ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

(Some Principles of Maritime Strategy)

Sir Julian S. Corbett (1911)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Πρόχειρη Μετάφραση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΠΟΛΕΜΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ ΠΟΛΕΜΟ

Πριν αφήσουμε τη γενική εξέταση του περιορισμένου πολέμου, οφείλουμε να εξετάσουμε μια ακόμα μορφή του η οποία δεν έχει αναφερθεί μέχρι τώρα. Ο Clausewitz της έδωσε προσωρινά το όνομα «Πόλεμος που περιορίζεται από το (στρατιωτικό) απόσπασμα», [1] αλλά δεν μπόρεσε να την εντάξει στο σύστημά του. Αντιλαμβανόταν ότι διέφερε ουσιαστικά από τον πόλεμο που περιορίζεται από τον πολιτικό του σκοπό ή όπως το έθεσε ο Jomini, τον πόλεμο που έχει εδαφικό σκοπό. [2] Παρόλα αυτά έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να επεξηγηθεί, αν μη τι άλλο λόγω του ρόλου που έπαιξε στην Ευρωπαϊκή ιστορία.

Για μας {τους Βρετανούς} αυτή η μορφή πολέμου επιβάλλεται να εξεταστεί ενδελεχώς, όχι μόνο γιατί η συμπερίληψή της στην περί πολέμου θεωρία του προβλημάτισε το μεγάλο Γερμανό στρατηγιστή, αλλά επίσης και γιατί είναι η μορφή πολέμου με την οποία η Μεγάλη Βρετανία ανάδειξε με τον πιο πετυχημένο τρόπο τη δυνατότητα ενός μικρού σε μέγεθος στρατού ο οποίος επιχειρεί σε συνεργασία με ένα κυρίαρχο στόλο να παρέμβει άμεσα σε ένα χερσαίο θέατρο επιχειρήσεων.

Οι συνδυασμένες επιχειρήσεις {στρατού – στόλου} οι οποίες ήταν η συνηθισμένη μέθοδος των Βρετανών να κάνουν πόλεμο περιορισμένης βάσης, εντάσσονταν σε δύο κύριες κατηγορίες. Κατά πρώτον, ήταν οι επιχειρήσεις που σχεδιάζονταν καθαρά για την κατάκτηση των αντικειμενικών σκοπών για τους οποίους κηρυσσόταν ο πόλεμος. Οι σκοποί αυτοί ήταν συνήθως αποικίες ή μακρινά υπερπόντια εδάφη. Κατά δεύτερον, ήταν οι επιχειρήσεις επί των ακτών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου που σχεδιάζονταν όχι για να καταληφθεί κάτι μονίμως, αλλά με στόχο την παρενόχληση των εχθρικών πολεμικών σχεδιασμών και την ενίσχυση των συμμάχων μας και της δικής μας θέσης. Τέτοιες επιχειρήσεις μπορούσαν να πάρουν τη μορφή παράκτιων αντιπερισπασμών μικρής έκτασης και σημασίας. Όμως, η σπουδαιότητά τους μπορούσε να μεγεθυνθεί σε σημείο που η μορφή τους να μη διαφέρει από ένα κανονικό ηπειρωτικό πόλεμο, όπως π.χ. οι επιχειρήσεις του Wellington στην Ιβηρική Χερσόνησο.

Φαίνεται, επομένως, ότι οι επιχειρήσεις αυτές ξεχώριζαν όχι τόσο από τη φύση του σκοπού τους όσο από το γεγονός ότι δε διαθέταμε γι αυτές ολόκληρη τη στρατιωτική μας ισχύ, αλλά μόνο ένα συγκεκριμένο τμήμα της το οποίο ήταν γνωστό σαν η «διατιθέμενη στρατιωτική μας δύναμη» {our disposal force}. Ως εκ τούτου φαίνεται να απαιτούν ειδική ταξινόμηση και φυσιολογικά κατατάσσονται στην κατηγορία που ο Clausewitz ονόμασε «Πόλεμο που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα».

Ήταν μια «φύση» πολέμου της οποίας μια άλλη μορφή ήταν πολύ καλά γνωστή στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων πολέμων που πρακτικά εντάσσονταν στην κατηγορία των πολέμων που περιορίζονται από το στρατιωτικό απόσπασμα – δηλαδή, περιπτώσεις όπου μια χώρα μη έχοντας ζωτικό ενδιαφέρον για το σκοπό του πολέμου λάμβανε μέρος σ’ αυτόν με τη διάθεση στον κύριο αντίπαλο μιας βοηθητικής στρατιωτικής δύναμης προσυμφωνημένης ισχύος.

Ήταν στο 6ο κεφάλαιο του τελευταίου βιβλίου του που ο Clausewitz σχεδίαζε να ασχοληθεί μ’ αυτήν την ανώμαλη μορφή εχθροπραξιών. Εντούτοις, ο πρόωρος θάνατός του μας άφησε ένα μικρό μόνο τμήμα της σκέψης του, στο οποίο ομολογεί ότι τέτοιες περιπτώσεις «δημιουργούν πρόβλημα στη θεωρία του». [3] Εάν, προσθέτει, η βοηθητική στρατιωτική δύναμη ετίθετο στη διάθεση του κύριου αντίπαλου χωρίς προϋποθέσεις, τότε το πρόβλημα θα ήταν αρκετά απλό. Δηλαδή, πρακτικά θα ήταν η ίδια περίπτωση μ’ αυτήν ενός απεριόριστου πολέμου στον οποίο θα υπήρχε και η συνδρομή μιας δανεικής στρατιωτικής δύναμης. Όμως στην πράξη, παρατήρησε, αυτό σπάνια ίσχυσε γιατί το στρατιωτικό απόσπασμα ελεγχόταν πάντοτε, λίγο ή πολύ, βάσει των ειδικών πολιτικών επιδιώξεων της Κυβέρνησης που το παραχωρούσε. Ως εκ τούτου, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο κατάφερε να καταλήξει ήταν ότι αποτελούσε μια μορφή πολέμου που έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ότι ήταν μια μορφή περιορισμένου πολέμου που φαινόταν να διαφέρει ουσιωδώς από τον πόλεμο που περιορίζεται από το σκοπό του. Ένεκα τούτου μένουμε με την εντύπωση ότι πρέπει να υπάρχουν δύο είδη περιορισμένου πολέμου {αυτοί που περιορίζονται από το σκοπό τους και αυτοί που περιορίζονται από το στρατιωτικό απόσπασμα}.

Εάν όμως ακολουθήσουμε τη δική του ιστορική μέθοδο και εξετάσουμε τις περιπτώσεις στις οποίες αυτή η φύση του πολέμου ήταν επιτυχής, καθώς και εκείνες στις οποίες αποδείχθηκε ανεπιτυχής, θα ανακαλύψουμε ότι εκεί όπου ως κριτήριο της δικαιολογημένης χρησιμοποίησής της λαμβάνεται η επιτυχία, πρακτικά η διάκριση μεταξύ των δύο ειδών του περιορισμένου πολέμου {που περιορίζεται από το σκοπό ή από το στρατιωτικό απόσπασμα} τείνει να εξαφανιστεί. Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν πως όταν οι ουσιώδεις παράγοντες οι οποίοι δικαιολογούν τη χρήση του πολέμου που περιορίζεται από το σκοπό υφίστανται στον πόλεμο που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, τότε αυτή η μορφή πολέμου τείνει να είναι επιτυχής, αλλά όχι αντίστροφα {δηλαδή, ο πόλεμος που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα είναι επιτυχής μόνον όταν γίνεται κάτω από τις συνθήκες που δικαιολογούν τον πόλεμο που περιορίζεται από το σκοπό}. Φτάνουμε έτσι στην πρόταση ότι η διάκριση του πολέμου «Περιορισμένος από το στρατιωτικό απόσπασμα» δεν είναι μια διάκριση εγγενής στον πόλεμο και βρίσκεται βασικά εκτός των πλαισίων της θεωρίας που έχουμε στα χέρια μας. Δηλαδή, στην πραγματικότητα δεν είναι μια μορφή πολέμου, αλλά μια μέθοδος η οποία μπορεί να εφαρμοστεί είτε στον περιορισμένο είτε στον απεριόριστο πόλεμο. Με άλλα λόγια ο πόλεμος που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, εάν θα θεωρηθεί σαν μια δικαιολογημένη μορφή πολέμου, θα πρέπει να πάρει ξεκάθαρα το ένα ή το άλλο σχήμα {είτε του περιορισμένου, είτε του απεριόριστου πολέμου}. Είτε το στρατιωτικό απόσπασμα θα πρέπει να δράσει σαν μια οργανική μονάδα της δύναμης που διεξάγει τον απεριόριστο πόλεμο χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό, είτε διαφορετικά θα πρέπει να του ανατεθεί ένας συγκεκριμένος εδαφικός σκοπός και να έχει ανεξάρτητη οργάνωση και ανεξάρτητο περιορισμένο έργο.

Η δική μας εμπειρία φαίνεται να δείχνει πως ο πόλεμος που διεξάγεται με ένα στρατιωτικό απόσπασμα ή με μια «διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη» έχει μέγιστη επιτυχία όσο περισσότερο πλησιάζει προς τον πραγματικό περιορισμένο πόλεμο – δηλαδή, όπως στην περίπτωση της Ιβηρικής Χερσονήσου και της Κριμαίας, όπου ο σκοπός του πολέμου είναι να αποσπάσουμε ή να εξασφαλίσουμε από τον εχθρό ένα συγκεκριμένο τμήμα εδάφους, το οποίο σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό μπορεί να απομονωθεί μέσω ναυτικών επιχειρήσεων. Στην ουσία, λοιπόν, η επιχειρησιακή του ισχύς φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίο η ναυτική και η στρατιωτική δράση μπορούν να συνδυαστούν προσδίδοντας στο στρατιωτικό απόσπασμα πρόσθετη βαρύτητα και κινητικότητα πέραν της πραγματικής του ισχύος.

Εάν λοιπόν θα αναλύαμε τα προβλήματα του πολέμου που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, θα ήταν αναγκαίο να ξεχωρίσουμε την ηπειρωτική από τη Βρετανική του μορφή. Η ηπειρωτική του μορφή, όπως έχουμε δει, πολύ λίγο διαφέρει στη σύλληψή της από τον απεριόριστο πόλεμο. Δηλαδή, το απόσπασμα διατίθεται, τουλάχιστον φαινομενικά, με βάση την ιδέα ότι θα χρησιμοποιηθεί από τον κύριο αντίπαλο για να τον βοηθήσει στην ανατροπή του κοινού εχθρού και ότι ο αντικειμενικός του σκοπός θα είναι οι οργανωμένες ένοπλες δυνάμεις του εχθρού ή η πρωτεύουσα του. Ή, διαφορετικά, το απόσπασμα θα χρησιμοποιηθεί σαν μια δύναμη επιτήρησης με σκοπό την αποτροπή μιας αντεπίθεσης, έτσι ώστε να διευκολύνει και να διασφαλίσει την κύρια επιθετική κίνηση του κύριου αντίπαλου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, οσονδήποτε μικρή κι αν είναι η συνεισφορά μας στη συμμαχική δύναμη χρησιμοποιούμε την απεριόριστη μορφή πολέμου και στοχεύουμε σε ένα απεριόριστο σκοπό και όχι απλά σε έναν εδαφικό περιορισμένο σκοπό.

Εάν τώρα στρέψουμε την προσοχή μας στη Βρετανική εμπειρία του πολέμου που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, θα ανακαλύψουμε ότι ναι μεν συχνά χρησιμοποιήθηκε η ηπειρωτική του μορφή, όμως, θα ανακαλύψουμε επίσης ότι σχεδόν πάντοτε κάτι τέτοιο συνοδευόταν από λαϊκή αντίδραση, σαν και να ήταν κάτι που αντέβαινε προς το εθνικό ένστικτο. Μια κύρια περίπτωση είναι η βοήθεια που στείλαμε στο Φρειδερίκο το Μέγα κατά τον Επταετή Πόλεμο. Στο ξεκίνημα του πολέμου, ήταν τόσο μεγάλη η λαϊκή αντίδραση που η απόφαση για την παροχή βοήθειας ήταν αδύνατο να ληφθεί. Μόνο στη συνέχεια όταν η γενναία αντίστασή του εναντίον των Καθολικών Δυνάμεων [4] τον περιέβαλε με τη δόξα του Προτεστάντη ήρωα, ο Pitt [5] μπόρεσε να του στείλει βοήθεια. Η παλιά θρησκευτική διαμάχη αναμοχλεύτηκε. Το ισχυρότερο από όλα τα ένστικτα του έθνους απετέλεσε το έναυσμα το οποίο εκκόλαψε το αίσθημα γενναιοδωρίας του λαού ο οποίος ξεπέρασε έτσι την έμφυτη αντιπάθειά του προς τις ηπειρωτικές επιχειρήσεις και έτσι έγινε δυνατή η αποστολή ενός σημαντικού στρατιωτικού αποσπάσματος προς βοήθεια του Φρειδερίκου. Τελικά, η υποστήριξη που παρασχέθηκε στο Φρειδερίκο πέτυχε πλήρως το σκοπό της. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση οι επιχειρήσεις περιορίζονταν όχι μόνο από το στρατιωτικό απόσπασμα αλλά επίσης και από τον αντικειμενικό τους σκοπό. Είναι αλήθεια ότι ο Φρειδερίκος είχε εμπλακεί σε ένα απεριόριστο πόλεμο στον οποίο διακυβευόταν η ύπαρξη της Πρωσίας και ότι η Βρετανική δύναμη αποτελούσε οργανικό τμήμα του πολεμικού του σχεδίου. Παρόλα αυτά, συνιστούσε τμήμα μιας Βρετανικής δύναμης που του διατέθηκε υπό τον Πρίγκιπα Φερδινάνδο του Brunswick, [6] ο οποίος αν και διορίστηκε από το Φρειδερίκο ήταν ο Ανώτατος Διοικητής των Βρετανών {commander-in-chief – δηλαδή ανεξάρτητος διοικητής και όχι υποτεταγμένος στο Φρειδερίκο}. Η οργάνωση του στρατού του ήταν τελείως διαφορετική από εκείνη του Φρειδερίκου και του είχε ανατεθεί το πολύ συγκεκριμένο και περιορισμένο έργο να παρεμποδίσει τους Γάλλους να καταλάβουν το Ανόβερο, [7] οπότε θα κύκλωναν το δεξιό πλευρό των Πρώσων. Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ικανότητά του {του Βρετανικού αποσπάσματος} να εκτελέσει αυτό το έργο οφειλόταν στο γεγονός ότι το θέατρο επιχειρήσεων στο οποίο έδρασε ήταν τέτοιο που δεν υπήρχε περίπτωση να έχανε την επαφή του με τη θάλασσα, ούτε ο εχθρός μπορούσε να αποκόψει τις γραμμές ανεφοδιασμού και υποχώρησής του.

Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πιο πάνω εκστρατείας θα πρέπει να τονιστούν. Τη διαφοροποιούν από την προγενέστερη εφαρμογή του πολέμου που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, η οποία γινόταν σύμφωνα με τον ηπειρωτικό τρόπο και τυπικό της παράδειγμα ήταν οι εκστρατείες του Marlborough. [8] Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δείχνουν την ειδική μορφή πολέμου την οποία και ο Marlborough θα επέλεγε εάν το επέτρεπαν οι έκτακτες πολιτικές συνθήκες. Αυτή η μορφή πολέμου θα καθίστατο χαρακτηριστική των αγώνων των Βρετανών από την εποχή του Pitt και μετά. Στη μέθοδο που εφάρμοσε ο μεγαλύτερος Άγγλος Υπουργός Πολέμου δεν έχουμε μόνο τον «περιορισμό» του στρατιωτικού αποσπάσματος, αλλά έχουμε επίσης και τον «περιορισμό» του συγκεκριμένου και ανεξάρτητου έργου και τέλος έχουμε την επαφή με τη θάλασσα. Αυτός είναι ο πραγματικός ζωτικός παράγοντας και απ’ αυτόν, όπως θα παρουσιαστεί αμέσως, εξαρτάται η ισχύς της εν λόγω μεθόδου.

Στην αρχική φάση του Μεγάλου Πολέμου [9] εφαρμόσαμε την ίδια μορφή πολέμου στις επιχειρήσεις μας στη Βόρειο-Δυτική Ευρώπη. Εκεί είχαμε και το περιορισμένο έργο της εξασφάλισης της Ολλανδίας και επίσης πλήρη επαφή με τη θάλασσα. Όμως, το θέατρο των επιχειρήσεων δεν ήταν ανεξάρτητο. Περιλάμβανε συνδυασμένες και συντονισμένες με άλλες δυνάμεις επιχειρήσεις και σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν αποτυχημένο. Αργότερα, στη Σικελία όπου η πλήρης απομόνωση {του θεάτρου} ήταν εφικτή, η ισχύς της μεθόδου μας επέτρεψε να πετύχουμε ένα μόνιμο γενικά αποτέλεσμα με πολύ πενιχρά μέσα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν καθαρά αμυντικό. Δεν ήταν παρά μέχρι που έγινε ο Πόλεμος της Ιβηρικής Χερσονήσου που βρήκαμε ένα θέατρο για εφαρμογή του πολέμου που περιορίζεται από το στρατιωτικό απόσπασμα, στο οποίο υφίσταντο όλες οι απαραίτητες για την επιτυχία συνθήκες. Όμως, ακόμα και εκεί, ενόσω ο στρατός μας αντιμετωπιζόταν σαν βοηθητικό απόσπασμα του Ισπανικού στρατού, ακολουθούσε η συνηθισμένη αποτυχία. Μόνο στην Πορτογαλία, η άμυνα της οποίας συνιστούσε έναν αληθινό περιορισμένο σκοπό και όπου είχαμε ένα εφαπτόμενο στη θάλασσα θέατρο ανεξάρτητο από εξωτερικούς συμμάχους, η επιτυχία ήλθε από την αρχή. Τόσο ισχυρή ήταν εδώ η εν λόγω μέθοδος και αντίστροφα τόσο εξουθενωτική η μέθοδος που επιβλήθηκε στον εχθρό να ακολουθήσει, που το τοπικό ισοζύγιο δυνάμεων σταδιακά ανατράπηκε και μπορέσαμε να περάσουμε σε αποτελεσματική επίθεση.

Το πραγματικό μυστικό της επιτυχίας του Wellington – πέραν της ιδιοφυίας του – ήταν ότι υπό ιδανικές συνθήκες εφάρμοσε την περιορισμένη μορφή πολέμου σε έναν απεριόριστο πόλεμο. Ο σκοπός μας ήταν απεριόριστος. Δεν ήταν τίποτε λιγότερο από την ανατροπή του Ναπολέοντα. Η ολοκληρωτική επιτυχία που είχαμε στη θάλασσα απέτυχε να εξασφαλίσει το σκοπό μας. Όμως, αυτή η επιτυχία μας έδωσε τη δυνατότητα να εφαρμόσουμε την περιορισμένη μορφή πολέμου, η οποία ήταν η πιο αποφασιστική μορφή επίθεσης που θα μπορούσαμε να αναλάβουμε μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Η σημαντικότατη συνεισφορά της στην τελική επίτευξη του σκοπού μας αναγνωρίζεται σήμερα παγκοσμίως.

Ως εκ τούτου, το γενικό συμπέρασμα που βγαίνει από τις πιο πάνω θεωρήσεις είναι ότι ο πόλεμος που γίνεται με στρατιωτικό απόσπασμα, στην ηπειρωτική του μορφή σπάνια ή ουδέποτε διαφέρει ουσιαστικά από τον απεριόριστο πόλεμο, επειδή οι συνθήκες που είναι απαραίτητες για έναν περιορισμένο πόλεμο σπάνια ή ουδέποτε υφίστανται. Όμως, αυτό που μπορεί να ονομαστεί σαν η Βρετανική ή η θαλάσσια μορφή του είναι πρακτικά η εφαρμογή της περιορισμένης μεθόδου στην απεριόριστη μορφή πολέμου, σαν υποβοηθητική στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις των συμμάχων μας. Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου ήταν συνήθως δυνατή σε μας επειδή ο έλεγχος της θάλασσας μας επέτρεπε να διαλέξουμε ένα θέατρο επιχειρήσεων το οποίο πρακτικά ήταν αληθινά περιορισμένο. [10]

Αλλά τι γίνεται εάν οι συνθήκες του αγώνα στον οποίο σκοπεύουμε να παρέμβουμε είναι τέτοιες που δε διατίθεται ένα αληθινό περιορισμένο θέατρο; Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ του να θέσουμε το στρατιωτικό μας απόσπασμα ανεπιφύλακτα στη διάθεση του συμμάχου μας ή να περιοριστούμε σε παράκτιους αντιπερισπασμούς, όπως κάναμε στις αρχικές εκστρατείες του Επταετούς Πολέμου κατόπιν σχετικού αιτήματος του Φρειδερίκου του Μέγα. Όμως, τέτοιες επιχειρήσεις {παράκτιων αντιπερισπασμών} σπάνια ικανοποιούν οποιονδήποτε από τους αντιπάλους. Πράγματι, τα μικρά θετικά αποτελέσματα που είχαν οι προσπάθειές μας να παρέμβουμε μ’ αυτόν τον τρόπο, το μόνο που κατάφεραν ήταν να απαξιώσουν αυτήν τη μορφή πολέμου και να την κατατάξουν στις ανάξιες να χρησιμοποιούνται από μια Δύναμη πρώτης τάξεως. Εντούτοις, το γεγονός παραμένει πως όλοι οι μεγάλοι ηπειρωτικοί πολέμαρχοι φοβόντουσαν ή απέδιδαν μεγάλη σημασία σε Βρετανικές παρεμβάσεις αυτής της μορφής, ακόμα κι αν εκτελούνταν υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες. Αυτό συνέβαινε επειδή λάμβαναν υπόψη τους περισσότερο τη δυνητική απειλή που συνιστούσε μια τέτοια επιχείρηση παρά την εκτέλεσή της. Με την αντιμετώπισή της δεν ανέμεναν πως θα αποκόμιζαν οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Εφόσον μια τέτοια παρέμβαση έπαιρνε αμφίβια μορφή, ήξεραν πως η αναστάτωση που θα προκαλούσε στα Ευρωπαϊκά πράγματα θα ήταν πάντοτε δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την εγγενή της ισχύ ή προς τα θετικά αποτελέσματα που θα μπορούσε να αποδώσει. Η επιχειρησιακή της σημασία ήταν ότι αποτελούσε απειλή για αποκόμιση θετικών αποτελεσμάτων, εκτός κι αν αντιμετωπιζόταν δυναμικά. Με λίγα λόγια, το αποτέλεσμά της ήταν ¨αρνητικό¨. Η αξία της βρισκόταν στη δύναμή της να δεσμεύει στρατιωτική δύναμη μεγαλύτερη από την δική της. Αυτό είναι το μέγιστο που μπορούμε να ζητήσουμε από τη συγκεκριμένη μορφή πολέμου, που μπορεί να είναι ακριβώς και το ζητούμενο. Γενικά δεν είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος παρέμβασης, αλλά έχει αποδειχθεί ως η αποτελεσματικότερη για μια Δύναμη οι ένοπλες δυνάμεις της οποίας δεν είναι προσαρμοσμένες για την υψηλότερη μορφή πολέμου {τον απεριόριστο πόλεμο}. Ο Φρειδερίκος ο Μέγας ήταν ο πρώτος μεγάλος στρατηλάτης που το αντιλήφθηκε και ο Ναπολέων ο τελευταίος. Για χρόνια αρνιόταν να τη δει, την περιγελούσε και την περιφρονούσε με τρόπο όλο και πιο απαξιωτικό. Το 1805 αποκάλεσε την εκστρατεία του Craig σαν μια «συνεργασία πυγμαίων». [11] Παρόλα αυτά η προετοιμασία μιας άλλης συνδυασμένης δύναμης με έναν τελείως διαφορετικό προορισμό, [12] τον έκανε να δει την εκστρατεία του Craig σαν τον προπομπό μιας επιχείρησης που δε θα μπορούσε να αγνοήσει και γι αυτό θυσίασε το στόλο του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να την αντιμετωπίσει. [13]

Εντούτοις, μόνο μετά από τέσσερα χρόνια υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει εγγράφως αυτήν την αρχή. Τότε, αρκετά περιέργως, πείσθηκε από μια εκστρατεία την οποία εμείς καταλήξαμε να θεωρούμε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες σαν την πλέον καταστροφική από τις αμφίβιες επιχειρήσεις μας εναντίον της Ευρώπης. Η εκστρατεία του Walcheren {το δυτικότερο νησί της Ολλανδίας στη Βόρεια Θάλασσα} [14] σήμερα θεωρείται συνήθως ως η κύρια περίπτωση ανόητης διαχείρισης πολέμου. Οι ιστορικοί δυσκολεύονται να βρουν λέξεις για να τη χαρακτηρίσουν. Παραβλέπουν το γεγονός ότι αποτελούσε ένα βήμα – το τελευταίο και δυσκολότερο – στη μετά-Τραφάλγκαρ πολιτική μας, η οποία αφορούσε τη χρησιμοποίηση του στρατού μας ως εργαλείου τελειοποίησης της θαλάσσιας κυριαρχίας μας, εναντίον ενός στόλου που ενεργούσε κατά πάγια τακτική αμυντικά. Η πολιτική αυτή άρχισε στην Κοπεγχάγη το 1807, [15] απέτυχε στα Δαρδανέλια [16] επειδή ο στόλος και ο στρατός μας διαχωρίστηκαν και πέτυχε στη Λισσαβώνα [17] και στο Cadiz [18] απλά και μόνο με την επίδειξη ισχύος. Η εκστρατεία του Walcheren, η οποία σχεδιαζόταν από μακρού, είχε αναβληθεί μέχρι την τελευταία στιγμή ως πολύ απαιτητική για μας και ελάχιστα πιεστική για τον εχθρό. Ο Ναπολέων την ανέμενε από τότε που η ιδέα της κυκλοφόρησε στη Βρετανία, αλλά καθώς περνούσε ο καιρός και δεν εφαρμοζόταν όλο και περισσότερο ξεχνιόταν. Τελικά η στιγμή έφτασε όταν ο Ναπολέων είχε εμπλακεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στην Αυστρία, όπου αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για να αντιμετωπίσει τον Αρχιδούκα Κάρολο. [19] Οι κίνδυνοι ήταν ακόμα μεγάλοι, όμως η Βρετανική Κυβέρνηση τους αξιολόγησε ρεαλιστικά και τους αντιμετώπισε με τόλμη. Τώρα ήταν η ευκαιρία ή ποτέ. Ήδη είχαν αποφασίσει την ανάπτυξη της μέγιστης στρατιωτικής ισχύος στην Ιβηρική Χερσόνησο και η παρουσία στη Βόρεια Θάλασσα ενός ισχυρού και αυξανόμενου στόλου θα ενεργούσε ενισχυτικά προς την εν λόγω επιχείρηση. Για την Κυβέρνηση τα προσδοκώμενα οφέλη από την επιτυχία της επιχείρησης ξεπερνούσαν κατά πολύ το κόστος της ενδεχόμενης αποτυχίας. Έτσι αποφάσισαν να δράσουν τη στιγμή που ο Ναπολέων καθόλου δεν το περίμενε και τον έπιασαν στον ύπνο. Η άμυνα της Αμβέρσας είχε εγκαταλειφθεί ημιτελής. Δεν υπήρχε στρατός για να αντιμετωπίσει το επικείμενο κτύπημα – μόνο ένας πολύγλωσσος όχλος χωρίς επιτελείο, ούτε αξιωματικούς. Για μια βδομάδα, τουλάχιστον, η επιτυχία βρισκόταν μέσα στα χέρια μας. Ο στόλος του Ναπολέοντα κατάφερε να διαφύγει μόλις εικοσιτέσσερις ώρες προηγουμένως και παρόλα αυτά η αποτυχία δεν ήταν μόνο πλήρης αλλά και καταστροφική. Όμως, τα αίτια της αποτυχίας ήταν τόσο τυχαία στο σύνολό τους και έφτασε τόσο κοντά στην επιτυχία η επιχείρηση, που ο Ναπολέων δέχθηκε ένα ισχυρό τράνταγμα και προετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει μια τυχόν σύντομη επανάληψή της. Πράγματι, έλαβε υπόψη του τόσο σοβαρά την παρ’ ολίγον καταστροφή του που αναγκάστηκε να αναθεωρήσει ολόκληρο το αμυντικό του σύστημα. Όχι μόνο έκρινε αναγκαίο να δαπανήσει τεράστια ποσά για να ενισχύσει τα μόνιμα οχυρωματικά έργα της Αμβέρσας και της Τουλώνας, αλλά διέταξε και το Διευθυντή Στρατολογίας να καταρτίσει ένα σχέδιο για τη συγκρότηση μόνιμης δύναμης πέραν των 300,000 ανδρών από την Εθνοφρουρά για την άμυνα των Γαλλικών ακτών. «Με 30,000 άνδρες έτοιμους να μεταφερθούν από το Downs,» [20] έγραψε ο Αυτοκράτορας, «οι Άγγλοι μπορούν να παραλύσουν 300,000 άνδρες του δικού μου στρατού και κάτι τέτοιο θα μας υποβιβάσει σε Δύναμη δεύτερης τάξης.» [21] Η επικέντρωση των προσπαθειών της Βρετανίας στην Ιβηρική Χερσόνησο, προφανώς κατέστησε περιττή την υλοποίηση αυτής της επιχείρησης – καθ’ ότι η κύρια γραμμή των επιχειρήσεών μας είχε αποφασιστεί και η απειλή έπαυσε να υφίσταται. Μολαταύτα η αναγνώριση από το Ναπολέοντα αυτής της ¨αρχής¨ έχει καταγραφεί – όχι σε μια από τις ομιλίες του η οποία θα μπορούσε να είχε κάποιο συγκεκριμένο απώτερο στόχο, αλλά σε μια επιτελική διαταγή προς τον αρμόδιο υπεύθυνο ανώτερο αξιωματικό.

Γενικά θεωρείται πως οι σύγχρονες εξελίξεις στη στρατιωτική οργάνωση και στις μεταφορές θα επιτρέψουν σε μια μεγάλη ηπειρωτική Δύναμη να αγνοήσει αυτού του είδους τις απειλές. Ο Ναπολέων τις αγνόησε στο παρελθόν, αλλά μόνο για να επιβεβαιώσει την αλήθεια ότι το να αγνοείς μια απειλή στον πόλεμο ισοδυναμεί πολύ συχνά με τη δημιουργία μιας ευκαιρίας για τον αντίπαλο. Τέτοιες ευκαιρίες μπορεί να προκύψουν αργά ή γρήγορα. Όπως έγραψαν γι αυτές τις επιχειρήσεις οι Λόρδοι Ligonier [22] και Wolfe, [23] δεν είναι απαραίτητο να επιδιώκεται ο αιφνιδιασμός από την έναρξη του πολέμου. Πολλές φορές έπρεπε να δημιουργήσουμε εμείς την κατάλληλη ευκαιρία ή να την αναμένουμε να δημιουργηθεί – πολύ συχνά επειδή είτε δεν ήμασταν έτοιμοι είτε δεν ήμασταν αρκετά τολμηροί για να αδράξουμε την πρώτη ευκαιρία που παρουσιαζόταν.

Οι περιπτώσεις στις οποίες τέτοιες παρεμβάσεις αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες. Κατά πρώτον, είναι η παρέμβασή μας σ’ ένα σχέδιο πολέμου του εχθρού, που το εκπονεί χωρίς να λάβει υπόψη του τη δυνατότητά μας να παρέμβουμε και στο οποίο δεσμεύει τις δυνάμεις με την έναρξη των επιχειρήσεων με τρόπο που να μην μπορεί να τις αναδιατάξει. Κατά δεύτερον, είναι η παρέμβαση που σκοπός της είναι να αποστερήσει από τον εχθρό τους καρπούς της νίκης του. Η αποτελεσματικότητα αυτής της δεύτερης μορφής βασίζεται στην αρχή ότι οι απεριόριστοι πόλεμοι δεν κρίνονται πάντοτε από την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων. Συνήθως ακολουθεί το πολύ δύσκολο έργο της υποταγής του λαού από ένα στρατό εξουθενωμένο από τον προηγηθέντα στρατιωτικό αγώνα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η παρέμβαση μιας μικρής φρέσκιας δύναμης από τη θάλασσα μπορεί να είναι αρκετή για να κλίνει ευνοϊκά την πλάστιγγα, όπως έγινε στην Ιβηρική Χερσόνησο και όπως, κατά την άποψη ορισμένων μεγάλων αυθεντιών, θα μπορούσε να είχε γίνει στη Γαλλία το 1871. [24]

Μια τέτοια εισήγηση φαίνεται σχεδόν αιρετική καθ’ ότι αντιβαίνει προς την αρχή η οποία καταδικάζει την ύπαρξη στρατηγικής εφεδρείας. Επικρατεί η άποψη ότι όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις θα πρέπει να αναπτυχθούν κατά την κύρια φάση του αγώνα. Κανείς δεν το αρνείται αυτό σήμερα. Και είναι πέρα για πέρα αληθινό όταν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ οργανωμένων δυνάμεων, όμως αφού δεν υπάρχουν αποδείξεις δικαιολογούμαστε να αμφισβητούμε το κατά πόσον ισχύει και για την περίοδο που ακολουθεί τη στρατιωτική σύγκρουση η οποία εξουθενώνει και υπονομεύει το ηθικό {του στρατού κατοχής}.

—————————————————————————-

1 Clausewitz, Περί Πολέμου, Βιβλίο 8, Κεφάλαιο 6 Α, σελ. 603. Για την ακρίβεια εδώ ο Clausewitz δεν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο όρο αλλά συζητά την ιδέα.

2 Jomini, Η Τέχνη του Πολέμου, συμπλήρωμα, σελ. 330.

3 Clausewitz, op. cit. Η απόδοση της φράσης από τον Corbett πλησιάζει περισσότερο τη μετάφραση του Graham (βλέπε Τόμο ΙΙΙ της έκδοσης Maude, σελ. 118).

4 Γαλλίας και Αυστρίας.

5 William Pitt, Κόμης του Chatham (1708-1778), Βρετανός πρωθυπουργός, 1756-1760. Ο Corbett ήταν θερμός υποστηρικτής της στρατηγικής του Pitt, με την ισοζυγισμένη αποικιακή και ηπειρωτική της πτυχή. Βλέπε το έργο του Η Αγγλία κατά τον Επταετή Πόλεμο, 2 τόμοι. (Λονδίνο, 1907).

6 O Πρίγκιπας Φερδινάνδος του Brunswick-Wolfenbuttel (1721-1792) ήταν Πρώσος στρατάρχης. Η πιο σπουδαία του νίκη με το συμμαχικό στρατό ήταν στο Minden το 1759.

7 Ο εκλέκτωρ του Ανόβερου ήταν επίσης και Βρετανός βασιλιάς από το 1714 μέχρι το 1837.

8 John Churchill, Δούκας του Marlborough (1650-1722). Πιθανώς, ο σπουδαιότερος στρατιωτικός της Αγγλίας. Νικητής των Γάλλων στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής.

9 Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης και οι Ναπολεόντειοι, από το 1792 μέχρι το 1815.

10 Η άποψη του Wellington για τον ουσιώδη αυτό παράγοντα αναφέρθηκε στον Υποναύαρχο Martin, που στάλθηκε στην Ισπανία από το Ναυαρχείο για να συνδιασκεφτεί μαζί του, το Σεπτέμβριο του 1813. «Εάν κάποιοι με ρωτήσουν,» είπε, «για την ιστορία αυτού του πολέμου, θα τους πω ότι είναι η θαλάσσια υπεροχή μας που μου δίνει τη δύναμη να διατηρώ το στρατό μου ενώ ο αντίπαλος δεν μπορεί να κάνει το ίδιο.» (Οι Επιστολές του Sir T. Byam Martin) [Σύνδεσμος Αρχείων Ναυτικού], ii, σελ. 499. (Σημείωση του συγγραφέα που διορθώνει το όνομα ¨Markham¨ που φαίνεται στο αρχικό κείμενο. Η παραπομπή βρίσκεται σε μια επιστολή του Martin, Υποδιοικητή του Στόλου της Μάγχης, προς το Διοικητή του, Λόρδο Keith, η οποία στάλθηκε με το πλοίο HMS Creole στις 21 Σεπτεμβρίου 1813. Οι επιστολές του Martin εκδόθηκαν από το Ναύαρχο Sir Richard Vesey Hamilton και δημοσιεύθηκαν το 1898).

11 Η εκστρατεία 300 δραγόνων και 8 ταγμάτων πεζικού υπό τον Υποστράτηγο Sir James Craig που στάλθηκαν στη Μάλτα το 1805 για να έχουν ετοιμότητα να αναλάβουν δράση ανάλογα με τις εξελίξεις, αλλά, κυρίως, για να εμποδίσουν την κατάληψη της Σικελίας από τους Γάλλους. Η δύναμη αυτή, μαζί με μια μεγαλύτερη Ρωσική εκστρατευτική δύναμη, αποβιβάστηκε τελικά στη Νάπολη το Νοέμβριο. Όμως, οι επιτυχίες του Ναπολέοντα βορειότερα την ανάγκασαν να αποσυρθεί στις αρχές του 1806. Βλέπε το βιβλίο του Corbett, Η Εκστρατεία του Τραφάλγκαρ (Λονδίνο, 1910). Ο όρος που χρησιμοποίησε ο Ναπολέων ¨des combinations de pygmies¨ φαίνεται στη σελ. 135 και προέρχεται από μια επιστολή του Decres, που ήταν ο Υπουργός του των Ναυτικών.

12 Πρόκειται για την επιτυχημένη εκστρατεία του Στρατηγού Sir David Baird για την κατάληψη του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος.

13 Στις 14 Σεπτεμβρίου 1805 ο Ναπολέων διέταξε τον Γαλλο-Ισπανικό στόλο στο Cadiz να πλεύσει στη Νάπολη. Αυτή η ενέργεια κατέληξε στην καταστροφή του στόλου του στο Τραφάλγκαρ. (Corbett, Η Εκστρατεία του Τραφάλγκαρ, σελ. 294-96.).

14 Από τους σχεδόν 40,000 άνδρες που συμμετείχαν στην εκστρατεία το καλοκαίρι του 1809, χάθηκαν περισσότεροι από 4,000, όλοι από πυρετό εκτός από 106.

15 Πρόκειται για τη συνδυασμένη αιφνιδιαστική επίθεση από το Ναύαρχο Gambier και το Στρατηγό Cathcart εναντίον της Κοπεγχάγης το 1807. Μετά το ναυτικό βομβαρδισμό της πρωτεύουσάς τους από τις 2 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου, οι Δανοί παραδόθηκαν. Οι Βρετανοί κατέλαβαν το Δανικό στόλο αλλά δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την προσχώρησή των Δανών στη συμμαχία του Ναπολέοντα που έγινε λίγες βδομάδες αργότερα.

16 Το 1807 ο στόλος του Ναυάρχου Duckworth στάλθηκε διά μέσου των Δαρδανελίων στην Κωνσταντινούπολη για να αναγκάσει την Τουρκία να εγκαταλείψει την πολιτική πολέμου εναντίον της Ρωσίας. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν και εκδίωξαν τον Ducksworth.

17 Το 1808 ένας στόλος υπό το Ναύαρχο Sir Charles Cotton έπλευσε ανοιχτά της Λισσαβόνας για να υποστηρίξει την εξέγερση των Πορτογάλων εναντίον της Γαλλίας και για να επιτηρεί ένα Ρωσικό στολίσκο στον π. Τάγο. Αμέσως μετά έγινε απόβαση Βρετανικών στρατευμάτων.

18 Τον ίδιο χρόνο ένας Βρετανικός στόλος υπό τον Υποναύαρχο Purvis έπλευσε ανοιχτά του Cadiz για να ενθαρρύνει τους Ισπανούς κατά την επιτυχημένη τους εξέγερση εναντίον των Γάλλων και την κατάληψη διά της βίας ένός Γαλλικού στολίσκου που βρισκόταν εκεί.

19 Για ακόμα μια φορά το 1809 ήταν Διοικητής των κύριων Αυστριακών δυνάμεων. Ηττήθηκε στο Wagram τον Ιούλιο.

20 Προστατευμένο αγκυροβόλιο έξω από τις ακτές του Kent μέσα στο Goodwin Sands και μεταξύ της Βόρειας και Νότιας Ιρλανδίας.

21 Correspondance de Napoleon (H Αλληλογραφία του Ναπολέοντα), xix, 421, 4 Σεπτεμβρίου. (Σημείωση του συγγραφέα).

22 John Louis, Κόμης του Ligonier (1680-1770). Βρετανός στρατάρχης ο οποίος μετά από μια διακεκριμένη πολεμική καριέρα στους Πολέμους της Ισπανικής και Αυστριακής Διαδοχής τοποθετήθηκε Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και στρατιωτικός σύμβουλος της Κυβέρνησης κατά τον Επταετή Πόλεμο.

23 Αντιστράτηγος James Wolfe (1726-1759). Φονεύθηκε ως διοικητής της στρατιωτικής δύναμης που κατέλαβε το Quebec.

24 Όταν η Γαλλία ηττήθηκε από τους υπό Πρωσική ηγεσία Γερμανικούς στρατούς.

Advertisements

Posted by atzirkotis

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s