας, των αμυντικών. Αν και ο στόλος μας της Μάγχης ήταν υποδεέστερος του αντίστοιχου εχθρικού συμμαχικού στόλου, εντούτοις οι αμυντικές του επιχειρήσεις αποδείχθηκαν ικανές να τον εμποδίσουν να πετύχει οτιδήποτε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Kempenfelt μπόρεσε να επιδείξει τη θετική πλευρά της θεωρίας του με τον πιο έξυπνο και πειστικό τρόπο. Εξετάζοντας τη ¨συγκέντρωση δυνάμεων¨ είδαμε πώς, διοικώντας μια ταχυκίνητη μοίρα, όπως είχε ζητήσει, μπόρεσε, στα ανοικτά του Ushant, να αδράξει μια ευνοϊκή ευκαιρία που του δόθηκε για δράση, η οποία κατέληξε στη σύλληψη μιας νηοπομπής που μετέφερε πολύ σημαντικά στρατιωτικά εφόδια για τις Γαλλικές επιχειρήσεις στις Δυτικές Ινδίες, και μάλιστα κάτω από τη μύτη του De Guichen που τη συνόδευε με μια δύναμη σχεδόν διπλάσια της δικής του.

Ο Νέλσον σίγουρα μοιραζόταν με τον Kempenfelt τις απόψεις αναφορικά με τις δυνατότητες μιας υποδεέστερης δύναμης στόλου να τηρείται ενεργητικά ωσεί παρoύσα. «Όσον αφορά το στόλο μας,» έγραψε από τη Μεσόγειο το 1796, «κάτω από τη διοίκηση του Sir John Jervis[21] κανένας δεν φοβάται οτιδήποτε … Τώρα είμαστε είκοσι δύο πλοία γραμμής μάχης. Ο συνολικός εχθρικός στόλος δεν θα είναι μεγαλύτερος από τριάντα πέντε … Θα στοιχημάτιζα τη ζωή μου ότι ο Sir John Jervis θα τους νικούσε. Δεν εννοώ σε μια κανονική ναυμαχία, αλλά μέσω της επιδεξιότητας του ναυάρχου μας και της ενεργητικότητας και του ηθικού των αξιωματικών και των πληρωμάτων μας. Αυτή η περιοχή ευνοεί εξαιρετικά τις επιχειρήσεις ενός υποδεέστερου στόλου. Γιατί οι άνεμοι είναι τόσο ευμετάβλητοι, που μέσα σε 24 ώρες, τη μια στιγμή έχεις την ευκαιρία να επιτεθείς σε ένα τμήμα του μεγάλου εχθρικού στόλου, και την άλλη στιγμή κοπάζουν ή αλλάζουν πλήρως κατεύθυνση. Έτσι ελπίζω η Κυβέρνηση να μην ανησυχήσει για την ασφάλειά μας.»[22]

Μια τέτοια αντίληψη της ιδέας της άμυνας μπορεί να πούμε ότι πράγματι ήταν συνηθισμένη στο Βρετανικό πολεμικό ναυτικό. Ήταν μέρος της αιτιολόγησης βάσει της οποίας το 1805, μετά τη διαφυγή του Villeneuve από τη Μεσόγειο, ο Sir John Orde[23] αποφάσισε αντί να μπει στη Μάγχη να υποχωρήσει στο Ushant. «Τολμώ να πιστέψω,» έγραψε, «ότι ο Λόρδος Νέλσον διαθέτοντας δώδεκα πλοία γραμμής μάχης και αριθμό φρεγατών θα λάμβανε αμυντική στάση χωρίς απώλειες ή ακόμα θα παρακολουθούσε τον εχθρικό στόλο στην περίπτωση που θα επιχειρούσε κάτι το σημαντικό, ιδιαίτερα αν ήταν παραφορτωμένος με στρατεύματα.»[24]

Στην προηγούμενη εξέταση των δυνατοτήτων της αμυντικής χρησιμοποίησης του «στόλου ωσεί παρόντος» δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εξετάζουμε τις δυνατότητές του σε σχέση με τη γενική θαλάσσια κυριαρχία – δηλ. τη γενική δυνατότητα που έχει να διατηρεί την εν λόγω κυριαρχία υπό αμφισβήτηση, κατά τον τρόπο που τον χρησιμοποίησε ο Torrington. Η δυνατότητά του να εμποδίσει μια συγκεκριμένη επιχείρηση, όπως είναι μια εισβολή από τη θάλασσα, είναι ένα άλλο ζήτημα, που θα εξαρτάται πάντοτε από τις τοπικές συνθήκες. Εάν ο «στόλος ωσεί παρόν» μπορεί να περιοριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να του είναι αδύνατο να φτάσει στην πορεία εισβολής του εχθρικού στόλου, τότε δεν θα συνιστά εμπόδιο στην εισβολή. Το 1690, στο μέτρο που αφορούσε το στόλο του Torrington, οι Γάλλοι, αν το σκεφτόντουσαν, θα μπορούσαν να εισβάλουν, ας πούμε, στο Portsmouth ενόσω ο Torrington βρισκόταν στο Nore. Όμως, ο στόλος του Torrington δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που τους εμπόδισε. Η υποχώρησή του [Torrington] υποχρέωσε τον Tourville να αφήσει πίσω του ανέπαφες τις μοίρες του Shovel και του Killigrew, και όσον αφορά τη δυνατότητα ελέγχου της πορείας εισβολής [των Γάλλων], o Tourville είχε τους ίδιους περιορισμούς όσο και ο Torrington. Οι συνθήκες της ναυτικής άμυνας έναντι εισβολής είναι πράγματι τόσο σύνθετες σε σύγκριση με αυτές της γενικής ναυτικής άμυνας που θα πρέπει να εξετασθούν αργότερα σαν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του θέματος.

Το δόγμα του «Στόλου ωσεί παρόντος» όπως διαμορφώθηκε και εφαρμόστηκε από τον Torrington και εξελίχθηκε από τον Kempenfelt, δεν προχωρά πέρα από αυτό. Δηλ., όπου ο εχθρός θεωρεί τη γενική θαλάσσια κυριαρχία αναγκαία για τους επιθετικούς του σκοπούς, μπορείς να τον εμποδίσεις να την εξασφαλίσει χρησιμοποιώντας το στόλο σου αμυντικά, αρνούμενος στον εχθρό αυτό που ο Νέλσον αποκάλεσε μια κανονική ναυμαχία, και δράττοντας την κάθε ευκαιρία που θα σου παρουσιαστεί για να αντεπιτεθείς. Όμως, το να το χρησιμοποιήσεις όπως το έκαναν οι Γάλλοι στην περίπτωση της περίφημης αποτρεπτικής πορείας του Tourville, όπου ολόκληρος ο αντικειμενικός σκοπός των Γάλλων ήταν επιθετικός και δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με επίθεση, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα [ήταν δηλ. ¨αίρεση¨].

Είναι πράγματι δύσκολο να κατανοήσουμε το θαυμασμό που προκάλεσε η campagne au large [η εκστρατεία του] στη Γαλλία. [Ο Tourville] Παρέμεινε στη θάλασσα διατεταγμένος έξω από το στόμιο της Μάγχης για πενήντα ημέρες το καλοκαίρι του 1691, και τις σαράντα από αυτές ο δικός μας στόλος της Μάγχης δεν προσπάθησε συστηματικά να τον αναζητήσει. [Ο Tourville] Είχε αποπλεύσει με την ελπίδα να ανακόψει τη μεγάλη μας «νηοπομπή Σμύρνα», η οποία αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του υπεράκτιου εμπορίου μας. Ο Russell[25] με τον κύριο Βρετανικό στόλο αναπτύχθηκε έτσι ώστε να καλύψει τη προσέγγιση της νηοπομπής μέχρι που η τελευταία να είναι ασφαλής, προφανώς γνωρίζοντας ότι ο Tourville θα έπρεπε πρώτα να περάσει από αυτόν αν θα ήθελε να πετύχει το στόχο του [να ανακόψει δηλ. τη Σμύρνα]. Όταν η νηοπομπή έφτασε ασφαλώς ο Russell προχώρησε στα ανοικτά του Ushant, δηλαδή, μεταξύ του εχθρικού στόλου και της βάσης του. Οι επικοινωνίες του Tourville αποκόπηκαν, απειλήθηκε η γραμμή υποχώρησής του και αναγκάστηκε να αδράξει την πρώτη ευκαιρία που βρήκε για να ξεφύγει του Russell και να επιστρέψει στο λιμάνι του. Πέρα από το να συλλάβει μερικά πλοία μιας των νηοπομπών των Δυτικών Ινδιών, δεν κατάφερε τίποτε άλλο. Η κεντρική επιθετική ενέργεια των Γάλλων στην Ιρλανδία τερματίσθηκε στη ναυμαχία της Boyne,[26] και το κύρος της Αγγλίας στη θάλασσα αποκαταστάθηκε. Είναι αλήθεια ότι το εμπόριό μας ταλαιπωρήθηκε στη Βόρεια Θάλασσα, αλλά αυτό δεν οφειλόταν άμεσα στην πορεία του Tourville εναντίον μας, αλλά κυρίως στην αποτυχία των Ολλανδών – προφανώς λόγω παρανόησης – να αποκλείσουν αποτελεσματικά τη Δουνκέρκη.

Οι Βρετανοί θεωρούν πως η υποκρυπτόμενη στις διαταγές του Tourville ¨αίρεση¨, ήταν ο σπόρος που κατέπνιξε τις φιλοδοξίες του Γαλλικού ναυτικού. Το 1691, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το σχέδιο της πορείας του ήταν αρκετά επιθετικό, αφού, βλέποντας πόσο ασταθής ήταν ο νέος θρόνος του William, ένα ηχηρό κτύπημα στο Βρετανικό εμπόριο, συνδυασμένο με μια αναμενόμενη νίκη στην Ιρλανδία, θα ήταν αρκετά για να τον ανατρέψουν [τον William]. Στη συνέχεια όμως η εν λόγω ιδέα επεκτάθηκε σε καταστάσεις πέραν των πραγματικών της δυνατοτήτων. Φαίνεται πως δημιούργησε στους Γάλλους την πεποίθηση ότι όπου ο σκοπός του πολέμου εξαρτιόταν απλά από την εξασφάλιση πραγματικής θαλάσσιας κυριαρχίας, αυτός ο σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί ακόμα και με αμυντικές επιχειρήσεις. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές η εφαρμογή μιας πολιτικής που άφησε τη Γαλλία με υποτυπώδες ναυτικό δεν επέτρεψε άλλη επιλογή στους ναυτικούς της [από την εκτέλεση μόνο αμυντικών επιχειρήσεων]. Και αν προχωρούσαν σε επίθεση όντας η ασθενέστερη πλευρά, το τέλος θα ερχόταν γρηγορότερα αν όχι με μεγαλύτερη βεβαιότητα. Αξιολογώντας τη θαλάσσια ιστορία της Γαλλίας πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να διαχωρίσουμε την πολιτική από τη στρατηγική. Δεν ήταν πάντα κακή η αμυντική στρατηγική, αλλά η πολιτική ήταν αυτή που καταδίκασε τους Γάλλους ναυάρχους να προχωρούν σε αρνητικές [αμυντικές] επιχειρήσεις. Με δεδομένο ότι [η Γαλλία] ήταν ηπειρωτική Δύναμη με ηπειρωτικές φιλοδοξίες, ήταν συχνά μια πολιτική που τη δέσμευαν πλήρως οι χερσαίες στρατιωτικές της ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά η πολιτική της ήταν διπλά καταραμένη: καταραμένη όταν ήταν αδύναμη και καταραμένη επίσης και όταν ήταν ισχυρή. Η παρατεταμένη χρησιμοποίηση της άμυνας γέννησε στους Γάλλους ένα τρόπο σκέψης που τους έκανε ανίκανους να κτυπήσουν με δύναμη και αποφασιστικότητα όταν διέθεταν την απαιτούμενη ισχύ. Τουλάχιστον δεν μπορούμε να διακρίνουμε άλλο λόγο για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ένα τόσο περήφανο έθνος, όταν του δόθηκε η ευκαιρία της εκδίκησης κατά τον Πόλεμο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.

Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, των παρενεργειών επί του ηθικού, εδράζεται ο κίνδυνος της αμυντικής στάσης. Πρόκειται για έναν κίνδυνο τόσο ύπουλο στις επενέργειές του που μας κάνει να μην τον προφέρουμε καν [την αμυντική στάση]. Εντούτοις με τα λόγια του Torrington, του Kempenfelt και του Νέλσονα στα αυτιά μας, θα ήταν μωρία να αγνοήσουμε την πιθανότητα εφαρμογής της εκ μέρους μας [της αμυντικής στάσης] και ακόμα περισσότερο να αγνοήσουμε την εξουθένωση των δυνάμεών μας που θα μπορούσε να προκαλέσει η τυχόν εφαρμογή της από τον εχθρό. Θα πρέπει να μελετηθεί, αν μη τι άλλο για να μάθουμε πώς μπορούμε να την υπερνικήσουμε. Ούτε βέβαια η μελέτη της συνεπάγεται κάποιο κίνδυνο, από τη στιγμή που θα διατηρήσουμε συνεχώς εν όψει το ανήσυχο πνεύμα και τη συνεχή εγρήγορση και ετοιμότητα αντεπίθεσης, τα οποία τόσο ο Kempenfelt όσο και ο Νέλσον θεωρούσαν ως την ουσία της. Είναι αλήθεια ότι κάποιες συνθήκες που την εποχή των ιστιοφόρων παρουσίαζαν ευκαιρίες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Όμως, κάποιες άλλες ακόμα ισχύουν. Η αλλαγή της κατεύθυνσης των ανέμων και η νηνεμία δεν συνεπάγονται πλέον τέτοιες ευκαιρίες. Αλλά οι άσχημες ή και βίαιες καιρικές συνθήκες μπορούν ακόμα να καταστήσουν σημαντικές τη ναυτοσύνη, τη σβελτάδα και τη συνοχή των ναυτικών δυνάμεων, όπως ήταν πάντα. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητείται ότι είναι ακόμα δυνατόν η σκληρή θαλάσσια εκπαίδευση να πετύχει όπως «η ενεργητικότητα και το μαχητικό πνεύμα των αξιωματικών και των πληρωμάτων μας» να δώσουν τα αποτελέσματα που με τόση σιγουριά ανέμενε ο Νέλσον.

ΙΙ. ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΜΙΚΡΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ

Για τον ασθενέστερο από τους δύο αντιπάλους οι μικρής κλίμακας επιθέσεις ασκούσαν πάντοτε ένα είδος γοητείας. Όπου μια Δύναμη ήταν τόσο υποδεέστερη σε ναυτικές δυνάμεις που να μην μπορεί ακόμα και να αμφισβητήσει τη θαλάσσια κυριαρχία με το στόλο της, της απομένει η ελπίδα να μειώσει τη σχετική της αδυναμία θέτοντας εκτός μάχης μέρος των εχθρικών ναυτικών δυνάμεων. Τέτοιες ελπίδες σπάνια ευοδώνονται. Το 1587 ο Drake κατάφερε να σταματήσει την Ισπανική εισβολή επιτιθέμενος στη μοίρα της Αρμάδας που βρισκόταν στο Cadiz και η οποία δεν είχε προλάβει να κινητοποιηθεί. Το 1667 οι Ολλανδοί είχαν παρόμοια επιτυχία εναντίον της δικής μας μοίρας Chatham όταν αυτή βρισκόταν σε ακινησία και απροστάτευτη, και έτσι μάλλον πέτυχαν καλύτερους όρους κατά τη συνθήκη ειρήνης. Όμως δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος πως οι παλιοί πόλεμοι έχουν κάποια παραδείγματα όπου το έσχατο διακύβευμα της θαλάσσιας κυριαρχίας επηρεάστηκε σοβαρά από μια μικρής κλίμακας αντεπίθεση.

Εντούτοις, η ανακάλυψη της τορπίλης προσέδωσε στην εν λόγω ιδέα μια νέα σημασία που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Ο βαθμός σημασίας της προς το παρόν δεν μπορεί να υπολογισθεί. Τουλάχιστον δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι θα είναι πολύ υψηλός υπό κανονικές συνθήκες και μεταξύ στόλων συνήθους αποτελεσματικότητας. Η σχετική επιτυχία του αρχικού σταδίου της Ιαπωνικής επίθεσης εναντίον της Ρωσικής μοίρας του Port Arthur[27] αποτελεί τη μόνη περίπτωση αυτού του τύπου, και όταν υπάρχει μόνο μία περίπτωση, είναι αναγκαίο να επιδεικνύεται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή στην αξιολόγηση της σημασίας της. Πριν εξάγουμε οποιοδήποτε δίδαγμα μόνιμης αξίας πρέπει να εξετάσουμε πολύ προσεκτικά τόσο τις συνθήκες όσο και τα αποτελέσματά της.

Κατ’ αρχάς, επρόκειτο για μια νέα εμπειρία που αφορούσε ένα νέου τύπου όπλο. Ένεκα τούτου τίποτε δεν συνεπάγεται πως η επιτυχία μιας περίπτωσης θα επαναληφθεί με τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα. Δεν θα είναι άσχετο αν επαναφέρουμε και πάλι στη μνήμη μας την περίπτωση των πυρπολικών. Στην αρχή της εποχής των ιστιοφόρων το 1588, θεωρήθηκε ότι η εν λόγω ανακάλυψη [των πυρπολικών] προετοίμαζε το έδαφος για μια αποφασιστική επιτυχία εναντίον ενός στόλου στην ανοικτή θάλασσα. Στους πολέμους που ακολούθησαν, το νέο όπλο βρήκε μεν σημαντική θέση στην οργάνωση των στόλων ανοικτής θαλάσσης, όμως η επιτυχία του ποτέ δεν επαναλήφθηκε. Εναντίον πλοίων μέσα σε ανυπεράσπιστα λιμάνια, είχε περιστασιακά καλά αποτελέσματα. Επίσης κατά τη νηπιακή ηλικία των τακτικών είχε επίδραση επί του ηθικού του εχθρού, ακόμα και κάποια πρακτικά αποτελέσματα και στις επιχειρήσεις του στόλου. Όσο όμως εξελισσόταν η επιστήμη του ναυτικού πολέμου και οι περιορισμοί του υπ’ όψιν όπλου υπολογίζονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια [αυξανομένων των δυνατών αντιμέτρων], οι δυνατότητές του περιορίζονταν όλο και περισσότερο, μέχρι που το 18ο αιώνα θεωρήθηκε πλέον ως αμελητέο ως όπλο. Έχασε ακόμα και την επίδρασή του επί του ηθικού και σταμάτησε πλέον να θεωρείται ως μάχιμη μονάδα.

Τώρα, αν εξετάσουμε από κοντά την περίπτωση του Port Arthur, θα δούμε ότι εμπεριέχει κάποιους εγγενείς παράγοντες που δεν διαφέρουν από εκείνους που αποδόμησαν το πυρπολικό ως αποφασιστικό στοιχείο του ναυτικού πολέμου. Ανεξαρτήτως του προφανούς δεινού αιφνιδιασμού που επέφερε η τορπιλική επίθεση, οι ενδείξεις που έχουμε από τη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι παράγοντες αυτοί [που σχετίζονται με τον τορπιλισμό] είναι πιο ισχυροί κατά την άμυνα παρά κατά την επίθεση. Ο πρώτος παράγοντας σχετίζεται με τη δυσκολία ακριβούς εντοπισμού του αντικειμενικού σκοπού [δηλ. του στόχου που θα προσβληθεί με τορπίλες]. Είναι προφανές ότι για αυτού του τύπου την επιχείρηση απαιτείται η ακριβέστερη δυνατή πληροφόρηση. Και βεβαίως, στον πόλεμο, από όλες τις πληροφορίες πιο δύσκολα αποκτώνται αυτές που αφορούν την καθημερινή διάταξη του εχθρικού στόλου. Οι Ιάπωνες διέθεταν σχετικά επιβεβαιωμένες πληροφορίες ότι το κύριο μέρος της Ρωσικής μοίρας του Port Arthur βρισκόταν στο εξωτερικό αγκυροβόλιο, αλλά συνεχώς μετακινούνταν, και υπήρχε μια πληροφορία ότι τρία θωρηκτά μόλις είχαν αποδεσμευτεί από τη μοίρα. Η πληροφορία ήταν λανθασμένη, όμως είχε ως αποτέλεσμα δύο από τις πέντε μοίρες αντιτορπιλικών που διέθεταν οι Ιάπωνες να διαταχθούν να πλεύσουν προς το Dalny, [28] [εναντίον της υποτιθέμενης θέσης των 3 θωρηκτών που δήθεν είχαν αποδεσμευθεί] όπου βεβαίως δεν βρήκαν κανένα εχθρικό πλοίο. Τέτοιες αβεβαιότητες πάντοτε θα υπάρχουν και βεβαίως ποτέ δεν θα είναι λιγότερες από την περίπτωση (όπως αυτή της Ιαπωνικής επίθεσης στο Port Arthur) που η επίθεση εξαπολύθηκε πριν την επίσημη κήρυξη του πολέμου, όπου οι συνήθεις πηγές πληροφοριών ήταν ακόμα ελεύθερες.

Επιπλέον, σημειώνεται πως παρόλο το γεγονός ότι οι σχέσεις Ιαπωνίας – Ρωσίας ήταν για αρκετές βδομάδες πολύ τεταμένες και μια τορπιλική επίθεση θεωρείτο πιθανή, οι Ρώσοι δεν πήραν κανένα προληπτικό μέτρο για να παραπλανήσουν τον εχθρό. Είναι προφανές ότι σε τέτοιες περιπτώσεις όχι μόνο είναι δυνατόν αλλά επιβάλλεται να λαμβάνονται μέτρα που να εμποδίζουν τον ακριβή εντοπισμό των δυνάμεών μας από τον εχθρό. Επ’ αυτού μπορούμε να επεκταθούμε κι άλλο. Παραπλανώντας τον εχθρό με τέτοια μέτρα [σχετικά με το πού βρίσκονται οι δυνάμεις μας] τον καθοδηγούμε να καταλήξει σε λανθασμένα συμπεράσματα και μπορούμε κάλλιστα να του στήσουμε μια παγίδα η οποία να απορροφήσει την κύρια δύναμη των αντιτορπιλικών του τις πρώτες ώρες του πολέμου. Ωστόσο [σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση της παγίδευσης των εχθρικών αντιτορπιλικών], υπάρχει ο φόβος τα ρίσκα μιας τέτοιας περίπτωσης να είναι τόσο μεγάλα για μια μικρή επιχείρηση αυτής της φύσης, ώστε μάλλον να είναι πολύ δύσκολο να δελεαστεί ένας υποδεέστερος αντίπαλος να εκθέσει το στολίσκο αντιτορπιλικών του σε αυτό τον κίνδυνο.

Αυτή η τελευταία άποψη τονίζεται από το δεύτερο στοιχείο το οποίο αναδεικνύει η περίπτωση του Port Arthur. Και αυτό το στοιχείο είναι μεγάλη ισχύς που έχει ακόμα και η ασθενέστερη άμυνα απέναντι σε τέτοιου είδους επιθέσεις [με τορπίλες]. Με άλλα λόγια, οι πιθανότητες επιτυχίας της, σπάνια μπορούν να είναι τόσο πολλές που να δικαιολογούν τον κίνδυνο να αναληφθεί μια τέτοια επιχείρηση. Όλα ήταν υπέρ των Ιαπώνων. Δύο ή τρεις νύκτες προηγουμένως είχαν δοθεί διαταγές στη Ρωσική μοίρα να προετοιμαστεί για πιθανή τορπιλική επίθεση. Όμως, ήταν τόσο χαμηλός ο βαθμός πειθαρχίας, που οι διαταγές εφαρμόστηκαν με τον πλέον επιπόλαιο τρόπο. Τα πυροβόλα δεν ήταν γεμάτα, δεν ήταν επανδρωμένα, ούτε καν είχαν αποκαλυφθεί. Το μόνο πραγματικό προληπτικό μέτρο που λήφθηκε ήταν να διαταχθούν δύο αντιτορπιλικά να περιπολούν στις προσβάσεις του κόλπου. Όμως, ακόμα και σε εκείνα απαγορεύτηκε να ανοίξουν πυρ σε οποιονδήποτε στόχο εκτός κι αν το ανέφεραν προηγουμένως στο ναύαρχο ή παρά μόνο αν θα προσβάλλονταν τα ίδια. Η άμυνα έναντι αιφνιδιαστικής επίθεσης σπάνια θα μπορούσε να ήταν πιο ασθενική από τη συγκεκριμένη περίπτωση, και όμως ήταν τόσο υψηλή ή ένταση νεύρων των επιτιθέμενων, που αποδείχθηκε ισχυρότερη από ότι λογικά θα ανέμενε κάποιος. Και μόνο η ύπαρξη των περιπολούντων αντιτορπιλικών και η ανάγκη αποφυγής τους προκάλεσε τέτοια σύγχυση στους επιτιθέμενους (από την οποία δεν μπόρεσαν να ανακάμψουν πλήρως), που είχε ως αποτέλεσμα η επίθεση να χάσει την αρχική της ουσιώδη ορμή και συνοχή. Επιπλέον, όσο ανοργάνωτη κι αν ήταν η Ρωσική μοίρα και όσο χαλαρή κι αν ήταν η εκπαίδευση των πληρωμάτων της, από ότι είμαστε σε θέση να κρίνουμε, από τη στιγμή που άρχισαν τα Ρωσικά πυροβόλα να βάλλουν και άναψαν οι προβολείς των Ρωσικών πλοίων, δεν σημειώθηκε κανένα άλλο τορπιλικό πλήγμα.

Τέτοια πλεονεκτήματα ισχύος της άμυνας φαίνεται να είναι εγγενή στις μικρής κλίμακας επιθέσεις [όπως αυτή στο Port Arthur], και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναμένονται καλύτερα αποτελέσματα από μια τέτοιου τύπου επίθεση υπό κανονικές συνθήκες. Όμως, αν θέλουμε να εξάγουμε ¨αρχές¨ από την περίπτωση του Port Arthur, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καθόλου δεν ήταν κανονική. Ήταν μια επίθεση πριν την επίσημη κήρυξη του πολέμου, και όταν η απειλή από τις τεταμένες σχέσεις των δύο πλευρών, αν και είχε συνειδητοποιηθεί, εντούτοις αγνοήθηκε σχεδόν πλήρως από την πλευρά των Ρώσων. Κάτω από τέτοιες ξεχωριστές και σχεδόν απίστευτες συνθήκες, μια μικρής κλίμακας επίθεση μπορεί πάντοτε να αναμένεται ότι θα έχει κάποιο βαθμό επιτυχίας. Σ’ αυτό θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι η Ρωσική μοίρα δεν είχε τη συνηθισμένη και αναμενόμενη αποτελεσματικότητα, αλλά φαίνεται πως είχε μια ασυνήθιστη χαλαρότητα, πράγμα το οποίο σπάνια θα επαναληφθεί στην περίπτωση μιας οποιασδήποτε άλλης ναυτικής Δύναμης.

Τέλος, συνυπολογίζοντας ότι όλες οι ανώμαλες συνθήκες ευνοούν την επίθεση, θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα ποιο ήταν το πραγματικό αποτέλεσμα της επίθεσης στο Port Arthur; Είχε κάποια πρακτική επίδραση επί του έσχατου σκοπού της θαλάσσιας κυριαρχίας; Πράγματι μετατόπισε το ισοζύγιο ισχύος προς την πλευρά των Ιαπώνων ώστε μπόρεσαν να ασκήσουν τοπικό θαλάσσιο έλεγχο αρκετό χρόνο για να τους επιτρέψει να αποβιβάσουν στρατεύματα και να απομονώσουν το Port Arthur. Όμως το Ιαπωνικό σχέδιο εξασφάλισης της έσχατης θαλάσσιας κυριαρχίας βασιζόταν στην δύναμή τους να κυριεύσουν το Port Arthur με στρατιωτική επιχείρηση του ΣΞ και να υποστηρίξουν την πολιορκία του από τη θάλασσα. Και όμως παρ’ όλες τις συνθήκες επιτυχίας το φυσικό αποτέλεσμα της προσβολής της Ρωσική μοίρας ήταν τόσο μικρό, που ακόμα και χωρίς ικανοποιητική επισκευαστική συνδρομή η μοίρα μπόρεσε να αποκαταστήσει τις ζημιές που υπέστη και να καταστεί ετοιμοπόλεμη πριν ακόμα λάβει την τελική της μορφή η πολιορκία του Port Arthur. Οι μικρής κλίμακας επιθέσεις που ακολούθησαν το πρώτο κτύπημα ήταν όλες αποτυχημένες, και ανεξαρτήτως αν διενεργήθηκαν εναντίον του λιμανιού ή εναντίον της Ρωσικής μοίρας στην ανοικτή θάλασσα, δεν είχαν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα.

Την ίδια στιγμή πρέπει να θυμόμαστε ότι από την εποχή εκείνου του πολέμου η τέχνη των τορπιλικών επιχειρήσεων έχει εξελιχθεί πολύ γρήγορα. Το βεληνεκές και η επιθετική ικανότητα των τορπιλών έχουν αυξηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι τα εναντίον τους αντίμετρα. Παρ’ όλα αυτά τα εν λόγω αντίμετρα έχουν επίσης εξελιχθεί, και είναι πιθανόν μια μοίρα μέσα σε μια ναυτική βάση ή μέσα σε κατάλληλα προστατευμένο αγκυροβόλιο να μην είναι τώρα περισσότερο ευάλωτη απ’ όσο ήταν στο παρελθόν. Επίσης, μια μοίρα στην ανοικτή θάλασσα, νοουμένου ότι μετακινείται συνεχώς, είναι ακόμα πολύ δύσκολο να εντοπιστεί με αρκετή ακρίβεια, η οποία να επιτρέπει μια επιτυχημένη προσβολή μικρής κλίμακας.

Η μη αποδεδειγμένη [ακόμα] αξία των υποβρυχίων κάνει ακόμα πιο πυκνό το σύννεφο ομίχλης που καλύπτει τον επόμενο ναυτικό πόλεμο. Από στρατηγική άποψη δεν μπορούμε να πούμε οτιδήποτε άλλο παρά ότι θα πρέπει να υπολογίσουμε ακόμα έναν καινούργιο παράγοντα, ο οποίος αυξάνει τις δυνατότητες των μικρής κλίμακας αντεπιθέσεων. Οι υπόψη δυνατότητες γενικά ευνοούν τη ναυτική άμυνα. Αποτελούν ένα νέο ¨χαρτί¨ το οποίο αν παιχτεί έξυπνα σε συνδυασμό και με τις αμυντικές επιχειρήσεις του στόλου, μπορεί να δώσει μια νέα προοπτική στην ιδέα του «Στόλου ωσεί παρόντος». Μπορεί ακόμα να περιμένουμε πως όποιες κι αν τελικά θα είναι οι πρακτικές δυνατότητες των επιχειρήσεων μικρής κλίμακας σε σχέση με την εξασφάλιση της θαλάσσιας κυριαρχίας, η επίδρασή τους στο ηθικό θα είναι σημαντική, και τουλάχιστον στην έναρξη ενός μελλοντικού πολέμου θα τείνουν να εκτρέψουν και να εμποδίσουν τις κύριες ναυτικές επιχειρήσεις του αντιπάλου, αποστερώντας τους την επικέντρωσή τους στο στόχο, η οποία στο παρελθόν είχε τόσο αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση μιας μάχης.

Λόγω της απουσίας ικανής εμπειρίας δεν θα ήταν φρόνιμο να προχωρήσουμε περισσότερο επ’ αυτού, ειδικά επειδή η επιτυχία της τορπιλικής επίθεσης, όπως και η επίθεση με πυρπολικό, εξαρτάται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από το μαχητικό πνεύμα και την επιδεξιότητα των αξιωματικών και των πληρωμάτων. Όσον αφορά την τορπίλη ως τυπικό όπλο της παράκτιας άμυνας, το πράγμα διαφέρει. Ότι έχει ειπωθεί μέχρι τώρα αφορά μόνο τις δυνατότητές της [της τορπίλης] στην εξασφάλιση θαλάσσιας κυριαρχίας και όχι στην άσκηση ή στην αμφισβήτησή της άσκησής της. Το τελευταίο αποτελεί ερώτημα που αφορά την άμυνα εναντίον εισβολής, το οποίο θα εξετάσουμε αμέσως τώρα.

————————————————————————

[1] Βλέπε Μέρος ΙΙ, Κεφ. Ι, σημ. 1.

[2] Βασιλιάς James ΙΙ της Αγγλίας και VII της Σκωτίας, ο οποίος είχε πρόσφατα εκθρονιστεί.

[3] Ναύαρχος Cloudesley Shovel (ή Shovell, 1659-1707). Μετά την υπηρεσία του εναντίον των Ολλανδών και των Βερβερίνων πειρατών έγινε ανώτατος αξιωματικός το 1689, οπότε κυβέρνησε την υπόψη μοίρα στις θάλασσες της Ιρλανδίας. Μετά από αξιοσημείωτη υπηρεσία στο υπόλοιπο του Εννεαετούς Πολέμου και του επόμενου πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής, ο Shovel σκοτώθηκε όταν ο στόλος του καταστράφηκε το 1707 στα ανοικτά των Scilly Isles (ΝΔ πόδι της Αγγλίας).

[4] Ναύαρχος Henri Killigrew (πέθανε το 1712). Μετά από μια ενεργή σταδιοδρομία τις δεκαετίες του 1670 και του 80 προήχθη σε αντιναύαρχο το 1689. Μετά την καταστροφή της νηοπομπής Smyrna το 1693 (200 εμπορικά Αγγλικά και Ολλανδικά πλοία συνοδευόμενα από μια Αγγλο-Ολλανδική μοίρα πολεμικών με πορεία προς το Γιβραλτάρ, προσβλήθηκαν από τους Γάλλους έξω από το Lagos στο Ν άκρο της Πορτογαλίας, και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ιρλανδία με απώλειες 90 πλοίων), δεν του ανατέθηκε ξανά θαλάσσια υπηρεσία, πιθανώς επειδή θεωρήθηκε ότι συμπαθούσε τους Ιακωβίνους.

[5] Francois Louis de Rousselet, Marquis de Chateaurenault (1637-1716). Διακεκριμένος Γάλλος ναύαρχος στα τέλη του 17ου αι., έγινε αντιναύαρχος το 1701. Τον επόμενο χρόνο στο Vigo, ο Ισπανικός στόλος που προστάτευε, ο οποίος μετέφερε σημαντικούς θησαυρούς, καταλήφθηκε από τους Βρετανούς και τους Ολλανδούς.

[6] Arthur Herbert, Earl of Torrington (1647-1716). Μετά που υπηρέτησε εναντίον των Ολλανδών και των Βερβερίνων πειρατών, πήγε στην Ολλανδία το 1687 προς υποστήριξη του William of Orange. Μετά τη διοίκηση του στόλου εισβολής του William, έγινε πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου και ο κύριος ναυτικός διοικητής του William.

[7] Το Gunfleet είναι ένας αμμώδης πάγκος στα νότια της Βόρειας Θάλασσας, έξω από τις ακτές του Essex [παρά το Clacton-on-Sea]. Το μήνυμα του Torrington στο Λονδίνο της 26 Ιουνίου με το σχέδιό του περιλαμβάνεται “in extensor” στη σελ. 115 του P.H. Colomb, Ναυτικές Επιχειρήσεις (Λονδίνο, 1891).

[8] Από την ίδια πηγή.

[9] Mary II, μονάρχης από κοινού με το σύζυγό της William III, 1689-1694. Τότε κυβερνούσε την Αγγλία ενώ ο William βρισκόταν στο εξωτερικό.

[10] Όπως αναφέρεται στο Colomb, op. cit. σελ. 119.

[11] Θέση που εξέφρασε στον κυβερνήτη του πλοίου του κατά την καταδίωξη του Ναυάρχου Villeneuve, τον Ιούλιο του 1805. Οι πιθανότητες ήταν εναντίον του γιατί διέθετε μόνο 11 Βρετανικά πλοία εναντίον 18 ή 20 Γαλλικών. Βλέπε A. T. Mahan, The Life of Nelson (London, 1897), Τόμος ΙΙ, σελ. 306.

[12] Daniel Finch, δεύτερος Earl of Nottingham (1647-1730), γραμματέας του κράτους, 1688-1693, και πάλι αργότερα 1702-1704.

[13] Μήνυμα ημερ. 29 Ιουνίου, περιλαμβανόμενο στο Colomb, op. cit., σελ. 118. O Corbett, ως συνήθως, τροποποίησε λίγο κάποιες φράσεις. Το κείμενο στο Colomb αναφέρει: «Γιατί ενόσω θα επιτηρούμε τους Γάλλους, δεν μπορούν να επιχειρήσουν οποιαδήποτε ενέργεια είτε εναντίον πλοίου είτε ακτής χωρίς να διατρέξουν μεγάλο κίνδυνο, κι αν ηττηθούμε όλα εκτίθενται στο έλεος τους.»

[14] Ακρωτήρι στην ακτή του Sussex μεταξύ Newhaven και Eastbourne.

[15] Αγόρευση του Torrington στην Βουλή, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, όπως περιλαμβάνεται στα Colomb, op. cit., σελ. 122. Ο άτυχος ναύαρχος πέρασε από στρατοδικείο αλλά απαλλάχθηκε. Είναι σ’ αυτό το λόγο του που έκανε τη φημισμένη ακόλουθη παρατήρηση «πατεντάροντας» και το σχετικό όρο: «Όπως είχαν τα πράγματα οι περισσότεροι είχαν την άποψη ότι οι Γάλλοι θα εισέβαλλαν στην Αγγλία. Εγώ όμως είχα πάντοτε άλλη άποψη. Γιατί πάντα υποστήριζα πως ενόσω θα είχαμε ένα στόλο ¨ωσεί παρόντα¨ δεν θα τολμούσαν να το επιχειρήσουν.»

[16] Αυτή η φράση δεν προέρχεται από το ημερολόγιο του Torrington, το οποίο ο Corbett μπορεί να το είχε υπ’ όψιν του ή και να μην το είχε (δεν σώζεται πλέον). Η εν λόγω φράση περιλαμβάνεται στο γράμμα που έστειλε ο Torrington στον Earl of Nottingham, την 1 Ιουλίου 1690, αρ. 71 στα Εσωτερικά Κρατικά Αρχεία, Κιβώτιο του Βασιλιά William, SP 8/7 στο Γραφείο Δημοσίων Αρχείων (Chancery Lane). Η φράση που αναφέρει ο Corbett προέρχεται πιθανώς από το W. L. Clowes, The Royal Navy (London, 1898), Volume II, που στη σελ. 340 αναφέρεται στο «επίσημο μήνυμα» του Torrington εκείνης της ημερομηνίας και έχει τη σωστή διατύπωση. Είμαι ευγνώμων στον John Hattendorf και στον Peter Le Ferve που με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω αυτή την παραπομπή. Ο πρώτος γράφει: «Το γιατί ο Corbett έγραψε ότι η φράση προέρχεται από το ημερολόγιο του Torrington, μόνο ένας Θεός ξέρει. Υποθέτω πως ένιωσε ότι …. θα τον βοηθούσε να ενισχύσει το επιχείρημα του στο υπόλοιπο του κεφαλαίου, αλλά αυτό αποτελεί απλή υπόθεση.» (Αλληλογραφία με τον Καθηγητή Hattendorf, 7 Απριλίου 1987.)

[17] Αμμώδης πάγκος και αγκυροβόλιο έξω από το στόμιο του ποταμού Medway στις εκβολές του Τάμεση.

[18] Delarbre, Tourville et la marine de son temps, σελ. 339. (Εκδοθέν στο Παρίσι το 1881).

[19] «Οι παρατηρήσεις του ναυάρχου Kempenfelt στις οδηγίες που του έδωσε ο Λόρδος Sandwich,» Barham Papers, Vol. I, σελ. 361-62.

[20] Barham Papers, I, 292. (Ο Πλοίαρχος Kempenfelt από το HMS Victory προς τον Sir Charles Middleton, 27 Ιουλίου 1779.)

[21] Βλέπε Μέρος ΙΙΙ, Κεφ. ΙΙ, σημ. 40.

[22] Γράμμα προς τον Duke of Clarence, 19 Αυγούστου 1796, Nicolas, Volume III, σελ. 246.

[23] Ναύαρχος Sir John Orde (1751-1824).Όταν τον παράκαμψε ο St. Vincent και ανέθεσε στο νεώτερό στην ιεραρχία Νέλσονα, να επιτεθεί στο Γαλλικό στόλο εισβολής στον κόλπο του Aboukir, ο Orde αντέδρασε με αποτέλεσμα να ανακληθεί πίσω στην Αγγλία. Το 1805 το επανακλήθηκε και του ανατέθηκε η διοίκηση της μοίρας που απέκλεισε το Cadiz.

[24] Η Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, σελ. 65.

[25] Ναύαρχος του Στόλου Edward Russell, Earl of Orford (1653-1727). Διαδέχθηκε τον Torrington, τον οποίο συνόδευσε με το στόλο εισβολής του William, ως ο κύριος Άγγλος διοικητής το 1691, και ήταν διοικητής κατά τη μεγάλη νίκη του Barfleur τον επόμενο χρόνο. Υπηρέτησε σαν πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου to 1694-1699, 1707-1710 και 1714-1717.

[26] Στις 11 Ιουλίου 1690.

[27] Η αιφνιδιαστική επίθεση έγινε χωρίς να έχει κηρυχθεί επίσημα ο πόλεμος, περί τα μεσάνυκτα της 9 Φεβρουαρίου 1904. Συμμετείχαν δέκα Ιαπωνικά αντιτορπιλικά. Μόνο τρία κτυπήματα επιβεβαιώθηκαν, αν και τα δύο εξ αυτών επί των δύο πιο σύγχρονων Ρωσικών θωρηκτών, Retvizan και Tsesarevich, και το τρίτο επί του καταδρομικού Pallada. Κανένα δεν βυθίσθηκε και η όλη επίθεση ήταν λιγότερο επιτυχημένη απ’ ότι ο Corbett και άλλοι σύγχρονοί του εκτίμησαν. Βλέπε Westwood, op. cit., σελ. 38-40.

[28] Ανατολικά του Port Arthur κατά μήκος της ακτής της χερσονήσου Liaotung.

Περί λύσης του Κυπριακού. Σχόλια στο άρθρο του Αντ/γου ε.α. Φ. Κλόκκαρη

Τον αντιστράτηγο ε.α. Φ. Κλόκκαρη τον γνώρισα όταν εντάχθηκα στην Κυπριακή Εθνική Φρουρά το Δεκέμβριο 1993 και συνεργάστηκα στενά μαζί του μέχρι τις αρχές
του 2004, που αποστρατεύτηκα. Τον θεωρώ ένα από τους πιο άξιους και άρτια καταρτισμένους Έλληνες αξιωματικούς του Σ.Ξ., άμεμπτου χαρακτήρα και ήθους, ανιδιοτελή, πατριώτη, με συγκεκριμένες σταθερές πολιτικές απόψεις και κοινή λογική. Γι’ αυτό θα ήθελα να κάνω μερικά σχόλια στο πιο κάτω άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 25.10.2016.

Όσα αναφέρει ο Στργος ΦΚ ως προβλήματα μιας λύσης ΔΔΟ νομίζω πως απασχολούν όλους μας. Όμως, πώς μπορούμε να καταλήξουμε σε τελική κρίση χωρίς να μελετήσουμε και να αξιολογήσουμε το τελικό σχέδιο της ΔΔΟ που (αν συμφωνηθεί) θα τεθεί σε δημοψήφισμα; Σε εκείνο το στάδιο, προσωπικά θα έχω και τον επιπρόσθετο προβληματισμό, πώς θα ελέγχονται αποτελεσματικά κρίσεις που ενδεχομένως θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν ακραία στοιχεία των δύο πλευρών.

Εκεί που διαφωνώ με τον Στργο είναι η προτροπή του προς τους διαφωνούντες με τη ΔΔΟ για «δυναμική απαίτηση αναθεώρησης των θέσεών μας, πριν οδηγηθούμε σε λύση».

Επί της κατάληξης του άρθρου του, «Είμαστε οι ηττημένοι του 1974, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε λύση χειρότερη της παρούσας κατάστασης διχοτόμησης, όπως είναι η ΔΔΟ», δεν διαφωνώ ως προς την ουσία – ότι δηλ. δεν πρέπει να αποδεχθούμε λύση χειρότερη της «παρούσας κατάστασης διχοτόμησης». Έχω, όμως, τις εξής σημαντικές παρατηρήσεις:

1. Αν η ΔΔΟ θα είναι χειρότερη ή καλύτερη της παρούσας κατάστασης θα το εκτιμήσουμε όταν (και αν) θα δούμε το τελικό της κείμενο.
2. Θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσο η «παρούσα κατάσταση διχοτόμησης» μπορεί να αποβεί τελικά χειρότερη από μια συμφωνημένη διχοτόμηση.
3. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη εφικτή λύση πλην (α), της ΔΔΟ (β), της Συμφωνημένης Διχοτόμησης και (γ), της διατήρησης της «παρούσας κατάστασης διχοτόμησης», που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε de jure Διχοτόμηση με τους χειρότερους όρους για εμάς.

Αλέξανδρος Τζιρκώτης
—————————————————————————-
Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016 10:08 πμ – Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016 2:56 μμ

Η λύση ΔΔΟ, χειρότερη από την παρούσα κατάσταση διχοτόμησης

Η λύση ΔΔΟ τύπου σχεδίου Ανάν, που συζητείται στις διακοινοτικές συνομιλίες για το Κυπριακό, επιβλήθηκε από την Τουρκία και τη Βρετανία γιατί εξυπηρετεί τη στρατηγική των χωρών αυτών για έλεγχο της Κύπρου. Την τουρκική στρατηγική, γιατί διαλύεται η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ), νομιμοποιούνται τα τετελεσμένα της κατοχής, επεκτείνεται η τουρκική κυριαρχία και στις ελεύθερες περιοχές και αποκτά η Τουρκία πρόσβαση στις αποφάσεις της Ε.Ε. Εξυπηρετεί και τη βρετανική στρατηγική, προς διαιώνιση της παραμονής των Βρετανικών Βάσεων (ΒΒ) στην Κύπρο, αφού εγκαθιδρύεται καθεστώς στο οποίο θα επικρατεί η ισορροπία του τρόμου μεταξύ των δύο κοινοτήτων, με συνέπεια να μην προβάλλεται η απαίτηση απομάκρυνσης των ΒΒ.

Η ΚΔ αντικαθίσταται από δύο οιονεί κρατίδια υπό ένα ασαφές καθεστώς. Έναν πειραματικό συνεταιρισμό που θα είναι μίγμα ομοσπονδίας και συνομοσπονδίας. Ένα δυσλειτουργικό, δικέφαλο κράτος που θα τελεί υπό τουρκική επικυριαρχία, γιατί θα παραβιάζει προς όφελος της Τουρκίας, τις αρχές συγκρότησης ενός σύγχρονου ανεξάρτητου κράτους και συγκεκριμένα:

1) Την ενότητα του κράτους. Διχοτομείται αφύσικα και βίαια το έδαφος, ο λαός και η εξουσία σε ένα μικρό χώρο.

2) Τη δημοκρατία. Παραβιάζεται η αρχή της πλειοψηφίας στη λήψη αποφάσεων.

3) Τη δικαιοσύνη. Παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας, του εκλέγειν – εκλέγεσθαι, της περιουσίας, της διαμονής και της αρχής ένας άνθρωπος μια ψήφος, για να υλοποιηθεί η διζωνικότητα, η εφαρμογή της οποίας απαιτεί πλειοψηφία κατοίκων και περιουσιών των κρατιδίων σε κάθε ζώνη.

4) Τη λειτουργικότητα. Πολύπλοκος και υπερμεγέθης κρατικός μηχανισμός με 3 Κυβερνήσεις, 3 Βουλές, 3 Αστυνομίες και εις διπλούν ημικρατικοί οργανισμοί. Διαρχία αξιωματούχων, δαιδαλώδεις διχοτομικές ρυθμίσεις, δομές που θα προκαλούν συγκρουσιακές σχέσεις και μηχανισμοί επίλυσης αδιεξόδων, λόγω καταστρατήγησης της αρχής της πλειοψηφίας στη λήψη αποφάσεων. Υπέρογκο κόστος λειτουργίας του κράτους που θα είναι αβάστακτο.

5) Την ασφάλεια. Δεν θα υπάρχει πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, δημογραφική, περιβαλλοντική, ενεργειακή ασφάλεια, καθώς και ασφάλεια φυσικών πόρων, επειδή το κυπριακό κράτος δεν θα έχει ένοπλες δυνάμεις και θα τελεί υπό τον πολιτικό έλεγχο της Τουρκίας. Η Τουρκία θα ασκεί τον πολιτικό έλεγχο της Κύπρου μέσω του τουρκοκυπριακού κρατιδίου που θα είναι πλήρως εξαρτημένο από αυτήν (πλειοψηφία εποίκων, διμερείς συμφωνίες Τουρκίας – ΤΚ κρατιδίου που θα έχει και δικαίωμα σύναψης εμπορικών διεθνών εμπορικών συμφωνιών) και μέσω των ρυθμίσεων στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, όπου στο κεφάλαιο της διακυβέρνησης και της κατανομής των εξουσιών συμφωνήθηκε συναπόφαση των δύο κρατιδίων για όλα τα θέματα της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας.

Με όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί, η Τουρκία θα είναι ουσιαστικά παρούσα στην Κύπρο και θα επιβάλλει τις αποφάσεις στο κυπριακό κράτος. Δεν θα χρειάζεται ούτε στρατεύματα, ούτε εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα. Βέβαια η Τουρκία επειδή τα θέλει ΟΛΑ, και αφού ήδη εξασφάλισε τις υποχωρήσεις μας στο κεφάλαιο της διακυβέρνησης, θα επιδιώξει να έχει κέρδη και στα άλλα κεφάλαια. Εξαιρετικά σοβαρό και ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι πολίτες, σε μεγάλο βαθμό, δεν έχουν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τα συμφωνηθέντα στο κεφάλαιο της διακυβέρνησης, προφανώς γιατί η κυβέρνησή μας εκπέμπει το αισιόδοξο μήνυμα ότι στο κεφάλαιο αυτό υπάρχει πρόοδος, ενώ στην ουσία, είναι ο δούρειος ίππος άλωσης της Κύπρου εκ των ένδον, από την Τουρκία. Οι διαφωνούντες με τη στρατηγική στο Κυπριακό, αλλά και οι πολίτες των δύο μεγάλων κομμάτων, οι ηγεσίες των οποίων την ακολουθούν, ας συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο και απαιτήσουν δυναμικά, αναθεώρηση των θέσεών μας, πριν οδηγηθούμε σε λύση. Τα ήδη συμφωνηθέντα μόνο σοκ και τρόμο προκαλούν. Είναι απόρροια της επί 41 χρόνια λανθασμένης στρατηγικής των δήθεν διακοινοτικών συνομιλιών, αφού ουσιαστικά συζητούμε υπό την απειλή των κατοχικών στρατευμάτων με την υποτελή διοίκηση, που εγκατέστησε η Τουρκία παράνομα και βίαια στην Κύπρο, και η οποία στις συνομιλίες υποστηρίζει τα συμφέροντα της Τουρκίας σε βάρος εκείνων της Κύπρου. Όταν δεν υπάρχει κοινότητα συμφερόντων μεταξύ δύο μερών δεν μπορεί να συγκροτηθεί κοινό βιώσιμο κράτος. Είμαστε οι ηττημένοι του 1974, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε λύση χειρότερη της παρούσας κατάστασης διχοτόμησης, όπως είναι η ΔΔΟ.

*Ο Φοίβος Κλόκκαρης είναι αντιστράτηγος ε.α.
Φοίβος Κλόκκαρης