Bound to Fail: The Rise and Fall of the Liberal International Order

Ο John J. Mearsheimer δημοσίευσε πρόσφατα στο MIT International Security Journal,Vol. 43, Issue 4, April 1st, 2019, ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, με τον παραπάνω τίτλο, που αναφέρεται στην άνοδο και την παρακμή της Φιλελεύθερης Διεθνούς Τάξης (ΦΔΤ), στη Νέα Παγκόσμια Τάξη που θα τη διαδεχθεί και στο πώς θα πρέπει να ενεργήσουν οι ΗΠΑ σ’ αυτό τον νέο κόσμο που αναδύεται, προκειμένου να διατηρήσουν, κατά το δυνατόν, τη θέση τους στο νέο παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος.

Διαβάζοντας το άρθρο, θυμήθηκα τις απόψεις του δικού μας Παναγιώτη Κονδύλη για το Νέο Κόσμο που αναδύεται, τις οποίες όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τις βρει στα βιβλία του «Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα. Τομές στην Πλανητική Πολιτική περί το 2000» και «Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο», τα κεφάλαια των οποίων έχουν δημοσιευθεί και σε αυτό το ίδιο blog, στην Υποκατηγορία «Panayiotis Kondylis». Είναι εκπληκτικό και δείχνει το «μέγεθος» και το «βάθος» της σκέψης του Π. Κονδύλη, το πόσο πρωτοποριακά και πριν από περισσότερο 2 δεκαετίες προέβλεψε τους δρόμους που θα ήταν δυνατό να ακολουθήσουν οι παγκόσμιες εξελίξεις σε βασικούς τομείς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Υψηλή Στρατηγική Σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη επεκτείνεται από τον John J. Mearsheimer με πιο συγκεκριμένες εκτιμήσεις, καθώς και προτάσεις στρατηγικής και τακτικών που θα πρέπει να εφαρμόσουν οι ΗΠΑ στην αναδυόμενη Νέα Παγκόσμια Τάξη.

Κατωτέρω, παραθέτω σε πρόχειρη μετάφραση ολόκληρο το άρθρο του John J.Mearsheimer, χωρίς τις παραπομπές του συγγραφέα.

Το πρωτότυπο άρθρο στα Αγγλικά βρίσκεται εδώ:

www.mitpressjournals.org/doi/pdfplus/10.1162/isec_a_00342

Προορισμένη να Αποτύχει: Η Άνοδος και η Πτώση της Φιλελεύθερης Διεθνούς Τάξης (ΦΔΤ), του John J. Mearsheimer

Εισαγωγή

Το 2019 έγινε πια καθαρό ότι η ΦΔΤ βρισκόταν σε βαθιά κρίση. Οι τεκτονικές πλάκες στις οποίες στηρίζεται έχουν μετακινηθεί και λίγα μπορούν να γίνουν για να τη διορθώσουν ή να τη σώσουν. Η ΦΔΤ ήταν από την αρχή καταδικασμένη να αποτύχει γιατί περιείχε μέσα της τους σπόρους της αποτυχίας. Η πτώση της προκαλεί τρόμο στις ελίτ της Δύσης που τη δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτή με πολλούς τρόπους. Οι εν λόγω ελίτ υποστηρίζουν με πάθος ότι η ΦΔΤ ήταν και παραμένει μια ισχυρή δύναμη που προωθεί την ειρήνη και την ευημερία στον κόσμο. Πολλοί από αυτούς κατηγορούν τον πρόεδρο Τραμπ για το θάνατο της. Εξάλλου ο Τραμπ εξέφρασε ανοιχτά την ανυποληψία του γι’ αυτήν κατά την προεκλογική του εκστρατεία το 2016 και από τότε που έγινε Πρόεδρος εφαρμόζει πολιτικές που φαίνεται να είναι ειδικά σχεδιασμένες για να την καταστρέψουν.

Εν τούτοις, θα ήταν λάθος να θεωρήσει κάποιος ότι τα προβλήματα της ΦΔΤ οφείλονται αποκλειστικά στη ρητορική ή στις πολιτικές που εφαρμόζει ο Τραμπ. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολύ πιο θεμελιώδη προβλήματα που δικαιολογούν το γιατί ο Τραμπ μπόρεσε να υπονομεύσει τόσο αποτελεσματικά μια Τάξη που απολαμβάνει σχεδόν καθολικής υποστήριξης από τις ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των Δυτικών χωρών. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να αναλύσει το γιατί η ΦΔΤ βρίσκεται σ’ αυτή τη μεγάλη κρίση και να προσδιορίσει το είδος της Διεθνούς Τάξης που θα την αντικαταστήσει.

Προς τούτο εξετάζω τρεις ομάδες επιχειρημάτων: Πρώτο, επειδή τα σύγχρονα κράτη αλληλεξαρτώνται βαθιά σε πολλούς τομείς, οι «Τάξεις» είναι απαραίτητες για να διευκολύνουν την αποτελεσματικότητα αυτών των σχέσεων. Υπάρχουν διάφορα είδη Διεθνών Τάξεων. Αυτή που θα αναδυθεί θα εξαρτηθεί κυρίως από το παγκόσμιο ισοζύγιο δυνάμεων. Όμως, όταν το παγκόσμιο σύστημα είναι μονοπολικό, η πολιτική ιδεολογία του μοναδικού πόλου παίζει μεγάλο ρόλο. Η ΦΔΤ μπορεί να αναδειχθεί μόνο σε μονοπολικά συστήματα, όπου το κυρίαρχο κράτος είναι Φιλελεύθερη Δημοκρατία.

Δεύτερο, οι ΗΠΑ από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου (ΙΙ ΠΠ) ηγήθηκαν δύο διαφορετικών Τάξεων. Της Τάξης του Ψυχρού Πολέμου (ΨΠ), η οποία αν και αρκετές φορές αναφέρεται ως «ΦΔΤ», δεν ήταν ούτε Φιλελεύθερη ούτε Διεθνής. Ήταν μια αυστηρά Οριοθετημένη Τάξη που κυρίως περιοριζόταν στη Δύση και ήταν Πραγματιστική [Ρεαλιστική] σ’ ότι αφορά όλες τις κύριες πτυχές της. Διέθετε μεν και κάποια Φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, τα οποία όμως τα επέβαλλε η ρεαλιστική λογική του ΨΠ. Από την άλλη, η Τάξη της οποίας ηγήθηκαν οι ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι και Φιλελεύθερη και Διεθνής, και ως προς τούτο διαφέρει από εκείνη του ΨΠ.

Τρίτο, η μεταψυχροπολεμική ΦΔΤ ήταν καταδικασμένη να καταρρεύσει γιατί οι κύριες πολιτικές στις οποίες βασιζόταν ήταν βαθιά προβληματικές. Η εξάπλωση της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας ανά την υφήλιο, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία της ΦΔΤ, είναι όχι μόνο εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, αλλά συχνά δηλητηριάζει τις σχέσεις με τα άλλα κράτη και μερικές φορές οδηγεί σε καταστροφικούς πολέμους. Ο εθνικισμός που επικρατεί σε ορισμένα κράτη, αποτελεί το κύριο εμπόδιο για την επέκταση της δημοκρατίας σ’ αυτά, αλλά και οι πολιτικές που σχετίζονται με την ισορροπία ισχύος (μεταξύ των κρατών) αποτελούν επίσης εμπόδιο.

Επιπλέον, η τάση της ΦΔΤ να προωθεί τους διεθνείς θεσμούς εις βάρος των κρατικών και η προσήλωσή της στις πολιτικές διαπερατών αν όχι πλήρως ανοιχτών συνόρων, είχε τοξικές πολιτικές συνέπειες μέσα στα ίδια τα βασικά Φιλελεύθερα κράτη, περιλαμβανομένου του μοναδικού πόλου, δηλ. των ΗΠΑ. Οι εν λόγω πολιτικές έρχονται σε σύγκρουση με τον εθνικισμό επί κύριων ζητημάτων όπως είναι η εθνική κυριαρχία και η εθνική ταυτότητα. Επειδή ο εθνικισμός είναι η ισχυρότερη πολιτική ιδεολογία στον πλανήτη, μονίμως νικά το Φιλελευθερισμό σε κάθε μεταξύ τους σύγκρουση, υπονομεύοντας έτσι τη ΦΔΤ στην καρδιά της.

Επιπρόσθετα, η υπερ-παγκοσμιοποίηση η οποία επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει τα φράγματα στο παγκόσμιο εμπόριο και στις επενδύσεις, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας, τη μείωση μισθών και την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων στο Φιλελεύθερο κόσμο. Επίσης, κατέστησε το διεθνές οικονομικό σύστημα λιγότερο σταθερό, πράγμα που οδήγησε σε επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις. Αυτά τα οικονομικά προβλήματα, στη συνέχεια πήραν τη μορφή πολιτικών προβλημάτων που υπονόμευσαν περαιτέρω την υποστήριξη προς τη ΦΔΤ.

Η υπερ-παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπονομεύει τη ΦΔΤ με ένα ακόμα τρόπο: βοηθά τις υπόλοιπες χώρες (πέραν του μοναδικού «πόλου», δηλ. των ΗΠΑ) να ισχυροποιηθούν, πράγμα που μπορεί να υπονομεύσει τη μονοπολικότητα και έτσι να φέρει το τέλος της ΦΔΤ. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα με την ανάπτυξη της Κίνας, η οποία μαζί με την αναγέννηση της Ρωσικής ισχύος, έχει φέρει την εποχή της μονοπολικότητας στο τέλος της. Ο αναδυόμενος πολυπολικός κόσμος θα συνίσταται από μια Διεθνή Τάξη που θα βασίζεται στο ρεαλισμό [στις πραγματικότητες] και η οποία θα παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας, στον έλεγχο των εξοπλισμών και στο χειρισμό θεμάτων που αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως π.χ. η κλιματική αλλαγή. Επιπλέον, σ’ αυτή τη Νέα ΔΤ, οι ΗΠΑ και η Κίνα θα ηγηθούν δύο Οριοθετημένων Τάξεων που θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους στον οικονομικό και στο στρατιωτικό τομέα.

Στη συνέχεια το άρθρο αυτό είναι οργανωμένο ως εξής: Πρώτο, εξηγώ τι σημαίνει ο όρος «Τάξη» και γιατί οι Τάξεις αποτελούν σημαντικά στοιχεία της διεθνούς πολιτικής. Δεύτερο, περιγράφω τα διάφορα είδη Τάξεων και τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννάται μια ΦΔΤ. Σχετικά μ’ αυτό, στο τρίτο μέρος, εξετάζω τους λόγους της ανόδου και της πτώσης των Διεθνών Τάξεων. Στο τέταρτο μέρος, περιγράφω τις δύο διαφορετικές Τάξεις του ΨΠ. Στα επόμενα 3 μέρη, ανατρέχω την ιστορία της ΦΔΤ και στα επόμενα 4 μέρη, εξηγώ γιατί η ΦΔΤ απέτυχε. Στο προτελευταίο μέρος, εξετάζω το πώς θα μοιάζει μια Νέα Τάξη σε έναν πολυπολικό κόσμο. Τέλος, παραθέτω μια σύνοψη των συμπερασμάτων μου και προτείνω κάποιες πολιτικές που θα πρέπει να ακολουθηθούν.

Τι είναι μια Τάξη και γιατί έχει σημασία; 

Μια Τάξη είναι ένα οργανωμένο σύνολο διεθνών θεσμών [βασικά συμφωνιών, συνθηκών, οργανισμών, συμμαχιών] που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν στους υπόψη θεσμούς. Οι Τάξεις, επίσης, μπορούν να βοηθήσουν και στη ρύθμιση των σχέσεων των κρατών μελών τους με κράτη μη μέλη, καθ’ ότι μια Τάξη δεν περιλαμβάνει αναγκαία όλα τα κράτη του κόσμου. Επιπλέον, οι Τάξεις μπορεί να περιλαμβάνουν θεσμούς που να έχουν τόσο διεθνή όσο και περιφερειακή εμβέλεια. Τις Τάξεις τις δημιουργούν και τις χειρίζονται οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Οι διεθνείς θεσμοί, οι οποίοι είναι οι θεμέλιοι λίθοι των Τάξεων, πρακτικά είναι κανόνες τους οποίους φτιάχνουν και συμφωνούν να ακολουθήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις, γιατί θεωρούν ότι η υπακοή σ’ αυτούς τους κανόνες εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Οι εν λόγω κανόνες ορίζουν ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες απαγορεύονται. Προφανώς, οι Μεγάλες Δυνάμεις ορίζουν τους υπόψη κανόνες με τρόπο που να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τους. Όμως, όταν οι υπόψη κανόνες δεν συνάδουν με τα ζωτικά συμφέροντα των ηγέτιδων κρατών, τότε αυτά τα ίδια τα κράτη (οι Μεγάλες Δυνάμεις) είτε τους αγνοούν είτε τους ξαναγράφουν. Για παράδειγμα ο Πρόεδρος G. W. Bush πριν τον πόλεμο του 2003 με το Ιράκ, σε πολλές περιπτώσεις τόνισε ότι ακόμα κι αν μια Αμερικανική εισβολή θα παραβίαζε το διεθνή νόμο, «η Αμερική θα κάνει ότι είναι αναγκαίο για να εξασφαλίσει την ασφάλεια του έθνους μας … Δεν θα περιμένω τις εξελίξεις, ενώ οι κίνδυνοι θα συσσωρεύονται.»

Μια Τάξη μπορεί να περιλαμβάνει διάφορους τύπους θεσμών, περιλαμβανομένων θεσμών ασφάλειας όπως, το ΝΑΤΟ, η συμφωνία μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων (ΝΡΤ) ή το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, οικονομικών θεσμών όπως, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει θεσμούς που αφορούν το περιβάλλον όπως, η Συνθήκη των Παρισίων, αλλά και σύνθετους θεσμούς όπως η ΕΕ, η Κοινωνία των Εθνών και ο ΟΗΕ.

Οι Τάξεις είναι απαραίτητες στο σύγχρονο διεθνές σύστημα για δύο λόγους. Πρώτο, ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, σε έναν βαθιά αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Τα κράτη εμπλέκονται με ένα τεράστιο όγκο οικονομικών σχέσεων, γεγονός που τα αναγκάζει να δημιουργήσουν θεσμούς και κανόνες που να ρυθμίζουν και να διευκολύνουν αυτές τις σχέσεις. Αυτή η αλληλεξάρτηση δεν περιορίζεται μόνο στις οικονομικές σχέσεις, αλλά επεκτείνεται και σε θέματα περιβαλλοντικά και υγείας. Για παράδειγμα η μόλυνση του περιβάλλοντος σε μια χώρα αναπόδραστα επηρεάζει και τις γειτονικές, ενώ οι επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη είναι παγκόσμιες και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με διεθνή συνεργασία. Επιπλέον, οι θανατηφόρες επιδημίες δεν χρειάζονται διαβατήριο για να περάσουν τα σύνορα, όπως έδειξε η θανατηφόρα γρίπη του 1918-20.

Τα κράτη αλληλεξαρτώνται και στο στρατιωτικό τομέα, πράγμα που τα οδηγεί στη συγκρότηση συμμαχιών. Προκειμένου να αντιπαραθέσουν στον αντίπαλο μια σημαντική δύναμη αποτροπής ή αν αυτό δεν λειτουργήσει, να τον πολεμήσουν αποτελεσματικά, οι σύμμαχοι ωφελούνται με το να θεσπίζουν κανόνες οι οποίοι να καθορίζουν τον τρόπο που θα επιχειρήσουν οι στρατιωτικές δυνάμεις του κάθε μέλους και το πώς θα συντονιστούν μεταξύ τους. Η ανάγκη συντονισμού μεγεθύνθηκε γιατί οι σύγχρονες ΕΔ διαθέτουν ένα τεράστιο οπλοστάσιο, που δεν είναι πάντα πλήρως συμβατό με το αντίστοιχο των συμμάχων τους. Ας σκεφτούμε μόνο το εύρος των διαφορετικών οπλικών συστημάτων που διαθέτουν τα κράτη που συγκροτούν το ΝΑΤΟ και (διέθετε) το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, για να μην αναφερθούμε στις δυσκολίες που ενέχει ο συντονισμός των κινήσεων των διαφόρων στρατιωτικών δυνάμεων που εντάσσονται μέσα σε κάθε μια από τις εν λόγω συμμαχίες. Δεν είναι καθόλου περίεργο που και οι δυο υπερδυνάμεις διατηρούσαν πολύ αυστηρά θεσμοθετημένες συμμαχίες – στην πραγματικότητα αυστηρά θεσμοθετημένες Τάξεις – κατά τον ΨΠ.

Δεύτερο, οι Τάξεις είναι απαραίτητες στο σύγχρονο διεθνές σύστημα γιατί βοηθούν τις Μεγάλες Δυνάμεις να χειριστούν τη συμπεριφορά των πιο αδύναμων κρατών, με τρόπο που να εξυπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα. Ειδικότερα, τα πιο ισχυρά κράτη σχεδιάζουν τους θεσμούς έτσι ώστε να περιορίζουν τις ενέργειες των λιγότερο ισχυρών κρατών και στη συνέχεια τα πιέζουν για να συμμετάσχουν στους εν λόγω θεσμούς και να υπακούσουν στους σχετικούς κανόνες, ανεξαρτήτως αν αυτό τα συμφέρει ή όχι. Παρ’ όλα αυτά οι υπόψη κανόνες συχνά δουλεύουν και προς όφελος των πιο αδύναμων κρατών του συστήματος.

Ένα καλό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι οι προσπάθειες των υπερδυνάμεων κατά τη διάρκεια του ΨΠ να δημιουργήσουν το καθεστώς της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Έτσι, το 1968, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ δημιούργησαν τη Συνθήκη Nuclear Proliferation Treaty (NPT), σύμφωνα με την οποία ήταν παράνομο για όσα κράτη δεν διέθεταν πυρηνικά όπλα να τα αποκτήσουν. Φυσιολογικά τόσο η ΕΣΣΔ όσο και οι ΗΠΑ ξόδεψαν πολύ χρόνο και κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να εντάξουν στην εν λόγω συνθήκη όσο το δυνατό περισσότερα κράτη. Οι υπερδυνάμεις ήταν επίσης οι κινητήριες δυνάμεις για τη δημιουργία της Nuclear Supplier Group το 1974, η οποία θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς στην πώληση πυρηνικών υλικών και τεχνολογιών σε χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα, αλλά όμως μπορεί να προσπαθήσουν να τα αποκτήσουν από τη διεθνή αγορά.

Εν τούτοις, οι θεσμοί που συγκροτούν μια Τάξη δεν μπορούν να αναγκάσουν ισχυρά κράτη να υπακούσουν σε κανόνες τους οποίους τα εν λόγω κράτη θεωρούν ότι αντιτίθενται στα συμφέροντά τους. Με άλλα λόγια, οι διεθνείς θεσμοί δεν χειραφετούνται από μόνοι τους και επομένως δεν μπορούν να επιβάλουν στα κράτη το πώς θα συμπεριφερθούν. Αποτελούν μόνο εργαλεία των Μεγάλων Δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά οι κανόνες, οι οποίοι είναι και η ουσία του κάθε θεσμού, βοηθούν στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των κρατών και οι Μεγάλες Δυνάμεις τις περισσότερες φορές τους υπακούουν.

Το μίνιμουμ είναι ότι μέσα σ’ ένα κόσμο πολυσύνθετης αλληλεξάρτησης, ένα σύστημα κανόνων είναι απαραίτητο προκειμένου να μειωθεί το κόστος των κάθε είδους συναλλαγών και να διευκολυνθούν οι πολυσύνθετες και πολυεπίπεδες σχέσεις μεταξύ των εθνών. Αυτή ακριβώς η λειτουργία της ΦΔΤ αποδίδεται πολύ καλά με τον όρο που χρησιμοποίησε ο Ναύαρχος Harry Haris (πρώην Διοικητής των Αμερικανικών Δυνάμεων του Ειρηνικού), δηλ. «Παγκόσμιο Λειτουργικό Σύστημα».

Τα Είδη των Τάξεων

Υπάρχουν τρεις σημαντικές διαφορές μεταξύ των Τάξεων που υφίστανται στο διεθνές σύστημα. Η πρώτη διαφορά είναι μεταξύ των Διεθνών Τάξεων και των Οριοθετημένων Τάξεων. Για να είναι μια Τάξη Διεθνής θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις του κόσμου. Ιδανικά, θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις χώρες του συστήματος. Αντιθέτως, οι Οριοθετημένες Τάξεις αποτελούνται από μια ομάδα θεσμών στους οποίους συμμετέχει περιορισμένος αριθμός μελών/κρατών. Δεν περιλαμβάνουν όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις και συνήθως έχουν περιφερειακό χαρακτήρα. Στις περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχούνται από μια Μεγάλη Δύναμη, αν και είναι πιθανόν δύο ή περισσότερες Μεγάλες Δυνάμεις να συγκροτήσουν μια Οριοθετημένη Τάξη, υπό την προϋπόθεση ότι έστω μια άλλη Μεγάλη Δύναμη παραμένει εκτός της υπόψη Οριοθετημένης Τάξης. Με λίγα λόγια, οι Διεθνείς Τάξεις και οι Οριοθετημένες Τάξεις δημιουργούνται και λειτουργούνται από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Οι Διεθνείς Τάξεις ασχολούνται κυρίως με την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Ειδικότερα, βοηθούν στην προώθηση της συνεργασίας είτε μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων μέσα στο σύστημα, είτε πρακτικά όλων των κρατών του κόσμου. Από την άλλη μεριά, οι Οριοθετημένες Τάξεις είναι σχεδιασμένες με τρόπο που κυρίως να διεξάγουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονται σε διαφορετική Οριοθετημένη Τάξη και όχι τη μεταξύ τους συνεργασία. Παρ’ όλα αυτά, οι Μεγάλες Δυνάμεις που ηγούνται Οριοθετημένων Τάξεων εργάζονται σκληρά για να προωθήσουν τη συνεργασία μεταξύ των μελών κρατών, πολλές φορές χρησιμοποιώντας και απειλές. Η ύπαρξη υψηλού βαθμού συνεργασίας εντός μιας Οριοθετημένης Τάξης είναι ουσιώδης για την επιτυχή διεξαγωγή του ανταγωνιστικού αγώνα ασφάλειας με τις αντίπαλες Μεγάλες Δυνάμεις. Τέλος, οι Διεθνείς Τάξεις αποτελούν σταθερό χαρακτηριστικό της σημερινής διεθνούς πολιτικής, ενώ οι Οριοθετημένες Τάξεις, όχι. Μόνο οι Ρεαλιστικές Διεθνείς Τάξεις συνοδεύονται από Οριοθετημένες Τάξεις.

Η δεύτερη κύρια διάκριση αφορά τα διαφορετικά είδη των Διεθνών Τάξεων που μπορούν να οργανώσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις: δηλ. τη Ρεαλιστική, την Αγνωστικιστική και την Ιδεολογική (η οποία περιλαμβάνει και τη Φιλελεύθερη). Το ποια Τάξη θα επικρατήσει εξαρτάται κυρίως από την ισορροπία ισχύος μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Το σημείο κλειδί είναι το κατά πόσο το σύστημα είναι διπολικό, πολυπολικό ή μονοπολικό. Εάν είναι μονοπολικό, τότε η πολιτική ιδεολογία του ηγετικού κράτους παίζει επίσης ρόλο στο καθορισμό του είδους της Διεθνούς Τάξης που θα σχηματιστεί. Εν τούτοις, στα διπολικά και πολυπολικά συστήματα, η πολιτική ιδεολογία των κυρίαρχων Δυνάμεων είναι γενικά άσχετη.

Ρεαλιστικές Τάξεις

Η Διεθνής Τάξη – και οι θεσμοί που τη συγκροτούν – θα είναι Ρεαλιστική εάν το σύστημα είναι είτε διπολικό είτε πολυπολικό. Ο λόγος είναι απλός: εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες Μεγάλες Δυνάμεις στον κόσμο, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να ενεργήσουν βάσει του τι επιβάλλει ο ρεαλισμός και να εμπλακούν σε έναν αμυντικό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ο σκοπός τους είναι να αυξήσουν την ισχύ τους εις βάρος του αντιπάλου τους, αλλά αν αυτό δεν είναι δυνατό, να εξασφαλίσουν ότι το ισοζύγιο ισχύος δεν θα ανατραπεί εις βάρος τους. Τα ιδεολογικά ζητήματα έπονται των αμυντικών σε μια τέτοια κατάσταση. Αυτό θα ίσχυε ακόμα κι αν όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν Φιλελεύθερα κράτη. Παρ’ όλα αυτά οι ανταγωνίστριες Μεγάλες Δυνάμεις μερικές φορές έχουν κίνητρο να συνεργαστούν. Εξάλλου, λειτουργούν μέσα σ’ ένα εξαιρετικά αλληλεξαρτώμενο κόσμο, μέσα στον οποίο σίγουρα έχουν κάποια κοινά συμφέροντα.

Οι Οριοθετημένες Τάξεις και οι Διεθνείς Τάξεις που λειτουργούν πλάι πλάι μέσα σ’ ένα πραγματικό κόσμο, βοηθούν τις αντίπαλες Μεγάλες Δυνάμεις τόσο να ανταγωνιστούν όσο και να συνεργαστούν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, οι Μεγάλες Δυνάμεις συγκροτούν τις δικές τους Οριοθετημένες Τάξεις ώστε να βοηθηθούν στο μεταξύ τους ανταγωνισμό ασφάλειας. Αντιθέτως, οργανώνουν Διεθνείς Τάξεις προκειμένου να προωθήσουν τη συνεργασία μεταξύ τους και συχνά τη συνεργασία και με άλλα κράτη. Οι θεσμοί που συγκροτούν μια Διεθνή Τάξη είναι τέτοιοι που διευκολύνουν τις Μεγάλες Δυνάμεις να καταλήξουν σε συμφωνίες όταν έχουν κοινά συμφέροντα. Ανεξαρτήτως αυτού του ενδιαφέροντος για μεταξύ τους συνεργασία, οι Μεγάλες Δυνάμεις παραμένουν αντίπαλες και οι σχέσεις τους στη ρίζα τους, είναι σχέσεις ανταγωνισμού. Συνεχώς υπάρχει στο προσκήνιο η ισορροπία ισχύος, ακόμα και όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούν να συνεργαστούν μέσα από τις διαδικασίες των διεθνών θεσμών. Ειδικότερα, καμμιά Μεγάλη Δύναμη δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψει μια συνθήκη που θεωρεί ότι μειώνει την ισχύ της.

Οι θεσμοί που συγκροτούν αυτές τις Ρεαλιστικές Τάξεις – είτε τις Διεθνείς Τάξεις είτε τις Οριοθετημένες Τάξεις – μπορεί μερικές φορές να διαθέτουν χαρακτηριστικά που να συνάδουν με τις αξίες του Φιλελευθερισμού, αυτό όμως δεν αποτελεί απόδειξη ότι η υπόψη Τάξη είναι Φιλελεύθερη. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά απλά έτυχε να παίζουν ρόλο από πλευράς ισορροπίας ισχύος [που είναι το κύριο αίτιο της υιοθέτησής τους]. Για παράδειγμα, οι κύριοι οικονομικοί θεσμοί μέσα σε μια Οριοθετημένη Τάξη μπορεί να είναι προσανατολισμένοι για να διευκολύνουν το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της, όχι επειδή αυτό το επιβάλλουν οι όποιες Φιλελεύθερες θεωρίες, αλλά γιατί η ελευθερία των οικονομικών ζητημάτων θεωρείται ως η καλύτερη μέθοδος για την ανάπτυξη της οικονομικής και της στρατιωτικής ισχύος μέσα στην υπόψη Τάξη. Πράγματι, αν η εγκατάλειψη του ελεύθερου εμπορίου και η αντικατάστασή του από ένα πιο κλειστό οικονομικό σύστημα κριθεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα από στρατηγικής πλευράς, τότε αυτό θα γίνει μέσα σε μια Ρεαλιστική Τάξη.

Αγνωστικιστικές και Ιδεολογικές Τάξεις

Μέσα σ’ ένα μονοπολικό κόσμο η Διεθνής Τάξη δεν μπορεί να είναι Ρεαλιστική. Η μονοπολικότητα προϋποθέτει την ύπαρξη μόνο μίας Μεγάλης Δύναμης και επομένως εξ ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνισμός ασφάλειας μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων, ο οποίος αποτελεί sine qua non για έναν ρεαλιστικό κόσμο. Συνεπακόλουθα, ο μοναδικός πόλος δεν έχει λόγο να δημιουργήσει μια Οριοθετημένη Τάξη. Εξάλλου, ο κύριος σκοπός των Οριοθετημένων Τάξεων είναι ο ανταγωνισμός ασφάλειας με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις, πράγμα το οποίο είναι άνευ σημασίας όταν υπάρχει μονοπολικότητα. Εν τούτοις, κάποιοι θεσμοί σε αυτή τη μη Ρεαλιστική Διεθνή Τάξη μπορεί να έχουν μόνο περιφερειακό χαρακτήρα, ενώ άλλοι μπορεί να είναι αληθινά παγκόσμιοι όσον αφορά τα κράτη μέλη τους. Εν τούτοις, σ’ αυτή την περίπτωση, κανένας από αυτούς τους περιφερειακούς θεσμούς δεν θα συνδυαστεί με άλλους ώστε να δημιουργηθεί μια Οριοθετημένη Τάξη. Αντ’ αυτού οι εν λόγω θεσμοί θα παραμείνουν χαλαρά ή πιο σταθερά συνδεδεμένοι με τους θεσμούς της επικρατούσας Διεθνούς Τάξης.

Σε μια κατάσταση μονοπολικότητας μια Διεθνής Τάξη μπορεί να λάβει μια από δύο μορφές – Αγνωστικιστική ή Ιδεολογική – εξαρτώμενη από την πολιτική ιδεολογία της κυρίαρχης χώρας. Ο παράγοντας κλειδί είναι κατά πόσο ο μοναδικός πόλος έχει μια διεθνιστική ιδεολογία, δηλ. μια ιδεολογία που θεωρεί ότι οι βασικές της αξίες και το πολιτικό του σύστημα θα πρέπει να εξαχθούν στις άλλες χώρες. Εάν ο μοναδικός πόλος το πιστεύει αυτό, τότε η Παγκόσμια Τάξη θα είναι Ιδεολογική. Με άλλα λόγια, ο μοναδικός πόλος θα προσπαθήσει να διαδώσει την ιδεολογία του σε όλο τον κόσμο και να το μεταμορφώσει έτσι ώστε να μοιάζει με τη δική του εικόνα. Μπορεί σχετικά εύκολα να επιδιώξει αυτό το σκοπό γιατί δεν υπάρχουν άλλες Μεγάλες Δυνάμεις για να τον ανταγωνιστούν.

Βεβαίως, ο Φιλελευθερισμός περιέχει μέσα του μια ισχυρή διεθνιστική τάση, η οποία πηγάζει από την έμφαση που δίνει στις ατομικές ελευθερίες. Το αφήγημα του Φιλελευθερισμού, που είναι ατομικιστικό στη ρίζα του, θεωρεί ότι κάθε άτομο πρέπει να έχει μια ομάδα απαλλοτρίωτων φυσικών δικαιωμάτων. Έτσι, οι Φιλελεύθεροι τείνουν να νοιάζονται βαθιά για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων σ όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτως της χώρας μέσα στην οποία ζουν. Έτσι, εάν ο μοναδικός πόλος είναι μια Φιλελεύθερη δημοκρατία είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προσπαθήσει να δημιουργήσει μια Διεθνή Τάξη σε όλο τον κόσμο που να της μοιάζει.

Με τι μοιάζει μια ΦΔΤ; Το κυρίαρχο κράτος μέσα σ’ ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να είναι προφανώς Φιλελεύθερη δημοκρατία και πρέπει να επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό όλους τους θεσμούς αυτής της Τάξης. Επιπλέον, μέσα σ’ αυτό το σύστημα θα πρέπει να υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Φιλελεύθερων δημοκρατιών και μια βασικά ανοιχτή οικονομία. Ο απώτατος στόχος αυτών των Φιλελεύθερων δημοκρατιών, και ειδικά της κυρίαρχης, είναι να διαδώσουν τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα να προωθήσουν την οικονομική αλληλεξάρτηση και να δημιουργήσουν όλο και πιο ισχυρούς και αποτελεσματικούς διεθνείς θεσμούς. Στην ουσία, σκοπός τους είναι η δημιουργία μιας Παγκόσμιας Τάξης που να αποτελείται αποκλειστικά από Φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οποίες να είναι οικονομικά αλληλεξαρτώμενες και να υπόκεινται σε μια ομάδα κοινών κανόνων. Η υποκείμενη θεωρία είναι ότι σε μια τέτοια Τάξη, εν πολλοίς, δεν θα γίνονται πόλεμοι ενώ σε όλα τα κράτη μέλη της θα επικρατεί γενική ευημερία.

Ο κομμουνισμός είναι άλλη μια διεθνιστική ιδεολογία η οποία μπορεί να εξυπηρετήσει ως βάση για τη δημιουργία μιας Ιδεολογικής Διεθνούς Τάξης. Πράγματι, ο Μαρξισμός έχει κάποιες σημαντικές ομοιότητες με το Φιλελευθερισμό. Όπως το έθεσε ο John Gray, «και οι δύο ήταν φωτισμένες ιδεολογίες που απέβλεπαν σ’ όλη την ανθρωπότητα.» Με άλλα λόγια, τόσο ο Φιλελευθερισμός όσο και ο Κομμουνισμός προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο. Ο διεθνιστικός χαρακτήρας του κομμουνισμού βασίζεται στην ιδέα της «τάξης», όχι των [ανθρωπίνων] «δικαιωμάτων». Ο Μαρξ και οι οπαδοί του θεωρούν ότι οι κοινωνικές τάξεις διαπερνούν όλες τις εθνότητες και τα σύνορα μεταξύ των εθνών. Βασικά ισχυρίζονται ότι η καπιταλιστική εκμετάλλευση βοήθησε στη δημιουργία και την παγιοποίηση ενός ισχυρού δεσμού μεταξύ των εργατικών τάξεων των διαφόρων κρατών. Εξ ου και εάν η ΕΣΣΔ νικούσε στον ΨΠ και διακατεχόταν από τον ίδιο ενθουσιασμό για τον Μαρξισμό, το οποίο ένιωθαν οι ΗΠΑ εκείνη τη χρονιά για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, οι Σοβιετικοί ηγέτες σίγουρα θα προσπαθούσαν να χτίσουν μια Κομμουνιστική Διεθνή Τάξη.

Εάν ο μοναδικός πόλος δεν διαθέτει μια διεθνιστική Ιδεολογία και επομένως δεν είναι αποφασισμένος να επιβάλει τις πολιτικές του αξίες και το σύστημα της δικής του διακυβέρνησης στις άλλες χώρες, η Διεθνής Τάξη θα είναι Αγνωστικιστική. Η κυρίαρχη Δύναμη θα εξακολουθεί να στοχοποιεί τα καθεστώτα που αμφισβητούν την εξουσία της και θα εξακολουθεί να εμπλέκεται βαθιά τόσο στο να επηρεάζει τους θεσμούς που συγκροτούν τη Διεθνή Τάξη όσο και να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία με τρόπο που να εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της. Εν τούτοις, δε θα επιμένει να επεκτείνει το δικό της τοπικό πολιτικό σύστημα σε παγκόσμια κλίμακα. Αντ’ αυτού ο μοναδικός πόλος θα έχει μεγαλύτερη ανεκτικότητα και ρεαλιστικότητα στις σχέσεις του με τα αλλά κράτη. Εάν η Ρωσία, με το σημερινό της πολιτικό σύστημα, γινόταν κάποτε μοναδικός πόλος σε ένα τέτοιο σύστημα, τότε το διεθνές σύστημα θα ήταν Αγνωστικιστικό, επειδή η Ρωσία δεν καθοδηγείται από μια μη Ρεαλιστική Ιδεολογία. Το ίδιο ισχύει και για την Κίνα, όπου η κύρια αρχή του καθεστώτος είναι ο εθνικισμός και όχι ο κομμουνισμός. Αυτό δεν σημαίνει ότι μερικά χαρακτηριστικά του κομμουνισμού δεν έχουν ακόμα κάποια πολιτική σημασία για τους κυβερνήτες της Κίνας. Όμως, η ηγεσία του Πεκίνου δείχνει πολύ λιγότερο ζήλο για τον κομμουνισμό από ότι ένα καθαρά κομμουνιστικό καθεστώς.

Πυκνές και Αραιές Τάξεις

Μέχρι τώρα έχω διακρίνει τις Τάξεις σε Διεθνείς και Οριοθετημένες και επίσης έχω διακρίνει τις Διεθνείς Τάξεις σε Ρεαλιστικές, Αγνωστικιστικές και Ιδεολογικές. Ένας τρίτος τρόπος κατηγοριοποίησης των Τάξεων – είτε είναι Διεθνείς είτε είναι Οριοθετημένες – είναι να επικεντρωθούμε στην έκταση και στο βάθος που οι Τάξεις επηρεάζουν τις πιο σημαντικές λειτουργίες του κράτους. Αναφορικά με την έκταση, το κεντρικό ερώτημα είναι κατά πόσο μια Τάξη επηρεάζει τις κύριες οικονομικές και στρατιωτικές δραστηριότητες των κρατών μελών της. Όσον αφορά το βάθος, το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο οι θεσμοί της εν λόγω Τάξης ασκούν σημαντική επίδραση στις ενέργειες των κρατών μελών της. Δηλ. με άλλα λόγια, κατά πόσο η Τάξη διαθέτει ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς.

Έχοντας κατά νουν αυτούς τους δύο παράγοντες, κάποιος μπορεί να διακρίνει τις Τάξεις σε Πυκνές και Αραιές. Μια Πυκνή ή Ρωμαλέα Τάξη περιλαμβάνει θεσμούς που επηρεάζουν σημαντικά τη συμπεριφορά των κρατών τόσο στο οικονομικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο. Μια τέτοια Τάξη είναι Εκτεταμένη και Βαθιά. Από την άλλη μεριά, μια Αραιή Τάξη μπορεί να πάρει τρεις βασικές μορφές. Πρώτο, μπορεί να ασχολείται μόνο με οικονομικά ή στρατιωτικά ζητήματα, αλλά όχι και με τα δυο μαζί. Ακόμα κι αν ο υπόψη τομέας (οικονομικός ή στρατιωτικός) διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, η υπόψη Τάξη χαρακτηρίζεται ως Αραιή. Δεύτερο, μια Τάξη μπορεί να ασχολείται με ένα ή και με δύο τομείς (π.χ. οικονομικό και στρατιωτικό μαζί), αλλά να περιλαμβάνει αδύναμους θεσμούς. Τρίτο, αν και δεν είναι πιθανόν, μπορεί μια Τάξη να ασχολείται τόσο με οικονομικά όσο και με στρατιωτικά ζητήματα, αλλά να διαθέτει ισχυρούς θεσμούς μόνο σε έναν από τους εν λόγω δύο τομείς. Συνοπτικά, μια Αραιή Τάξη δεν είναι ούτε ευρεία ούτε βαθιά ή είναι βαθιά μόνο σε έναν από τους κρίσιμους τομείς της. Η εικόνα 1 δείχνει τις διάφορες κατηγορίες των Τάξεων που προαναφέρθηκαν.

Εικόνα 1. Τυπολογία Τάξεων
Σκοπός Συμμετοχής Έκταση και Βάθος Είδη Διεθνών Τάξεων
Διεθνής Πυκνή Ρεαλιστική
Οριοθετημένη Αραιή Αγνωστικιστική
Ιδεολογική (Φιλελεύθερη)

Η Άνοδος και η Παρακμή των Διεθνών Τάξεων

Καμμιά Διεθνής Τάξη δεν είναι αιώνια και αυτό οδηγεί στο ερώτημα: Σε τι οφείλεται ο θάνατος μιας υφιστάμενης Τάξης και η γέννηση μιας νέας; Οι ίδιοι δύο παράγοντες στους οποίους οφείλεται η επικράτηση της Τάξης, δηλ. η κατανομή της ισχύος και η πολιτική ιδεολογία της κυρίαρχης Δύναμης, εξηγούν τόσο τη πτώση της Ρεαλιστικής και της Αγνωστικιστικής Τάξης όσο και το είδος της Τάξης που θα τις αντικαταστήσει. Αν και αυτοί οι ίδιοι παράγοντες εξηγούν και τη διάλυση των Ιδεολογικών Τάξεων, δύο ακόμα παράγοντες, ο Εθνικισμός και η Ισορροπία Ισχύος, συνήθως παίζουν κεντρικό ρόλο στην κατάρρευσή τους.

Οι Ρεαλιστικές Τάξεις που βασίζονται είτε στην διπολικότητα είτε στην πολυπολικότητα, καταρρέουν όταν η βάση τους, που είναι η κατανομή της ισχύος, αλλάξει θεμελιωδώς. Εάν το διεθνές σύστημα μετατραπεί από διπολικό σε πολυπολικό ή αντίστροφα, ή εάν ο αριθμός των Μεγάλων Δυνάμεων σε ένα πολυπολικό σύστημα μειωθεί ή αυξηθεί, η Τάξη που θα δημιουργηθεί θα παραμείνει Ρεαλιστική, παρ’ όλο που θα είναι διαφορετικής σύνθεσης. Ανεξαρτήτως του αριθμού των Μεγάλων Δυνάμεων μέσα στο σύστημα, θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους με διακύβευμα την ισχύ και την επιρροή. Όμως, εάν η διπολικότητα ή η πολυπολικότητα μετατραπούν σε μονοπολικότητα, τότε η νέα Τάξη θα είναι είτε Αγνωστικιστική είτε Ιδεολογική, εξαρτώμενη από το αν ο μοναδικός πόλος έχει ή όχι διεθνιστική Ιδεολογία.

Οι Ρεαλιστικές Τάξεις τείνουν να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια γιατί οι μεγάλες αλλαγές στην ισορροπία ισχύος είναι συνήθως αποτέλεσμα διαφορετικής οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων σε μια μεγάλη χρονική περίοδο. Εν τούτοις, οι πόλεμοι μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων μπορούν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ξαφνική αλλαγή της παγκόσμιας κατανομής της ισχύος, αν και τέτοιες καταστάσεις είναι σπάνιες. Μετά το ΙΙ ΠΠ, για παράδειγμα, το σύστημα άλλαξε από πολυπολικό σε διπολικό κυρίως λόγω της ολοκληρωτικής ήττας της Γερμανίας και της Ιαπωνίας και του φοβερού κόστους που είχαν, λόγω του πολέμου, η Βρετανία και η Γαλλία. Η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν ως οι νέοι δύο πόλοι. Επιπλέον, όταν αλλάζουν οι Ρεαλιστικές Τάξεις, συνήθως παραχωρούν τη θέση τους σε νέες Ρεαλιστικές Τάξεις – όπως συνέβη μετά το ΙΙ ΠΠ – απλά επειδή η μονοπολικότητα είναι σπάνια.

Οι Αγνωστικιστικές Τάξεις επίσης τείνουν να έχουν μεγάλη διάρκεια, γιατί ο μοναδικός πόλος αποδέχεται την ανομοιογένεια ως εγγενή στην πολιτική και την κοινωνική ζωή και δεν προσπαθεί να καθορίσει την πολιτική που ασκεί σχεδόν κάθε χώρα του πλανήτη. Αυτού του είδους η ρεαλιστική συμπεριφορά βοηθά στη διατήρηση αν όχι στην ενίσχυση της κυρίαρχης Δύναμης. Μια Αγνωστικιστική Τάξη μάλλον θα φτάσει στο τέλος της όταν η μονοπολικότητα παραχωρήσει τη θέση της είτε στη διπολικότητα είτε στην πολυπολικότητα, μετατρέποντας έτσι την Τάξη σε Ρεαλιστική, ή αν ο μοναδικός πόλος αντιμετωπίσει μια εσωτερική επανάσταση και υιοθετήσει μια διεθνιστική ιδεολογία, η οποία είναι βέβαιο ότι θα τον οδηγήσει να συγκροτήσει μια Ιδεολογική Τάξη.

Αντιθέτως, οποιαδήποτε Ιδεολογική Διεθνής Τάξη που βασίζεται σε μια διεθνιστική ιδεολογία, όπως είναι ο Φιλελευθερισμός ή ο Κομμουνισμός, έχει μοιραία μικρή ζωή, κυρίως λόγω των εσωτερικών και παγκόσμιων προβλημάτων που παρουσιάζονται όταν ο μοναδικός πόλος επιδιώκει να επανασχεδιάσει τον κόσμο με βάσει τη δική του μορφή. Ο εθνικισμός και η ισορροπία ισχύος λειτουργούν υπονομευτικά στις κοινωνικές αλλαγές που είναι απαραίτητες προκειμένου να επιτευχθεί η όποια αλλαγή καθεστώτος στα κράτη που επιλέχθηκαν [να εκδημοκρατικοποιηθούν], ενώ ο εθνικισμός επίσης δημιουργεί σημαντικά προβλήματα και στο εσωτερικό του μοναδικού πόλου και των ιδεολογικών του συμμάχων. Όταν προκύψουν τέτοιου είδους προβλήματα, ο μοναδικός πόλος συνήθως σταματά τις προσπάθειες να αναδιαμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τη δική του εικόνα, εγκαταλείποντας τις προσπάθειες να εξάγει την ιδεολογία του στο εξωτερικό. Μπορεί ακόμα και να απαρνηθεί όλη του την ιδεολογία. Όταν συμβεί αυτό, η Τάξη παύει να είναι Ιδεολογική και γίνεται Αγνωστικιστική.

Μια Ιδεολογική Τάξη μπορεί επίσης να φτάσει στο τέρμα της και με ένα δεύτερο τρόπο. Μπορεί να αναδυθούν νέες Μεγάλες Δυνάμεις οι οποίες να υπονομεύσουν την μονοπολικότητα και να οδηγήσουν είτε σε ένα διπολικό είτε σε ένα πολυπολικό σύστημα.

Οι Τάξεις του ΨΠ, 1945-89

Η παγκόσμια κατανομή ισχύος από το 1945 μέχρι το 1989 ήταν διπολική, πράγμα που οδήγησε στη δημιουργία τριών κύριων πολιτικών Τάξεων. Υπήρχε μια επικαλύπτουσα Διεθνής Τάξη η οποία βασικά δημιουργήθηκε και διατηρούνταν από την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ με σκοπό να διευκολύνει τις μεταξύ τους σχέσεις, μόνο όταν τα συμφέροντά τους ταυτίζονταν. Αν εξαιρέσουμε το σκοπό της μεταξύ τους συνεργασίας, δεν ήταν μια Φιλελεύθερη Τάξη, καθώς οι δύο υπερδυνάμεις είχαν εμπλακεί σ’ ένα μια έντονη αντιπαλότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του ΨΠ και η Τάξη που δημιούργησαν ανταποκρινόταν πλήρως στα συμφέροντα ασφάλειας και των δύο πλευρών. Επιπλέον, η Σοβιετική Ένωση (ΣΕ) δεν ήταν Φιλελεύθερη δημοκρατία, ενώ Μόσχα και Γουάσινγκτον ήταν ιδεολογικοί εχθροί. Υπήρχαν επίσης δύο Οριοθετημένες Τάξεις, η μία περιορισμένη κυρίως στη Δύση με ηγέτιδα τις ΗΠΑ και η άλλη αποτελούμενη κυρίως από τα κομμουνιστικά κράτη όλου του κόσμου, με ηγέτιδα τη ΣΈ. Αυτές τις δύο Οριοθετημένες Τάξεις τις δημιούργησαν οι δύο υπερδυνάμεις με σκοπό να τις διευκολύνουν στο μεταξύ τους ανταγωνισμό ασφάλειας.

Η Διεθνής Τάξη που υπήρχε κατά τον ΨΠ ήταν Αραιή, καθώς δεν επηρέαζε σημαντικά τη συμπεριφορά των κρατών – ειδικά των Μεγάλων Δυνάμεων – ούτε στον οικονομικό ούτε στον στρατιωτικό τομέα. Επειδή η Δύση και ο κομμουνιστικός κόσμος είχαν μόνο ελάχιστες οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους κατά τον ΨΠ, δεν υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθούν θεσμοί που να βοηθούν στη διαχείριση των οικονομικών τους συναλλαγών. Εν τούτοις, στο στρατιωτικό τομέα, το ζήτημα ήταν πιο πολύπλοκο. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ και η ΣΕ ήταν ορκισμένοι εχθροί που ανταγωνίζονταν στο πεδίο της ισχύος, επικεντρώθηκαν στη δημιουργία Πυκνών Οριοθετημένων Τάξεων που τις βοηθούσαν να διεξάγουν τον εν λόγω αγώνα. Έτσι, οι κύριοι στρατιωτικοί θεσμοί που η κάθε υπερδύναμη δημιούργησε – το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας – δεν ήταν διεθνείς όσον αφορά το χαρακτήρα τους. Αντιθέτως, ήταν στοιχεία κλειδιά της Οριοθετημένης Τάξης που ήλεγχαν οι ΗΠΑ και αυτής που ήλεγχε η ΣΕ.

Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ και η ΣΕ είχαν πολλούς λόγους να συνεργαστούν και να διαπραγματευτούν μια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και των δύο. Βασικά, συνεργάστηκαν για να δημιουργήσουν θεσμούς σχεδιασμένους με σκοπό να αποτρέψουν τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Επίσης, συνήψαν συμφωνίες περιορισμού των εξοπλισμών προκειμένου να εξοικονομήσουν χρήματα, απαγόρευσης κάποιων όπλων που είχαν αποσταθεροποιητικό χαρακτήρα (χημικών, βιολογικών κ.τ.λ.) και αποφυγής του ανταγωνισμού σε περιοχές όπως η Ανταρτική. Τέλος, συνήψαν συμφωνίες που στόχευαν στην καθιέρωση «κανόνων χειρισμού των καθημερινών ζητημάτων» και μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Κατά τη διαδικασία αυτή η Μόσχα και η Γουάσινγκτον συνέβαλαν στην ισχυροποίηση της Διεθνούς Τάξης του ΨΠ, παρ’ ότι αυτή παρέμεινε μια Αραιή Τάξη.

Και οι δύο υπερδυνάμεις, μόλις απέκτησαν τη βόμβα, αντιστάθηκαν στη διάδοσή της σε άλλα κράτη. Παρ’ όλο που οι ΗΠΑ δοκίμασαν την πρώτη ατομική βόμβα το 1945 και η ΣΕ ακολούθησε το 1949, δεν εγκαθίδρυσαν κάποιους θεσμούς που θα μπορούσαν σοβαρά να περιορίσουν την επέκταση των πυρηνικών όπλων παρά μέχρι τα μέσα της 10-ετίας του 1970. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η δημιουργία το 1957 της Atomic Energy Agency (AEA). Κύρια αποστολή της ήταν να προωθήσει την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, θέτοντας όμως ασφαλιστικές δικλείδες που διασφάλιζαν ότι τα κράτη που λάμβαναν πυρηνικά υλικά και τεχνολογία για ειρηνικούς σκοπούς δεν θα τα χρησιμοποιούσαν για να κατασκευάσουν τη βόμβα. Οι κύριοι θεσμοί που δημιούργησαν οι υπερδυνάμεις για να απαγορεύσουν τη διάδοση των πυρηνικών όπλων ήταν η Nuclear Proliferation Treaty και η Nuclear Suppliers Group, οι οποίες μαζί με την AEA περιόρισαν σημαντικά τη διάδοση των πυρηνικών όπλων μετά το 1975.

Στα τέλη της 10-ετίας του 1960, οι ΗΠΑ και η ΣΕ άρχισαν, επίσης, να επιδιώκουν τη σύναψη συμφωνίας ελέγχου των εξοπλισμών, η οποία θα έθετε όρια στα αποθέματα στρατηγικών πυρηνικών όπλων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η υπογραφή το 1972 της Strategic Arms Limitation Treaty (SALT-I), η οποία έθετε περιορισμούς στον αριθμό των στρατηγικών πυρηνικών όπλων που μπορούσαν να αναπτύξουν οι δύο πλευρές (αν και τα όρια ήταν πολύ υψηλά) και απαγόρευε αυστηρά την ανάπτυξη αντι-βαλλιστικών πυραυλικών συστημάτων. Η Μόσχα και η Γουάσινγκτον υπέγραψαν τη Συνθήκη SALT II το 1979, που επέκτεινε ακόμη περισσότερο τα όρια των στρατηγικών εξοπλισμών της κάθε πλευράς, παρ’ όλο που καμμιά από τις δύο δεν την επικύρωσε. Οι υπερδυνάμεις εργάστηκαν ακολούθως για τη σύναψη, το 1980, μιας άλλης συμφωνίας, της Strategic Arms Reduction Treaty, η οποία όμως τέθηκε σε εφαρμογή μόνο μετά το τέλος του ΨΠ. Μια άλλη σημαντική συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών ήταν αυτή που υπεγράφη το 1988, η Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty, η οποία απαγόρευε όλους τους πυραύλους βραχέως και μέσου βεληνεκούς στα οπλοστάσια των ΕΣΣΔ και ΗΠΑ.

Οι υπερδυνάμεις διαπραγματεύτηκαν και αρκετές άλλες μικρότερης σημασίας αμυντικές συμφωνίες και συνθήκες, που επίσης αποτελούσαν μέρος της Διεθνούς Τάξης του ΨΠ. Αυτές περιλάμβαναν τις: Antarctic Treaty System (1959), Partial Test Ban Treaty (1963), Moscow-Washington Hot Line (1963), Outer Space Treaty (1967), Seabed Arms Control Treaty (1971), US-Soviet Incidents at Sea Agreement (1972), Conference on Security and Cooperation in Europe (1973), Biological Weapons Convention (1975), Helsinki Accords (1975). Υπήρχαν και κάποιες συμφωνίες που έγιναν κατά τη διάρκεια του ΨΠ, όπως η UN Convention on the Law of the Sea, η οποία υπεγράφη το 1982, που όμως δεν επικυρώθηκε και δεν τέθηκε σε ισχύ παρά το 1994, πέντε χρόνια μετά το τέλος του ΨΠ.

O OHE ίσως ήταν ο πιο εμφανής θεσμός της Διεθνούς Τάξης του ΨΠ, ο οποίος όμως δεν επηρέασε σημαντικά τη συμπεριφορά των κρατών της υφηλίου, κυρίως γιατί η αντιπαλότητα των υπερδυνάμεων καθιστούσε αδύνατο για τον υπόψη Οργανισμό να υιοθετήσει και να εφαρμόσει τιμωρητικές αποφάσεις.

Επιπρόσθετα μ’ αυτή την Αραιή Διεθνή Τάξη, η κάθε υπερδύναμη έχτισε μια Πυκνή Οριοθετημένη Τάξη για να τη βοηθήσει στη διεξαγωγή του ΨΠ. Η κυριαρχούμενη από τη ΣΕ Τάξη περιλάμβανε θεσμούς που χειρίζονταν οικονομικά, στρατιωτικά και ιδεολογικά θέματα. Για παράδειγμα το Council for Mutual Economic Assistance(Comecon) δημιουργήθηκε το 1949 για να προωθήσει το εμπόριο μεταξύ της ΣΕ και των κομμουνιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας ήταν μια στρατιωτική συμμαχία που δημιουργήθηκε το 1955 για να αντιμετωπίσει το ΝΑΤΟ, μετά που τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ αποφάσισαν να προσκαλέσουν τη Δυτική Γερμανία να συμμετάσχει στη συμμαχία. Το Σύμφωνο βοήθησε επίσης τη Μόσχα να κρατήσει σε τάξη τους Ανατολικο-Ευρωπαίους συμμάχους της. Τέλος, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν το Communist Information Bureau (CIB) το 1947, ως διάδοχο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Και τα δύο είχαν σκοπό το συντονισμό των προσπαθειών των κομμουνιστικών κομμάτων ανά τον κόσμο, έχοντας κύριο στόχο τη διάδοση των Σοβιετικών θέσεων και πολιτικών στους ιδεολογικούς αδελφούς τους. Το CIBδιαλύθηκε το 1956.

Η Δυτική Οριοθετημένη Τάξη κυριαρχούνταν από τις ΗΠΑ, οι οποίες τη διαμόρφωσαν έτσι ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους. Περιλάμβανε μια σειρά οικονομικών θεσμών όπως τους, IMF (1945), World Bank (1945), Central Agreement on Trade and Tariffs (GATT, 1947), Coordinating Committee for Multilateral Export Controls (CoCom, 1950), European Community (EC, 1950) και το ΝΑΤΟ στον αμυντικό τομέα. Παρ’ όλο που οι φιλελεύθερες ΗΠΑ κυριαρχούσαν σ’ αυτή την Οριοθετημένη Τάξη, η οποία επίσης περιλάμβανε και αριθμό άλλων φιλελεύθερων δημοκρατιών, στην πράξη η εν λόγω Οριοθετημένη Τάξη ήταν μια Ρεαλιστική Οριοθετημένη Τάξη από πάνω μέχρι κάτω. Η κύρια αποστολή της ήταν να δημιουργήσει μια ισχυρή Δύση η οποία να ανασχέσει και τελικά να νικήσει τη ΣΕ και τους συμμάχους της.

Αν εξαιρέσουμε την έμφαση στα θέματα ασφάλειας, η δημιουργία ευημερίας στις χώρες που συμμετείχαν σ’ αυτή την Οριοθετημένη Τάξη ήταν βασικός αυτοσκοπός. Επιπλέον, υπήρχαν ορισμένες πλευρές αυτής της Ρεαλιστικής Τάξης που είναι συμβατές με τις Φιλελεύθερες αρχές. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, με σταθερές τις άλλες μεταβλητές, όσοι διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ προτιμούν να συζητούν με δημοκρατίες παρά με αυταρχικά καθεστώτα. Όμως η διαδικασία προώθηση των δημοκρατών θεσμών πάντα υποχωρεί όταν συγκρούεται με ό,τι επιβάλλει η ισορροπία ισχύος. Οι ΗΠΑ δεν απέκλεισαν τη συμμετοχή μη δημοκρατικών χωρών από το ΝΑΤΟ και δεν απέβαλαν από αυτό άλλες χώρες μέλη του, που ακολούθως εγκατέλειψαν τη δημοκρατία, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Τουρκία.

Επιπρόσθετα, αν και η Γουάσινγκτον έτεινε να ευνοεί τις οικονομικές πολιτικές που προωθούσαν το ελεύθερο εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των μελών της Οριοθετημένης Τάξης στην οποία ηγούνταν, αυτές οι πολιτικές κυβερνούνταν πρώτα και κύρια από στρατηγικούς υπολογισμούς. Όπως αναφέρει η Joanne Gowa, «Το ότι η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης οδήγησε τις ΗΠΑ να συγχωνεύσουν την υψηλή πολιτική της ασφάλειας με τη χαμηλή πολιτική του εμπορίου, είναι ένα ζήτημα που εγείρεται επανειλημμένα στα έργα των μελετητών οι οποίοι καθορίζουν και αναπτύσσουν το πεδίο της διεθνούς πολιτικής οικονομίας.» Πράγματι η κυβέρνηση του D. Eisenhower, η οποία πίστευε γενικά ότι το ελεύθερο εμπόριο είναι ο καλύτερη μέθοδος για την επίτευξη οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, περί τα μέσα της 10-ετίας του 1950 είχε προετοιμαστεί να μετατρέψει την EC σε ένα κλειστό οικονομικό μπλοκ – δηλ., να υπονομεύσει τη θεωρία του ελεύθερου εμπορίου – γιατί θεώρησε ότι μια αντι-φιλελεύθερη διευθέτηση αυτού του τύπου θα έκανε τη Δυτική Ευρώπη ισχυρότερο σύμμαχο των ΗΠΑ κατά τον ΨΠ. Επιπλέον, τα κίνητρα του Σχεδίου Μάρσαλ ήταν κυρίως στρατηγικής υφής. Όπως δείχνει και ο Sebastian Rosato, η πολιτική της ισχύος ήταν αυτή που έθεσε το θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που ήταν ο πρόδρομος της ΕΕ.

Η ΦΔΤ, 1990-2019
Μετά τον ΨΠ και την κατάρρευση της ΣΕ, οι ΗΠΑ παρέμειναν μακράν η πιο ισχυρή χώρα του κόσμου. Είχε φτάσει η «στιγμή της μονοπολικότητας», πράγμα που σήμαινε ότι οι περισσότεροι περιορισμοί που πήγαζαν από τον ανταγωνισμό ασφαλείας μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν πια παρελθόν. Επιπλέον, η Πυκνή Τάξη της Δύσης που είχαν δημιουργήσει οι ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν την ΣΕ παρέμεινε ακεραία, ενώ η Σοβιετική Τάξη γρήγορα διαλύθηκε. Η Comecon και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας διαλύθηκαν το καλοκαίρι του 1991 και η ΣΕ το Δεκέμβριο του 1991. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Πρόεδρος G. H.W. Bush αποφάσισε να πάρει τη Ρεαλιστική Δυτική Τάξη και να τη διαδώσει σε όλο τον πλανήτη, μετατρέποντάς την σε μια ΦΔΤ. Οι θεσμοί που δημιούργησαν την Αραιή Διεθνή Τάξη του ΨΠ – δηλ. τα ΗΕ και οι διάφορες συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών, συσσωματώθηκαν μέσα σ’ αυτό που Bush ονόμασε «Νέα Παγκόσμια Τάξη».

Αυτό το εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα υποστηρίχθηκε ενθουσιωδώς από της Φιλελεύθερες δημοκρατίες της Ανατολικής Ασίας και ιδιαίτερα της Δυτικής Ευρώπης, παρ’ όλο που ποτέ δεν υπήρχε αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ το ήλεγχε και το προωθούσε. Όπως το έθεσε ο Bush το 1990, «Δεν υπάρχει υποκατάστατο της Αμερικανικής ηγεσίας.» Ή όπως αρέσκονταν να λένε η Υπουργός Εξωτερικών Madeleine Albright και ο Πρόεδρος Barack Obama, οι ΗΠΑ είναι «το απαραίτητο έθνος.» Στην ουσία ο Bush και οι διάδοχοι του στο Λευκό Οίκο είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μια νέα Διεθνή Τάξη η οποία ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από τη Δυτική Τάξη που υφίστατο κατά τον ΨΠ. Ειδικότερα, είχαν δεσμευθεί να μετασχηματίσουν μια Ρεαλιστική Οριοθετημένη Τάξη σε μια ΦΔΤ. Πράγματι, ο Bill Clinton ξεκαθάρισε κατά την προεκλογική του εκστρατεία το 1992, ότι το όραμα του προκατόχου του για μια Νέα Παγκόσμια Τάξη δεν ήταν αρκετά φιλόδοξο.

Η δημιουργία μιας ΦΔΤ περιλαμβάνει τρία κύρια έργα. Πρώτο, ήταν ουσιώδες να επεκταθεί η συμμετοχή κρατών στους θεσμούς που είχαν δημιουργήσει τη Δυτική Τάξη, καθώς επίσης και να δημιουργηθούν νέοι θεσμοί όπου απαιτείτο. Με άλλα λόγια, ήταν σημαντικό να χτιστεί ένα δίκτυο διεθνών θεσμών με παγκόσμια συμμετοχή που να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των κρατών μελών. Δεύτερο, ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια ανοιχτή και συμμετοχική διεθνής οικονομία η οποία να μεγιστοποιήσει το ελεύθερο εμπόριο και να προωθήσει την ανάπτυξη αυτόνομων αγορών. Αυτή  η υπέρ-παγκοσμιοποιημένη παγκόσμια οικονομία ήταν πολύ πιο φιλόδοξη όσον αφορά το σκοπό της από την οικονομική Τάξη που επικρατούσε στη Δύση κατά τη διάρκεια του ΨΠ. Τρίτο, ήταν κρίσιμο να εξαπλωθεί δυναμικά η Φιλελεύθερη δημοκρατία ανά τον κόσμο, μια αποστολή στην οποία συχνά στο παρελθόν γίνονταν εκπτώσεις όταν οι ΗΠΑ ανταγωνίζονταν με τη ΣΕ για απόκτηση ισχύος. Αυτός ο στόχος δεν ήταν μόνο επιδίωξη των ΗΠΑ, αλλά αγκαλιάστηκε επίσης και από όλους τους Ευρωπαίους συμμάχους τους.

Αυτά τα τρία έργα, βεβαίως, συνδέονται άμεσα με τις κύριες Φιλελεύθερες θεωρίες περί ειρήνης: το θεσμικό Φιλελευθερισμό, τη θεωρία της οικονομικής αλληλεξάρτησης και τη θεωρία της ειρήνης που είναι εγγενής σε μια δημοκρατία. Έτσι, στο μυαλό των αρχιτεκτόνων της, η δημιουργία μια ρωμαλέας και ανθεκτικής ΦΔΤ ταυτιζόταν με τη δημιουργία ενός ειρηνικού κόσμου. Αυτή η βαθιά ριζωμένη πίστη έδωσε στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους ένα ισχυρό κίνητρο για να εργαστούν με επιμονή για να δημιουργήσουν αυτή τη νέα Τάξη. Η ενσωμάτωση σ’ αυτή την Τάξη της Κίνας και της Ρωσίας ήταν εξαιρετικά σημαντική για την επιτυχία της, γιατί μετά από τις ΗΠΑ ήταν οι πιο ισχυρές χώρες μέσα στο σύστημα. Ο στόχος ήταν να τις εντάξουν μέσα σε όσο το δυνατόν περισσότερους θεσμούς, να τις ενσωματώσουν πλήρως μέσα στην ανοιχτή διεθνή οικονομία και να τις βοηθήσουν να γίνουν Φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη είναι ένα καλό παράδειγμα των προσπαθειών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να μετασχηματίσουν τη Δυτική Τάξη σε ΦΔΤ. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά ήταν ένα μέρος μιας κλασικής στρατηγικής αποτροπής, που σκόπευε στην ανάσχεση μιας δυνητικά επιθετικής Ρωσίας. Όμως, δεν ήταν αυτό. Η στρατηγική της Δύσης απέβλεπε προς ένα Φιλελεύθερο τελικό αποτέλεσμα. Ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να ενσωματώσουν τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης – και ίσως, κάποια μέρα, και τη Ρωσία – μέσα στην «κοινότητα ασφάλειας» η οποία είχε αναπτυχθεί στη Δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του ΨΠ. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι βασικοί της αρχιτέκτονες – οι Πρόεδροι Clinton, Bush και Obama – σκέφτηκαν ότι η Ρωσία μπορούσε να εισβάλει στους γείτονές της και έτσι να δημιουργηθεί η ανάγκη να ανασχεθεί ή ότι σκέφτηκαν πως οι Ρώσοι ηγέτες είχαν δικαιολογημένους λόγους να φοβούνται τη μεγέθυνση του ΝΑΤΟ.

Αυτή η Φιλελεύθερη προσέγγιση της διαδικασίας επέκτασης του ΝΑΤΟ αντανακλάται στο πώς η κυβέρνηση Clinton «πούλησε» αυτή την πολιτική στο κοινό των ΗΠΑ και των Δυτικο-Ευρωπαίων. Για παράδειγμα, ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Strobe Talbott, έλεγε το 1995 ότι η ενσωμάτωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ – και στην ΕΕ επίσης – θα ήταν το κλειδί για τη δημιουργία σταθερότητας σ’ αυτή την δυνητικά εκρηκτική περιοχή.» Έλεγε ότι «Η μεγέθυνση του ΝΑΤΟ, θα αποτελούσε μια δύναμη εφαρμογής του κράτους δικαίου τόσο μέσα στις νέες Ευρωπαϊκές δημοκρατίες όσο και μεταξύ τους.» Επιπλέον, θα «προωθήσει και θα ισχυροποιήσει τις αξίες της δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς», συνεισφέροντας περαιτέρω στην εδραίωση της ειρήνης.

Οι ΗΠΑ βάσισαν την πολιτική τους έναντι της Κίνας την μετα-ΨΠ περίοδο στην ίδια Φιλελεύθερη λογική. Για παράδειγμα, η Υπουργός Εξωτερικών M. Albright, ισχυριζόταν ότι το κλειδί για μόνιμες ειρηνικές σχέσεις με την αναπτυσσόμενη Κίνα είναι να συνεργαστούμε μαζί της και όχι να προσπαθήσουμε να την ανασχέσουμε, όπως έκαναν οι ΗΠΑ στη ΣΕ κατά τον ΨΠ. Κατά την Albright, αυτή η συνεργασία θα οδηγούσε την Κίνα να συμμετάσχει ενεργητικά σε μερικούς από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους θεσμούς και θα βοηθούσε στην ενσωμάτωσή της μέσα στην οικονομική Τάξη στην οποία ηγούντο οι ΗΠΑ, πράγμα που μοιραία θα βοηθούσε ώστε η Κίνα να μετατραπεί σε Φιλελεύθερη δημοκρατία. Ακολούθως η Κίνα θα γινόταν «αξιόπιστος μέτοχος» του διεθνούς συστήματος, έχοντας υψηλά κίνητρα να διατηρήσει ειρηνικές σχέσεις με τις άλλες χώρες.

Το Δόγμα Bush, το οποίο αναπτύχθηκε το 2002 και χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την εισβολή στο Ιράκ το Μάρτιο του 2003, αποτελεί ένα τρίτο παράδειγμα κύριας πολιτικής των ΗΠΑ που στόχευε στη δημιουργία μιας ΦΔΤ. Στον απόηχο των τρομοκρατικών ενεργειών της 11 Σεπτεμβρίου 2001, η κυβέρνηση Bushσυμπέρανε ότι η νίκη στο λεγόμενο παγκόσμιο πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας απαιτούσε όχι μόνο την ήττα της al-Quida αλλά και την αντιμετώπιση κρατών όπως το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία. Το επιχείρημα κλειδί της κυβέρνησης ήταν ότι τα καθεστώτα σ’ αυτά τα δήθεν αδίστακτα κράτη, είχαν στενούς δεσμούς με τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η al-Quida, προσπαθούσαν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και ακόμη θα μπορούσαν να τα διαθέσουν στους τρομοκράτες. Η κυβέρνηση είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσει την εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής και την τρομοκρατία ήταν να μετασχηματίσει όλες τις χώρες της ευρείας Μέσης Ανατολής σε Φιλελεύθερες δημοκρατίες, πράγμα που θα μετέτρεπε την υπόψη περιοχή σε μια γιγαντιαία ειρηνική ζώνη, εκμηδενίζοντας έτσι το δίδυμο πρόβλημα της εξάπλωσης των όπλων και της τρομοκρατίας. Ο Πρόεδρος Bush είχε δηλώσει ότι «Ο ολόκληρος ο κόσμος έχει ξεκάθαρο συμφέρον στην εξάπλωση των δημοκρατικών αξιών, γιατί η σταθερότητα και τα ελεύθερα κράτη δεν υποθάλπουν δολοφονικές ιδεολογίες, αλλά ενθαρρύνουν την ειρηνική επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής.»

Στις αρχές τις 10-ετίας του 1990 πολλοί παρατηρητές θεωρούσαν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε ιδανική θέση για να χτίσουν μια ΦΔΤ. Διέθεταν τεράστια εμπειρία από τη δημιουργία και τη λειτουργία της Δυτικής Τάξης κατά τον ΨΠ και ήταν αξιοσημείωτα ισχυρές σε σύγκριση με τους πιθανούς ανταγωνιστές τους. Η Κίνα βρισκόταν στα πρώτα στάδια της ανόδου της και η Ρωσία σε μια κατάσταση πλήρους αποπροσανατολισμού, συνθήκες που συνεχίστηκαν όλη τη 10-ετία του 1990. Αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα ισχύος σήμαινε ότι ο μοναδικός πόλος θα μπορούσε εν πολλοίς να αγνοήσει το τι υπαγόρευε ο ρεαλισμός και να δράσει σύμφωνα με τις Φιλελεύθερες αρχές, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει κατά τον ΨΠ. Σήμαινε επίσης ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να καλοπιάσουν ή να απειλήσουν άλλα κράτη για να ακολουθήσουν τους ορισμούς τους. Και βεβαίως, υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα η Γουάσινγκτον να χρησιμοποιήσει την ισχύ της για να εξαναγκάσει τους άλλους να ακολουθήσουν τους σχεδιασμούς της.

Τέλος, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους διέθεταν τεράστια νομιμοποίηση τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του ΨΠ. Όχι μόνο είχαν νικήσει σ’ αυτή τη μακροχρόνια σύγκρουση, αλλά δεν φαινόταν να υπάρχει άλλο βιώσιμο υποκατάστατο της Φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία φαινόταν να είναι η βέλτιστη πολιτική Τάξη στο προβλεπτό μέλλον. Την εποχή εκείνη στη Δύση ήταν ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι, σταδιακά, σχεδόν η κάθε χώρα θα γινόταν Φιλελεύθερη δημοκρατία – μια πίστη η οποία οδήγησε τον F. Fukuyama να συμπεράνει ότι μάλλον έφτασε «το τέλος της ιστορίας.» Επιπλέον, η μεγάλη ομάδα των διεθνών θεσμών οι οποίοι βοήθησαν στη δημιουργία τεράστιας ευημερίας στη Δύση κατά τον ΨΠ, φαίνονταν να είναι ιδανικά κατάλληλη για να σπρώξει την παγκοσμιοποίηση στο επόμενο βήμα. Στην ουσία, φαινόταν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην κατάλληλη θέση για να επιδιώξουν μια Φιλελεύθερη ηγεμονία, δηλ. μια εξωτερική πολιτική που θα έχτιζε μια Παγκόσμια Τάξη βασισμένη στις Φιλελεύθερες αρχές.

Κατά τη διάρκεια της 10-ετίας του 1990 και στα πρώτα χρόνια της 10-ετίας του 2000, οι ΗΠΑ και οι στενοί τους σύμμαχοι φαινόταν ότι προχωρούσαν καλά στο δρόμο της δημιουργίας μια ΦΔΤ σε πλήρη κλίμακα. Υπήρχαν φυσικά κάποια προβλήματα, αλλά γενικά ομιλούντες η Τάξη που γεννιόταν λειτουργούσε καλά. Λίγοι ανέμεναν ότι μπορούσε να αρχίσει να αποσυντίθεται σε λίγα χρόνια, μέσα στη νέα χιλιετία και όμως αυτό ακριβώς έγινε.

Η Χρυσή Περίοδος, 1990-2004

Οι προσπάθειες των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να ενσωματώσουν την Κίνα και τη Ρωσία μέσα στους οικονομικούς θεσμούς κλειδιά της μετά τον ΨΠ Τάξης, ήταν γενικά επιτυχείς. Η Ρωσία εντάχθηκε στο Δ.Ν.Τ και στην Παγκόσμια Τράπεζα το 1992, αν και όχι στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου παρά μόνο το 2012. Η Κίνα ήταν μέλος του Δ.Ν.Τ και της Παγκόσμιας Τράπεζας από το 1980, όταν πήρε τη θέση της Ταϊβάν σ’ αυτούς τους θεσμούς. Η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001. Παρά μια μικρής σε έντασης κρίση για το ζήτημα της Ταϊβάν το 1997, οι σχέσεις Πεκίνου και Γουάσινγκτον ήταν κατά τα άλλα καλές καθ’ όλη τη διάρκεια της 10-ετίας του 1990 και στις αρχές της 10-ετίας του 2000. Η συνεργασία μεταξύ τους φάνηκε να λειτουργεί. Οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Γουάσινγκτον ήταν επίσης καλές κατά την ίδια περίοδο.

Τα ίδια θετικά αποτελέσματα είχαμε και στην Ευρώπη. Το 1992 η Συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν ένα μεγάλο βήμα στην προώθηση της Ευρωπαϊικής ολοκλήρωσης και το 1999 το ευρώ έκανε το ντεπούτο του, που φάνηκε ευρέως πως αποτελούσε απόδειξη ότι η ΕΕ θα είχε ένα λαμπρό μέλλον. Επιπλέον, το αρχικό κύμα επέκτασης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη προχώρησε χωρίς πολλά προβλήματα, παρ’ όλο που οι Ρώσοι πολιτικοί κατέστησαν ξεκάθαρη την αντίθεση τους. Τέλος, η Τσεχοσλοβακία και η Ρωσία χώρισαν μεταξύ τους ειρηνικά. Εν τούτοις, δεν συνέβη το ίδιο με τη Γιουγκοσλαβία, όπου ξέσπασαν συγκρούσεις για την τύχη της Βοσνίας και του Κοσσόβου, στους οποίους οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ άργησαν να αντιδράσουν και να τις τερματίσουν. Όμως, μέχρι το 1999, επιβλήθηκε σταδιακά μια ψυχρή ειρήνη στα Βαλκάνια.

Οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν πιο πολύπλοκες, όμως ακόμα κι εκεί φαινόταν ότι η περιοχή αργά αλλά σταθερά ενσωματωνόταν στη ΦΔΤ. Το Ισραήλ και η PLO υπέγραψαν τις Συμφωνίες του Όσλο το Σεπτέμβριο του 1993, δημιουργώντας την ελπίδα ότι οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να βρουν μια ειρηνική λύση στη μεταξύ τους σύγκρουση μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Οι ΗΠΑ λειτουργώντας με βάση σχετική εντολή του ΣΑ των ΗΕ, ηγήθηκαν μιας ευρείας συμμαχίας εναντίον του Ιράκ, η οποία κατέληξε σε εκπληκτική νίκη στις αρχές του 1991 – απελευθερώθηκε το Κουβέιτ, αποδυναμώθηκε σημαντικά η στρατιωτική ισχύς του Ιράκ και αποκαλύφθηκε το μυστικό πρόγραμμα του Σάνταμ Χουσεΐν για κατασκευή πυρηνικών όπλων, το οποίο και τερματίστηκε. Παρ’ όλα αυτά το κόμμα Μπάαθ παρέμεινε στην εξουσία. Το Αφγανιστάν παρέμεινε επίσης ένα προβληματικό σημείο, κυρίως επειδή οι Ταλιμπάν επέτρεψαν στην al-Quida, χωρίς οι ίδιοι να εμπλέκονται, να σχεδιάζει από εκεί τις τρομοκρατικές της επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων και των τρομοκρατικών ενεργειών της 11 Σεπτεμβρίου. Εν τούτοις, τα γεγονότα εκείνης της ημέρας, ώθησαν τις ΗΠΑ να εισβάλουν στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001 και να ανατρέψουν τους Ταλιμπάν, βάζοντας στη θέση τους ένα φιλο-Δυτικό καθεστώς. Ακολούθως, το Μάρτιο του 2003, οι ΗΠΑ κατέλαβαν το Ιράκ και έδιωξαν το Σαντάμ από την εξουσία. Το καλοκαίρι του 2003 φάνηκε ότι το Δόγμα Bush, το οποίο στόχευε στην εξάπλωση της δημοκρατίας σε όλη την ευρύτερη Μέση Ανατολή προχωρούσε όπως είχε σχεδιαστεί.

Η δημοκρατία φαινόταν καθαρά να προελαύνει στο απόηχο του ΨΠ, πράγμα που φάνηκε ότι επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό του Fukuyama ότι δεν υπήρχε βιώσιμο εναλλακτικό πολιτικό σύστημα από τη δημοκρατία. Σύμφωνα με το Freedom House, 1986 το 34% των κρατών όλου του κόσμου ήταν δημοκρατίες. Το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 41% το 1996 και στο 47% το 2006. Στον οικονομικό τομέα, η υπερ-παγκοσμιοποίηση δημιουργούσε άφθονο πλούτο σε όλο τον πλανήτη, παρ’ όλο που υπήρξε μια σοβαρή οικονομική κρίση στην Ασία το 1997-98. Επιπρόσθετα, το ενδιαφέρον για την ποινικοποίηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυξανόταν, πράγμα που οδήγησε ένα διακεκριμένο διανοούμενο να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Ο Καταρράκτης της Δικαιοσύνης: Πώς η Ποινικοποίηση της Παραβίασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Αλλάζει τις Παγκόσμιες Πολιτικές. Στον τομέα της εξάπλωσης των όπλων, η Ν. Αφρική εγκατέλειψε το πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων το 1989, ενώ το στα μέσα της 10-ετίας του 1990, η Λευκορωσία, το Καζακστάν και η Ουκρανία παρέδωσαν το πυρηνικό οπλοστάσιο που είχαν κληρονομήσει από τη ΣΕ και εντάχθηκαν στον Οργανισμό ΝΡΤ. Η Β. Κορέα, που από τις αρχές της 10-ετίας του 1990 είχε σε εξέλιξη πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων, το 1994 συμφώνησε να το διακόψει.

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους αντιμετώπισαν κάποια προβλήματα κατά διάρκεια της 10-ετίας του 1990. Η Ινδία και το Πακιστάν προχώρησαν σε δοκιμές πυρηνικών όπλων το 1998. Οι πολιτικές της κυβέρνησης Clinton απέτυχαν στη Σομαλία (1993) και στην Αϊτή (1994-95) και οι ΗΠΑ αντέδρασαν πολύ καθυστερημένα στη γενοκτονία που έγινε στην Ρουάντα το 1994. Οι ΗΠΑ επίσης απέτυχαν να τερματίσουν τους αιματηρούς πολέμους στο Κογκό και στο Σουδάν, ενώ η al-Quidaέγινε πιο επικίνδυνη ενώ βρισκόταν περιορισμένη στο Αφγανιστάν. Παρ’ όλα αυτά κάποιος θα μπορούσε πολύ πειστικά να ισχυριστεί ότι είχε γίνει τεράστια πρόοδος σε σύντομο χρόνο στην εξάπλωση της ΦΔΤ ανά τον πλανήτη και ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους σταδιακά θα μπορούσαν να εντάξουν μέσα σ’ αυτή τη νέα Τάξη και τις προβληματικές χώρες της Αφρικής ή άλλες και να κάνουν κι άλλες προόδους στην ανάσχεση της εξάπλωσης των όπλων μαζικής καταστροφής.

Η Παρακμή της ΦΔΤ, 2005-19       

Στα μέσα της 10-ετίας του 2000 άρχισαν να παρουσιάζονται σοβαρές ρωγμές στη ΦΔΤ, οι οποίες από τότε διευρύνονται σταθερά. Ας εξετάσουμε το τι έγινε στην ευρύτερη Μ. Ανατολή. Μέχρι το 2005 έγινε προφανές ότι ο πόλεμος του Ιράκ εξελισσόταν σε καταστροφή και οι ΗΠΑ δεν είχαν κάποια στρατηγική για να σταματήσουν τη σύγκρουση και ακόμα περισσότερο να μετασχηματίσουν το Ιράκ σε Φιλελεύθερη δημοκρατία. Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στο Αφγανιστάν είχε αρχίσει να επιδεινώνεται, καθώς οι Ταλιμπάν αναστήθηκαν και στοχοποίησαν την κυβέρνηση που είχαν εγκαταστήσει οι ΗΠΑ στην Καμπούλ. Οι Ταλιμπάν ισχυροποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν είναι τώρα ο μακροβιότερος στην ιστορία των ΗΠΑ – διαρκεί περισσότερο από ότι διήρκησαν μαζί ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο Ι ΠΠ, ο ΙΙ ΠΠ και ο Πόλεμος της Κορέας. Επιπλέον, δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη πρόβλεψη για νίκη των ΗΠΑ. Πρόσθετα, η Γουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της επιδίωξαν την αλλαγή καθεστώτων στη Λιβύη και τη Συρία, προσπάθειες που κατέληξαν στο να συνδράμουν στο ξέσπασμα αιματηρών εμφύλιων πολέμων και στις δυο χώρες. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία εξουδετέρωσης του Ιράκ και της Συρίας, οι κυβερνήσεις Bush και Obama έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στη Συρία, εναντίον του οποίου οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο το 2014.

Η Ειρηνευτική Διαδικασία του Όσλο, που κάποτε φαινόταν τόσο ελπιδοφόρα, κατέρρευσε και οι Παλαιστίνιοι στην πράξη δεν έχουν ελπίδα να αποκτήσουν το δικό τους κράτος. Αντίθετα, με τη συνδρομή της Γουάσινγκτον, οι Ισραηλινοί ηγέτες χτίζουν ένα Μεγαλύτερο Ισραήλ, το οποίο όπως δηλώσαν δύο πρώην πρωθυπουργοί του θα είναι ένα φυλετικό κράτος. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης ευθύνη και για τον αίμα και την καταστροφή που προκαλεί ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη, ενώ είχαν δώσει και τη συγκατάθεσή τους όταν ο Αιγυπτιακός στρατός ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αιγύπτου, το 2013. Αντί να ενσωματώσουν την ευρύτερη Μ. Ανατολή στη ΦΔΤ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, έστω ακουσίως, έπαιξαν καίριο ρόλο στην εξάπλωση μιας Φιλελεύθερης αταξίας στην εν λόγω περιοχή.

Η Ευρώπη, η οποία φαινόταν να είναι το πιο λαμπρό αστέρι στο Φιλελεύθερο γαλαξία κατά τη 10-ετία του 1990, ήδη στο τέλος της 10-ετίας του 2010 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η ΕΕ αντιμετώπισε μια μεγάλη αρνητική εξέλιξη το 2005 όταν οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί ψηφοφόροι απέρριψαν την υιοθέτηση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Ακόμα πιο σοβαρή ήταν η κρίση του ευρώ, η οποία άρχισε στο τέλος του 2009 και ακόμα συνεχίζεται. Η υπόψη κρίση όχι μόνο αποκάλυψε το πόσο εύθραυστο είναι το ευρώ, αλλά επίσης, μεταξύ κι άλλων πολιτικών προβλημάτων, δημιούργησε και έντονη έχθρα μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας. Η κατάσταση χειροτέρεψε το 2016 με τη ψήφο των Άγγλων υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, ενώ τα ξενοφοβικά δεξιά κόμματα αυξάνουν την ισχύ τους ανά την Ευρώπη. Πράγματι, οι βασικές αντι-Φιλελεύθερες απόψεις είναι πια κοινός τόπος μεταξύ των ηγετών της Α. Ευρώπη. Όπως το έθεσε ένα άρθρο των New York Times τον Ιανουάριο του 2018: «Ο Τσέχος πρόεδρος αποκάλεσε τους Μουσουλμάνους μετανάστες, εγκληματίες. Ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος της Πολωνίας είπε ότι οι πρόσφυγες μεταφέρουν αρρώστιες. Ο ηγέτης της Ουγγαρίας παρομοίασε τους μετανάστες με δηλητήριο … [και] ο Αυστριακός νέος ακροδεξιός υπουργός εσωτερικών πρότεινε τη συγκέντρωση των μεταναστών σε κέντρα ασύλου – με προφανείς παραπομπές στα αποκρουστικά βιώματα του ΙΙ ΠΠ.»

Τέλος, το 2014 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στην Ουκρανία με εμπλοκή της Ρωσίας, η οποία κατέλαβε την Κριμαία το Μάρτιο του 2014, προκαλώντας σοβαρή φθορά στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Και οι δυο πλευρές ενίσχυσαν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στην Α. Ευρώπη και άρχισαν τακτικές στρατιωτικές ασκήσεις οι οποίες αύξησαν την καχυποψία και την ένταση μεταξύ τους. Η εν λόγω κρίση, της οποίας βασικό αίτιο ήταν η επέκταση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, και οι προσπάθειες της Δύσης να προωθήσει τη δημοκρατία σε χώρες όπως η Γεωργία και η Ουκρανία, ακόμα και η ίδια η Ρωσία, δεν παρουσιάζει σημεία υποχώρησης στο εγγύς μέλλον. Έχοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, η Ρωσία παραφυλάει να βρει ευκαιρίες να ενσπείρει τη διχόνοια στη Δύση και να εξασθενήσει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Ρωγμές άνοιξαν επίσης και στις διατλαντικές σχέσεις, ιδίως μετά την εγκατάσταση του Τραμπ στο Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ περιφρονεί σχεδόν όλους τους θεσμούς που συγκροτούν τη ΦΔΤ, περιλαμβανομένων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, τους οποίους περιέγραψε ως «ξεπερασμένους» το 2016 κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Σε μια επιστολή που απέστειλε στους Ευρωπαίους ηγέτες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ, ένας πολύ γνωστός πολιτικός της ΕΕ είπε ότι ο νέος πρόεδρος αποτελεί σοβαρή απειλή για το μέλλον της ΕΕ. Λίγους μήνες αργότερα, μόλις ο Τραμπ μπήκε στο Λευκό Οίκο, η Γερμανίδα Καγκελάριος Α. Μέρκελ, θερμή οπαδός του Ατλαντισμού, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει πλέον να στηρίζεται στις ΗΠΑ όπως έκανε παλαιότερα. Οι Ευρωπαίοι, είπε, «αληθινά πρέπει να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας.» Από τότε οι διατλαντικές σχέσεις έχουν επιδεινωθεί και η πιθανότητα βελτίωσης στο προβλεπτό μέλλον φαίνεται απομακρυσμένη.

Η οικονομική κρίση του 2007-08 δεν προκάλεσε μόνο τεράστιες ζημιές στη ζωή πολλών ανθρώπων, αλλά επίσης δημιούργησε πολλά ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα των ελίτ οι οποίες διαχειρίζονται τη ΦΔΤ. Επιπρόσθετα προς την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, υπάρχουν και ανησυχητικά σημάδια μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με την Κίνα, η οποία είναι αποφασισμένη να αλλάξει το status quo στη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας, στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, στην Ταϊβάν και στα σύνορα Κίνας-Ινδίας. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τώρα οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται περισσότερο να ανασχέσουν την Κίνα παρά να συνεργαστούν μαζί της. Πράγματι, η κυβέρνηση Τραμπ είπε πρόσφατα ότι η αποδοχή της Κίνας στο Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου ήταν λάθος, καθώς η πολιτική του εμπορικού προστατευτισμού που εφαρμόζει το Πεκίνο δείχνει ξεκάθαρα ότι η Κίνα αρνείται να συμμορφωθεί με τους κανόνες του υπόψη θεσμού.

Τέλος, ο αριθμός των ανά τον κόσμο Φιλελεύθερων δημοκρατιών μειώνεται από το 2006, ανατρέποντας μια τάση που κάποτε φαινόταν μη αναστρέψιμη. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, ο ήπιος απολυταρχισμός φαίνεται ότι έχει γίνει μια ελκυστική εναλλακτική λύση της Φιλελεύθερης δημοκρατίας, μια εξέλιξη που ήταν αδιανόητη στις αρχές της 10-ετίας του 1990. Ακόμα, μερικοί ηγέτες εκθειάζουν τα προτερήματα της μη-Φιλελεύθερης δημοκρατίας, ενώ άλλοι κυβερνούν χώρες τα πολιτικά συστήματα των οποίων βασίζονται σε βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Βεβαίως, οι Φιλελεύθερες δημοκρατίες έχασαν μέρος της ελκυστικότητάς τους τα τελευταία χρόνια, ειδικά λόγω του ότι το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ συχνά παρουσιάζεται δυσλειτουργικό. Ακόμα και σοβαροί διανοούμενοι ανησυχούν για το μέλλον της Αμερικανικής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, η ΦΔΤ φαίνεται να τρικλίζει.

Τι Πήγε Λάθος;

Αν εξαιρέσουμε την αρχική επιτυχία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να χτίσουν μια ΦΔΤ, η εν λόγω Τάξη εμπεριείχε μέσα της το σπόρο της δικής της καταστροφής. Ακόμα κι αν οι πολιτικοί της Δύσης ήταν σοφότεροι επιτηρητές αυτής της Τάξης, δεν θα μπορούσαν να επεκτείνουν τη ζωή της με κάποιο αποτελεσματικό τρόπο. Ήταν καταδικασμένη γιατί εμπεριείχε τρία θανάσιμα σφάλματα.

Πρώτο, η παρέμβαση στην πολιτική κάποιων χωρών με πρόθεση το μετασχηματισμό τους σε Φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση και το εγχείρημα ενός τόσο φιλόδοξου σχεδιασμού σε παγκόσμια κλίμακα είναι απολύτως βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει αντιδράσεις που θα υπονομεύσουν τη νομιμότητα αυτού του εγχειρήματος. Ο εθνικισμός είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προκαλέσει σημαντική αντίσταση μέσα στις χώρες που στοχοποιήθηκαν για αλλαγή καθεστώτος. Η ισορροπία ισχύος [του υπόψη κράτους με τα άλλα] επίσης θα εμποδίσει το εν λόγω εγχείρημα σε κάποιες περιπτώσεις. Τα κράτη που φοβούνται ότι θα αλλάξει το καθεστώς τους – ή θα υποστούν άλλες μορφές παρέμβασης από τις ΗΠΑ – θα συνασπιστούν ώστε να αλληλοϋποστηριχθούν και να βρουν τρόπους να ματαιώσουν την Φιλελεύθερη ατζέντα των ΗΠΑ. Έτσι, η Συρία και το Ιράκ βοήθησαν τους Ιρακινούς αντάρτες μετά την εισβολή των ΗΠΑ το 2003 και η Ρωσία και η Κίνα υποστήριξαν η μια την άλλη οικονομικά, στρατιωτικά και σε διάφορα διεθνή φόρα, όπως το ΣΑ των ΗΕ.

Δεύτερο, η ΦΔΤ τελικά παράγει συνθήκες που οδηγούν στη δημιουργία σοβαρών πολιτικών προβλημάτων αναφορικά με την κυριαρχία των κρατών και την εθνική τους ταυτότητα, μέσα στις ίδιες τις Φιλελεύθερες δημοκρατίες. Ιδιαίτερα όταν οι προσπάθειες για αλλαγή καθεστώτος σε μια άλλη χώρα αποτυγχάνουν, με αποτέλεσμα να προκαλούνται μεταναστευτικές ροές μεγάλης κλίμακας προς τις Φιλελεύθερες χώρες. Και πάλι, η κύρια αιτία του προβλήματος είναι ο εθνικισμός, ο οποίος δεν έχει καθόλου πεθάνει ακόμα και στις ομολογουμένως Φιλελεύθερες κοινωνίες.

Τρίτο, η υπερ-παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει σημαντικό οικονομικό κόστος σε μεγάλο αριθμό πολιτών εντός των Φιλελεύθερων δημοκρατιών, περιλαμβανομένου και του μοναδικού πόλου. Αυτό το κόστος, περιλαμβανομένης της απώλειας θέσεων εργασίας, της μείωσης των ήδη στάσιμων μισθών και της αύξησης των οικονομικών ανισοτήτων, έχουν σοβαρές εσωτερικές πολιτικές επιπτώσεις, οι οποίες υπονομεύουν περαιτέρω τη ΦΔΤ. Επιπλέον, η ανοιχτή διεθνής οικονομία βοήθησε την άνοδο της Κίνας, η οποία, μαζί με την ανάκαμψη της Ρωσίας, τελικά υπονόμευσαν τη μονοπολικότητα, που ήταν ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία της ΦΔΤ.

Οι Κίνδυνοι από την Προώθηση της Δημοκρατίας

Η πιο σημαντική απαίτηση για τη δημιουργία μιας ΦΔΤ είναι η εξάπλωση της Φιλελεύθερης δημοκρατίας όσο το δυνατό μακρύτερα και ευρύτερα, κάτι που αρχικά φαινόταν εύκολος και εφικτός στόχος. Στη Δύση υπήρχε η ευρεία πεποίθηση ότι η πολιτική είχε εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό που λογικά δεν υπήρχε εναλλακτικό πολίτευμα από τη Φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν ήταν έτσι, θα ήταν σχετικά εύκολη η δημιουργία μιας ΦΔΤ, γιατί η διάδοση της Φιλελεύθερης δημοκρατίας ανά τον κόσμο θα συναντούσε μικρή αντίσταση. Πράγματι, οι περισσότεροι άνθρωποι θα καλωσόριζαν την ιδέα να ζουν σε μια Δυτικού τύπου δημοκρατία, όπως φαίνεται ότι ίσχυσε στην περίπτωση της Α. Ευρώπης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού.

Εν τούτοις, το εγχείρημα αυτό ήταν από την αρχή καταδικασμένο. Πρώτο και κύριο γιατί ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει γενική συμφωνία αναφορικά με το ποιο είναι το ιδανικό πολιτικό σύστημα. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η Φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης (εγώ αυτό υποστηρίζω), αλλά κάποιοι άλλοι αναμφισβήτητα θα προτιμούν ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα. Αξίζει να θυμόμαστε ότι κατά τη 10-ετία του 1930 πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη προτιμούσαν τον κομμουνισμό ή το φασισμό από τη Φιλελεύθερη δημοκρατία. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η Φιλελεύθερη δημοκρατία τελικά θριάμβευσε επί αυτών των δύο πολιτικών συστημάτων. Όμως, παρ’ όλο που αυτό είναι σωστό, η ιστορία της 10-εστίας του 1930 αποτελεί υπενθύμιση ότι η Φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι η δεδομένη τάξη των πραγμάτων και δεν είναι ασυνήθιστο για τις ελίτ ή το λαό να επιλέγουν εναλλακτικά πολιτικά συστήματα. Έτσι, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι στην Α. Ευρώπη εμφανίζονται μη-Φιλελεύθερες δημοκρατίες, ενώ η Κίνα και η Ρωσία έχουν υιοθετήσει απολυταρχική διακυβέρνηση, η Β. Κορέα είναι δικτατορία, το Ιράν Ισλαμική δημοκρατία και το Ισραήλ συνεχώς μεγεθύνει τα προνόμια της Εβραϊκής ταυτότητας των πολιτών του εις βάρος του δημοκρατικού του χαρακτήρα. Ούτε πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξε εποχή που περισσότερο από το 50% των χωρών της υφηλίου να είναι Φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Η ποικιλία των απόψεων σχετικά με το ποιο είναι το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης συνδυάζεται με τον εθνικισμό και κάνει τη διαδικασία της διάδοσης της Φιλελεύθερης δημοκρατίας ανά την υφήλιο εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Εξάλλου ο Εθνικισμός αποτελεί μια αξιοσημείωτα ισχυρή πολιτική δύναμη η οποία δίνει τεράστια έμφαση στην αυτοδιάθεση και στην εθνική κυριαρχία. Με άλλα λόγια τα εθνικά κράτη, δεν επιθυμούν άλλα εθνικά κράτη να τους λένε το πώς θα πρέπει να είναι το πολιτικό τους σύστημα. Έτσι, η προσπάθεια επιβολής της Φιλελεύθερης δημοκρατίας σε ένα κράτος το οποίο προτιμά ένα διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προκαλέσει ισχυρή αντίσταση.

Αρχίζοντας Καταδικασμένους Πολέμους

Η προσπάθεια της δημιουργίας μιας ΦΔΤ οδηγεί κατά κανόνα σε πολέμους εναντίον μικρότερων Δυνάμεων οι οποίες επιδιώκουν να μετασχηματίσουν συγκεκριμένες χώρες σε Φιλελεύθερες δημοκρατίες. Υπάρχουν σημαντικά όρια στο βαθμό που μπορούν να επιδράσουν επί της κοινωνίας [του κράτους στόχου] για να πετύχουν το σκοπό τους οι Μεγάλες Δυνάμεις σε ένα διπολικό ή πολυπολικό σύστημα, κυρίως γιατί θα πρέπει να είναι επικεντρωμένες στο μεταξύ τους ανταγωνισμό για ισχύ και επιρροή. Σ’ αυτή την περίπτωση, η διάδοση της Φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει δευτερεύουσα αν όχι τριτεύουσα σημασία. Πράγματι, μερικές φορές τα Φιλελεύθερα κράτη στηρίζουν απολυταρχικές κυβερνήσεις εάν αυτές ευθυγραμμίζονται μαζί τους εναντίον των εχθρικών τους Μεγάλων Δυνάμεων, όπως ακριβώς έκαναν πολλές φορές οι ΗΠΑ κατά τον ΨΠ.

Εν τούτοις, στη μονοπολικότητα, ο μοναδικός πόλος δεν έχει περιορισμούς στο να προσπαθήσει να κάνει τον κόσμο πιο δημοκρατικό, επειδή απλά δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές Μεγάλες Δυνάμεις για να τον ανησυχούν. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι οι ΗΠΑ πολέμησαν σε 7 πολέμους από τότε που τέλειωσε ο ΨΠ και βρίσκονται σε πόλεμο κάθε 2 από τα 3 χρόνια όλης αυτής της περιόδου. Παρ’ όλα αυτά τέτοιοι πόλεμοι κατά κανόνα δεν επιτυγχάνουν το σκοπό τους.

Οι προσπάθειες των ΗΠΑ να επιβάλουν τη δημοκρατία με τα όπλα είχε επικεντρωθεί κυρίως στην ευρύτερη Μ. Ανατολή και οδήγησε στη μια αποτυχία μετά την άλλη. Αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Αφγανιστάν (2001) και στο Ιράκ (2003) με στόχο να τα μετατρέψουν σε Φιλελεύθερες δημοκρατίες. Οι δυνάμεις κατοχής όχι μόνο δεν πέτυχαν το στόχο τους, αλλά επίσης κατάφεραν να πυροδοτήσουν αιματηρούς πολέμους που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στην πολιτική και κοινωνική ζωή αυτών των δύο χωρών. Ο κύριος λόγος αυτού του ζοφερού αποτελέσματος ήταν ότι οι μεγάλης έκτασης επεμβάσεις που απαιτούνται για να αλλάξει μια οποιαδήποτε κοινωνία είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, και γίνεται ακόμα δυσκολότερη σε μια ξένη χώρα όπου έχει μόλις ανατραπεί η πολιτική της ηγεσία. Το υπόψη κράτος θα βρίσκεται σε αναβρασμό. Οι δυνάμεις εισβολής θα έχουν να αντιμετωπίσουν μια άγνωστη κουλτούρα, η οποία μπορεί να είναι ακόμα και εχθρική προς τη Φιλελεύθερη δημοκρατία. Και το πιο σημαντικό, τα εθνικιστικά αισθήματα σίγουρα θα αυξηθούν κατακόρυφα προκαλώντας ανταρσία εναντίον του κατακτητή, όπως ακριβώς διαπίστωσαν οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.

Παρ’ όλο που αυτές οι αποτυχίες διάβρωσαν την υποστήριξη των πολιτών προς τη ΦΔΤ και ενέσπειραν αμφιβολίες αναφορικά με την ικανότητα των ηγετών της, εν τούτοις δεν σταμάτησαν το μοναδικό πόλο από το να προσπαθεί να διαδώσει τη Φιλελεύθερη δημοκρατία με στρατιωτικά μέσα, υπερεκτείνοντας τις προσπάθειές του. Αντ’ αυτού, έψαξε να βρει πιο οικονομικούς τρόπους για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, δηλαδή εγκατέλειψε τη μέθοδο της κατάκτησης και κατοχής των μη-δημοκρατικών κρατών και υιοθέτησε διαφορετική στρατηγική για να ρίξει τους απολυταρχικούς ηγέτες τους. Έτσι, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ των αντιπάλων φατριών στη Λιβύη το 2011, οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους χρησιμοποίησαν την αεροπορική τους ισχύ για να βοηθήσουν στη πτώση του Σχη Μ. Καντάφι. Όμως, οι Δυτικές Δυνάμεις δεν είχαν τον τρόπο για να κάνουν τη Λιβύη λειτουργικό κράτος, ακόμα περισσότερο να την κάνουν Φιλελεύθερη δημοκρατία, χωρίς να διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις στο έδαφός της.

Επίσης το 2011, στη Μ. Ανατολή οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιδίωξαν να ρίξουν τον Πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσσαντ της Συρίας με το να εξοπλίσουν και να εκπαιδεύσουν ομάδες αντιπάλων του στασιαστών. Εν τούτοις αυτή η προσπάθεια απέτυχε, κυρίως γιατί η Ρωσία, η οποία έχει μακρόχρονους στρατηγικούς δεσμούς με τη Συρία, παρενέβη το 2015 για να διατηρήσει τον Άσσαντ στην εξουσία. Η ρεαλπολιτίκ ματαίωσε της προσπάθειες των ΗΠΑ στη Συρία. Όμως, ακόμα και αν έπεφτε ο Άσσαντ, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν είτε η συνέχιση της σύγκρουσης, όπως έγινε στη Λιβύη, είτε η κατάληψη της εξουσίας από κάποιον άλλο αδίστακτο απόλυτο μονάρχη, όπως τελικά έγινε στην Αίγυπτο, μετά την πτώση του Προέδρου Χ. Μουμπάρακ στις αρχές του 2011. Η Φιλελεύθερη δημοκρατία στη Συρία δεν είχε σοβαρές πιθανότητες να επιτευχθεί, όσες πιθανότητες είχαν η πληθώρα των δολοφονιών και του χάους.

Μετατρέποντας τις Μεσαίες Δυνάμεις σε Εχθρούς

Τέλος, η νοοτροπία του σταυροφόρου που ενυπάρχει στη ρίζα των προσπαθειών δημιουργίας μιας ΦΔΤ, οδηγεί στη δηλητηρίαση των σχέσεων μεταξύ του μοναδικού πόλου και κάθε άλλης Μεσαίας Δύναμης του συστήματος, η οποία δεν είναι Φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν και το κυρίαρχο κράτος θα έχει την ισχυρή τάση να κηρύξει τον πόλεμο στις Μικρότερες Δυνάμεις προκειμένου να επιτύχει τη Φιλελεύθερη δημοκρατία, σπάνια ή ποτέ δεν θα επιτεθεί σε Μεσαίες Δυνάμεις για τον ίδιο σκοπό, ειδικά αν οι τελευταίες διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Το κόστος θα είναι πολύ μεγάλο και η πιθανότητα επιτυχίας εξαιρετικά μικρή. Έτσι, οι πολιτικοί στις ΗΠΑ κατά τη μετά-ΨΠ εποχή, αν και οι ΗΠΑ ήταν κατά πολύ ισχυρότερες, ποτέ δεν εξέτασαν σοβαρά την περίπτωση να εισβάλουν στην Κίνα ή στη Ρωσία.

Παρ’ όλα αυτά οι ΗΠΑ είχαν δεσμευθεί να μετατρέψουν την Κίνα και τη Ρωσία σε Φιλελεύθερες δημοκρατίες και να τις απορροφήσουν μέσα στην Αμερικανοκρατούμενη ΦΔΤ. Οι ηγέτες των ΗΠΑ όχι μόνο ξεκαθάρισαν αυτή τους την πρόθεση, αλλά επίσης στηρίχθηκαν σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς και διάφορες πανούργες στρατηγικές για να ωθήσουν το Πεκίνο και τη Μόσχα να δεχθούν τη Φιλελεύθερη δημοκρατία. Όπως αναμενόταν η Κίνα και η Ρωσία αντιστάθηκαν στις προσπάθειες αυτού του μοναδικού πόλου, για τους ίδιους λόγους που και οι μικρότερες Δυνάμεις απέκρουσαν τις προσπάθειες των ΗΠΑ να διαμορφώσουν το πολιτικό τους σύστημα, και για τον ίδιο λόγο που και οι ίδιοι οι Αμερικανοί αντιδρούν σήμερα στην ιδέα της επέμβασης της Ρωσίας στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Σε έναν κόσμο στον οποίο ο εθνικισμός είναι η πιο ισχυρή πολιτική ιδεολογία, η αυτοδιάθεση και η εθνική κυριαρχία παίζουν τεράστιο ρόλο σε όλες τις χώρες.

Η Κίνα και η Ρωσία αντιστάθηκαν επίσης και στην εξάπλωση της ΦΔΤ και για ρεαλιστικούς λόγους, γιατί αυτή θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στο διεθνές σύστημα οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά. Ούτε το Πεκίνο ούτε και η Μόσχα, για παράδειγμα, θέλουν τις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη γειτονιά τους και ακόμα περισσότερο στα σύνορα τους. Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η Κίνα μιλά για απώθηση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ από το Δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό και η Ρωσία από καιρό αντιδρά με ένταση στην επέκταση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην Α. Ευρώπη. Πράγματι, η επέκτασή τους προς τη Ρωσία οδήγησε σταδιακά στην Ουκρανική κρίση το 2014. Αυτή η συνεχιζόμενη σύγκρουση δεν έχει μόνο δηλητηριάσει τις σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, αλλά έχει επίσης αποτελέσει το κίνητρο για τη Μόσχα να βρει τρόπους να αποδυναμώσει τόσο την ΕΕ όσο και το ΝΑΤΟ. Συνοπτικά, τόσο εθνικιστικοί όσο και ρεαλιστικοί υπολογισμοί κάνουν τις δύο Μεσαίες Δυνάμεις [Κίνα και Ρωσία] σε έναν μονοπολικό κόσμο, να ανταγωνίζονται τις προσπάθειες του μοναδικού πόλου [ΗΠΑ] να χτίσει μια ρωμαλέα ΦΔΤ.

Στρέφοντας τις Φιλελεύθερες Δημοκρατίες εναντίον της Φιλελεύθερης Τάξης

Το χτίσιμο μιας ρωμαλέας ΦΔΤ τελικά προκαλεί σοβαρά πολιτικά προβλήματα μέσα στις ίδιες τις Φιλελεύθερες δημοκρατίες, γιατί οι σχετικές πολιτικές που προωθούν τον Φιλελεύθερισμό συγκρούονται με τον εθνικισμό. Αυτά τα προβλήματα στο εσωτερικό μια Φιλελεύθερης δημοκρατίας, που εμφανίζονται με δύο μορφές, λειτουργούν υπονομευτικά για την ίδια τη ΦΔΤ.

Πρώτα απ’ όλα, τα Φιλελεύθερα κράτη πιστεύουν σθεναρά στις αξίες των διεθνών θεσμών, πράγμα που τα ωθεί να αναθέτουν όλο και περισσότερες δικές αρμοδιότητες στους θεσμούς που συγκροτούν την Τάξη. Εν τούτοις, αυτή η στρατηγική γίνεται από πολλούς αντιληπτή ως απόδειξη πως τα εν λόγω κράτη παραδίδουν την εθνική τους κυριαρχία στους θεσμούς. Κάποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει στο κατά πόσο αυτά τα Φιλελεύθερα κράτη πράγματι παραδίδουν την εθνική τους κυριαρχία ή όχι, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αναθέτουν στους υπόψη θεσμούς την αρμοδιότητα λήψης κάποιων σοβαρών αποφάσεων, πράγμα που πολύ πιθανώς δημιουργεί σοβαρά πολιτικά προβλήματα σε ένα σύγχρονο εθνικό κράτος. Εξάλλου, ο εθνικισμός θεωρεί ως προνόμιο/δικαίωμα την αυτοδιάθεση και την εθνική κυριαρχία, και επομένως είναι ριζικά αντίθετος με διεθνείς θεσμούς οι οποίοι δημιουργούν και εφαρμόζουν πολιτικές που επηρεάζουν τα κράτη μέλη τους. Όπως έγραψαν οι Jeff Colgan και Robert Keohane «Το συνολικό αποτέλεσμα αυτής της επέκτασης της διεθνούς αρμοδιότητας [έναντι της κρατικής] είναι η υπερβολική συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας και η δημιουργία στο λαό της αίσθησης ότι ξένες δυνάμεις ορίζουν τη ζωή του.»

Η οξύτητα αυτού του προβλήματος θα εξαρτηθεί από το πόσο μεγάλη ισχύ και επιρροή έχουν οι εν λόγω θεσμοί επί των κρατών μελών τους. Βεβαίως, οι θεσμοί που συγκροτούν έναν Φιλελεύθερο κόσμο έχουν σχεδιαστεί για να επηρεάζουν σημαντικά τη συμπεριφορά των κρατών μελών τους. Αυτή η θεσμική επίδραση εγείρει αναπόφευκτα ανησυχίες για «δημοκρατικό έλλειμμα». Οι ψηφοφόροι σ’ αυτές τις χώρες φτάνουν να θεωρήσουν ότι μακρινοί γραφειοκράτες που αποφασίζουν για θέματα υψηλής σπουδαιότητας γι’ αυτούς, είναι απρόσιτοι και ανεύθυνοι.

Υπάρχουν ξεκάθαρες αποδείξεις αυτού του φαινομένου ανά την Ευρώπη. Ας δούμε μόνο τη ψήφο υπέρ του Brexit το 2016. Με δεδομένη την τεράστια επίδραση που έχει η ΕΕ στις πολιτικές των κρατών μελών της, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως ένας από τους κύριους λόγους που η πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών ψήφισε υπέρ του Brexit είναι γιατί θεώρησαν πως η χώρα τους παρέδωσε υπερβολικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλες και ότι ήταν καιρός να επαναβεβαιωθεί η Βρετανική εθνική κυριαρχία. Ειδικότερα, πολλοί Βρετανοί πίστευαν ότι η Βρετανία έχασε τον έλεγχο της οικονομικής της πολιτικής, πράγμα που υπονόμευε τη δημοκρατική ευθύνη. Οι γραφειοκράτες της ΕΕ στις Βρυξέλες, που δεν εκλέχθηκαν από τους Βρετανούς, θεωρούνταν ως οι κύριοι αρχιτέκτονες της Βρετανικής οικονομικής πολιτικής, όπως και άλλων πολιτικών. Έτσι, ένας συγγραφέας μιας σημαντική μελέτης επί του Brexit, αναφέρει: «Η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας – η ανάκτηση του ελέγχου της – αποτέλεσε κύριο ζήτημα του δημοψηφίσματος του 2016.»

Οι φόβοι της Δύσης σχετικά με την παράδοση της εθνικής κυριαρχίας δεν περιορίζονται στην ΕΕ. Όπως επισημαίνει ο Robert Kuttner, με την άνθιση της υπερπαγκοσμιοποίησης τη 10-ετία του 1990, οι θεσμοί του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας «μεταλλάχθηκαν στο αντίθετο από το ρόλο που σχεδίασαν πως θα έπρεπε να έχουν, αυτοί που τους δημιούργησαν στο Bretton Woods. Έγιναν όργανα για την επιβολή της κλασικής περίπτωσης του “μη κρατικού παρεμβατισμού” σε παγκόσμια αρχή διακυβέρνησης.» Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι ανησυχίες για θέματα εθνικής κυριαρχίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη πολιτική των ΗΠΑ. Ειδικότερα, η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ βασίστηκε στο σλόγκαν «Πρώτα η Αμερική», ενώ ο ίδιος επέκρινε αυστηρά όλους τους κύριους θεσμούς που συγκροτούν τη ΦΔΤ, περιλαμβανομένων της ΕΕ, του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η ΦΔΤ επίσης υιοθετεί πολιτικές που συγκρούονται με την εθνική ταυτότητα, η οποία σημαίνει πολλά για τους λαούς σε όλο τον κόσμο, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Δ. Ευρώπης. Στην καρδιά του ο Φιλελευθερισμός είναι μια ατομικιστική ιδεολογία που δίνει μεγάλο βάρος στην ιδέα των αναπαλλοτρίωτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η πίστη, σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο πάνω στη γη έχει τα ίδια δικαιώματα, είναι αυτή στην οποία στηρίζεται η διεθνής διάσταση του Φιλελευθερισμού. Αυτή διεθνιστική και διακρατική άποψη βρίσκεται σε κάθετη αντίθεση προς την προφανή ιδιαιτερότητα του εθνικισμού, η οποία χτίζεται πάνω στην πίστη ότι ο κόσμος διαιρείται σε ξεχωριστά έθνη, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του κουλτούρα. Ο εθνικισμός ισχυρίζεται ότι η κουλτούρα του κάθε λαού εξυπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο όταν ο κάθε λαός έχει το δικό του κράτος, έτσι ώστε το έθνος να μπορεί να επιβιώσει αντιμετωπίζοντας τους κινδύνους που προέρχονται από τους «άλλους.»

Με δεδομένη τη σημασία που δίνει ο Φ στα άτομα που έχουν ίσα δικαιώματα, σε συνδυασμό με την τάση του να υποτιμά αν όχι να αγνοεί την εθνική ταυτότητα, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η ΦΔΤ υποστηρίζει με εμφατικό τρόπο πως οι χώρες πρέπει αξιωματικά να δέχονται τους πρόσφυγες που ζητούν καταφύγιο και ότι τα άτομα δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα στην μετακίνησή τους από το ένα εθνικό κράτος στο άλλο για οικονομικούς ή και για άλλους σκοπούς. Το παράδειγμα γι’ αυτή την περίπτωση είναι η πολιτική που κατέληξε στη Συμφωνία Shengen της ΕΕ, η οποία εν πολλοίς κατάργησε τα σύνορα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Επιπλέον, η ΕΕ έχει δεσμευθεί σε μεγάλο βαθμό επί της αρχής να ανοίξει τις πόρτες της στους πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τις προβληματικές περιοχές του κόσμου.

Σε έναν κόσμο όπου η εθνική ταυτότητα παίζει μεγάλο ρόλο, η ανάμειξη διαφορετικών λαών μαζί, πράγμα που συμβαίνει όταν υπάρχουν ανοιχτά σύνορα και ανοιχτόμυαλες προσφυγικές πολιτικές, αποτελεί συχνά συνταγή δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων. Για παράδειγμα, φαίνεται καθαρό ότι η μετανάστευση αποτελούσε τον κύριο λόγο που οι Βρετανοί ψηφοφόροι ψήφισαν υπέρ του Brexit. Ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι με το ότι άνθρωποι από την Α. Ευρώπη χρησιμοποίησαν την πολιτική της ΕΕ περί ανοιχτών συνόρων για να μεταναστεύσουν εύκολα στη Βρετανία. Η Βρετανία δεν αποτελεί εξαίρεση σ’ αυτό το ζήτημα, καθώς τα αντι-μεταναστευτικά αισθήματα είναι διαδομένα σ’ όλη την Ευρώπη και πυροδοτούν την έχθρα εναντίον της ΕΕ. Οι μεγάλοι αριθμοί προσφύγων από την ευρύτερη Μ. Ανατολή που άρχισαν να καταφθάνουν στην Ευρώπη το 2015 σίγουρα δεν συνάντησαν το καλωσόρισμα που θα περίμενε κάποιος να έχουν από κράτη που βρίσκονται στο κέντρο της ΦΔΤ. Πράγματι, υπήρξε τεράστια αντίσταση στο να δεχθούν αυτούς τους πρόσφυγες, ειδικά στην Α. Ευρώπη, αλλά επίσης και στη Γερμανία όπου η Καγκελάριος Μέρκελ έπαθε μεγάλη πολιτική ζημιά όταν αρχικά τους καλωσόρισε. Αυτό το πρόβλημα με τα ανοιχτά σύνορα και τους πρόσφυγες δεν έχει θέσει σε αμφισβήτηση μόνο τη δέσμευση της ΕΕ στις Φιλελεύθερες αξίες, αλλά επίσης δημιούργησε και τριβές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ – τριβές που ταρακούνησαν τα θεμέλια αυτού του σημαντικού θεσμού.

Το Μειονέκτημα της Υπερ-παγκοσμιοποίησης

Η απότομη αύξηση των οικονομικών συναλλαγών που επήλθε με τη δημιουργία της ΦΔΤ αποτέλεσε το αίτιο της δημιουργίας σημαντικών οικονομικών προβλημάτων εντός των Φιλελεύθερων κρατών του συστήματος. Με τη σειρά τους, αυτά τα προβλήματα δημιούργησαν σημαντική πολιτική αντίσταση στη ΦΔΤ. Όταν συμβαίνει αυτό σε μια δημοκρατία, οι πολίτες στρέφονται εναντίον των Φιλελεύθερων ελίτ και εκλέγουν ηγέτες οι οποίοι υποστηρίζουν πολιτικές αντίθετες προς τις Φιλελεύθερες αρχές.

Η σύγχρονη διεθνής οικονομία έχει ολοκληρωθεί [παγκοσμίως] σε μεγάλο βαθμό και έχει αξιοσημείωτο δυναμισμό. Οι αλλαγές επέρχονται με τεράστια ταχύτητα και οι μεγάλες εξελίξεις που συμβαίνουν σε μια χώρα αναμφίβολα έχουν σημαντική επίδραση στις άλλες. Το πλατιά ανοιχτό [οικονομικό] σύστημα είχε αξιοσημείωτα οφέλη. Οδήγησε σε εντυπωσιακή ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο, βοήθησε να βγουν από τη φτώχια εκατομμύρια ανθρώπων σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία και εξασφάλισε τεράστια οικονομικά οφέλη στους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Την ίδια στιγμή, προκάλεσε μεγάλα προβλήματα, τα οποία οι κυβερνήσεις δεν έχουν τα μέσα να αντιμετωπίσουν, τουλάχιστον τηρώντας τους κανόνες της ΦΔΤ. Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοηθεί αυτό το φαινόμενο είναι μέσω της σύγκρισης της σημερινής υπερ-παγκοσμιοποίησης με τη μετριοπαθή παγκοσμιοποίηση που εφαρμόστηκε με τη συμφωνία του Bretton Woods, από το 1945 μέχρι και το τέλος της 10-ετίας του 1980.

Η συμφωνία του Bretton Woods σχεδιάστηκε με στόχο τη διευκόλυνση μιας ανοιχτής διεθνούς οικονομίας, αλλά μόνο μέχρις ενός ορισμένου σημείου. Για παράδειγμα, υπήρχαν σημαντικά όρια στη ροή κεφαλαίων διά μέσου των συνόρων των κρατών. Και παρ’ όλο που η GATT σχεδιάστηκε για να επισπεύσει τις διαδικασίες του διεθνούς εμπορίου, οι κυβερνήσεις είχαν την ευχέρεια σημαντικών χειρισμών για να υιοθετήσουν πολιτικές προστατευτισμού, όταν θεωρούσαν ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον του κράτους. Στην πράξη, οι κυβερνήσεις μπορούσαν να επιδιώξουν να εφαρμόσουν πολιτικές που όχι μόνο θα προωθούσαν την ευημερία, αλλά και θα προστάτευαν και τους πολίτες τους από τα επικίνδυνα παιχνίδια των αγορών. Ο John Ruggie αναφέρει αυτή τη σχέση αγορών–κυβερνήσεων ως «ενσωματωμένο Φ» (embedded liberalism). Η συμφωνία του Bretton Woods λειτούργησε ικανοποιητικά για πάνω από 4 δεκαετίες, παρ’ όλο που οι μέρες της τέλειωσαν στα τέλη της 10-ετίας του 1980.

Η υπερ-παγκοσμιοποίηση, που άρχισε να κερδίζει έδαφος τη 10-ετία του 1980 και να επιταχύνεται μετά τον ΨΠ, ανέτρεψε πλήρως τη συμφωνία του Bretton Woods. Η νέα Τάξη, που δημιουργήθηκε βασικά από τους πολιτικούς της Δύσης, σχεδιάστηκε με τρόπο που να μειώσει τους κανόνες που ρύθμιζαν τη λειτουργία των παγκόσμιων αγορών, μέσω της κατάργησης ελέγχων που περιόριζαν τη ροή των κεφαλαίων διά μέσου των συνόρων και της αντικατάστασης της GATT με τον WTO (Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου). Αυτός ο νέος οργανισμός εμπορίου, ο οποίος άρχισε τη λειτουργία του το 1995, σκόπευε στο άνοιγμα των αγορών σε όλη την υφήλιο και κατέστησε εξαιρετικά δύσκολο στις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν πολιτικές προστατευτισμού. Όπως γράφει ο Dani Rodrik «Κάθε εμπόδιο στο ελεύθερο εμπόριο θεωρούνταν σαν κακό, το οποίο έπρεπε να παραμεριστεί. Οι καθυστερήσεις ήταν καταδικαστέες.» Στην ουσία, σχεδόν κάθε είδος κυβερνητικής εμπλοκής στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας θεωρούνταν επιβλαβής για τη ΦΔΤ. Και πάλι ο Rodrik αναφέρει, «Το κράτος, από υπηρέτης της οικονομικής ανάπτυξης έγινε το κύριο εμπόδιό της.»

Η Υπερ-παγκοσμιοποίηση και οι Δυσαρέσκειες που προκαλεί

Η υπερ-παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα αριθμό μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, τα οποία λειτούργησαν υπονομευτικά στη νομιμοποίηση της ΦΔΤ στα κράτη που συγκροτούν την καρδιά αυτού του συστήματος. Πρώτα απ’ όλα, πολλές θέσεις εργασίας, ειδικότερα στους τομείς της κρατικής οικονομίας, χάθηκαν γρήγορα σαν αποτέλεσμα της ανάθεσης αυτών των λειτουργιών σε τρίτους, με αποτέλεσμα τεράστιος αριθμός ανθρώπων να μείνουν χωρίς δουλειά. Σε ορισμένες περιπτώσεις ολόκληρες περιοχές είδαν τη βάση της παραδοσιακής τους οικονομίας να καταστρέφεται. Είναι συχνά δύσκολο για τους ανέργους, πολλοί από τους οποίους είναι ανειδίκευτοι εργάτες με μικρή κινητικότητα, να βρουν δουλειά με ικανοποιητικό μισθό, ή ακόμα, να βρουν οποιαδήποτε δουλειά. Ακόμα κι αν βρουν ικανοποιητική δουλειά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να τη χάσουν και πάλι, με δεδομένη τη «δημιουργική καταστροφή» που συνοδεύει την υπερ-παγκοσμιοποίηση. Ακόμα και όσοι δεν έχουν χάσει τη δουλειά τους ανησυχούν ότι κάποια μέρα μπορεί να τη χάσουν. Συνοπτικά, ο εγγενής δυναμισμός της παγκόσμιας οικονομίας όχι μόνο απειλεί τις θέσεις εργασίας, αλλά επιτείνει και ένα οξύ αίσθημα αβεβαιότητας για το μέλλον σε όλους τους πολίτες, παντού.

Επιπρόσθετα, η υπερ-παγκοσμιοποίηση έχει συνεισφέρει πολύ λίγο στην ανύψωση των πραγματικών εσόδων των κατώτερων και μεσαίων τάξεων στη Φιλελεύθερη Δύση. Την ίδια στιγμή, αύξησε πάρα πολύ τους μισθούς και τον πλούτο των ανώτερων τάξεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργηθεί μια ασταθής οικονομική ανισότητα σχεδόν παντού, η οποία δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης. Πράγματι, το πρόβλημα φαίνεται ότι μάλλον θα επιδεινωθεί. Με τη συμφωνία του Bretton Woods, οι κυβερνήσεις είχαν την ευχέρεια να αντιμετωπίσουν προβλήματα αυτού του τύπου μέσω της φορολογικής αναδιανεμητικής πολιτικής τους, των προγραμμάτων εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού και της παροχής γενναιόδωρων κοινωνικών παροχών. Όμως στη ΦΔΤ η επίλυση σχεδόν όλων των προβλημάτων επαφίεται στις αγορές, όχι στις κυβερνήσεις, οι οποίες [κυβερνήσεις] θεωρούνται περισσότερο σαν εμπόδιο παρά σαν εφόδιο για την ομαλή λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Στο βαθμό που απαιτούνται κανόνες για να διευκολύνουν την ομαλή λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, θεωρείται προτιμότερο τους κανόνες αυτούς να τους θέτουν οι διεθνείς θεσμοί παρά οι κυβερνήσεις.

Βεβαίως, οι αγορές δεν μπορούν να επιλύσουν αυτού του είδους τα προβλήματα. Στην ουσία αυτές τα δημιούργησαν και μάλλον θα τα επιδεινώσουν, λόγω της απουσίας πολιτικών που μπορούν να εκπονήσουν τα κράτη για να προστατεύσουν τους πολίτες τους. Όπως θα ανέμενε κάποιος, αυτά τα φλέγοντα προβλήματα οδήγησαν στην εξάπλωση της δυσαρέσκειας μέσα στη ΦΔΤ και σε αυξανόμενες πιέσεις προς τις κυβερνήσεις να πάρουν μέτρα οικονομικού προστατευτισμού, τα οποία θα υπονομεύσουν το υφιστάμενο σύστημα. Ο Τραμπ κεφαλαιοποίησε αυτή την εχθρότητα εναντίον της υφιστάμενης Τάξης κατά την προεκλογική του εκστρατεία του 2016, όχι μόνο με το να επικρίνει έντονα τους διεθνείς θεσμούς, αλλά επίσης και με το να προωθεί πολιτικές οικονομικού προστατευτισμού. Έδωσε έμφαση στη σημασία της προστασίας των Αμερικανών εργατών πάνω από όλα τα άλλα. Τόσο στις εσωκομματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων όσο και στις γενικές προεδρικές εκλογές, νίκησε τους αντιπάλους του οι οποίοι υπερασπίζονταν τη ΦΔΤ και επιχειρηματολογούσαν εναντίον του προστατευτισμού. Από τότε που έγινε πρόεδρος, ο Τραμπ προχώρησε στην εφαρμογή μιας αποφασιστικής πολιτικής προστατευτισμού. Τελικά, όταν οι αγορές συγκρούονται με βαθιά ριζωμένα συμφέροντα μεγάλου αριθμού πολιτών μιας χώρας, οι πολιτικές που εφαρμόζονται ακολουθούν δρόμους υπονομευτικούς της ΦΔΤ.

Υπάρχει ακόμα ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα που προκαλεί η υπερ-παγκοσμιοποίηση. Η ευκολία και η ταχύτητα με την οποία τα κεφάλαια ρέουν διά μέσου των συνόρων των κρατών, σε συνδυασμό με τη σημασία που δίνει η ΦΔΤ στη αποχή των κυβερνήσεων από την εκπόνηση σχετικών οικονομικών κανόνων, καθιστούν τη ΦΔΤ επιρρεπή σε μεγάλης κλίμακας οικονομικές κρίσεις σε συγκεκριμένες χώρες και περιοχές ή ακόμα και παγκόσμιες. Η Carmen Reinhart και ο Kenneth Rogoff αναφέρουν ότι «Περίοδοι με μεγάλη διεθνή διακίνηση κεφαλαίων έχουν επανειλημμένα δημιουργήσει διεθνείς τραπεζικές κρίσεις.» Πράγματι, υπήρξαν πολλές οικονομικές κρίσεις από τότε που άρχισε η υπερ-παγκοσμιοποίηση στο τέλος της 10-ετίας του 1980. Αυτή με τις πιο μεγάλες συνέπειες ήταν η οικονομική κρίση της Ασίας του 1997-98, η οποία παρ’ ολίγον να εξαπλωθεί σ’ όλο τον κόσμο, καθώς και η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08, η οποία ήταν η πιο δριμεία οικονομική  κατάρρευση από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης της 10-ετίας του 1930, και η οποία συνεισέφερε τα μέγιστα στην απονομιμοποίηση της ΦΔΤ στη Δύση. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη διακρατική διακίνηση των κεφαλαίων, είναι αναμενόμενο να υπάρξουν και άλλες κρίσεις αυτού του τύπου, οι οποίες θα αποδυναμώσουν κι άλλο την υφιστάμενη Τάξη και ίσως προκαλέσουν την κατάρρευση της.

Θα πρέπει να πούμε και λίγα λόγια σχετικά με το ευρώ, που αποτελεί στοιχείο κλειδί της ΦΔΤ, αν και ανήκει σ’ έναν αυστηρά Ευρωπαϊκό θεσμό. Όταν δημιουργήθηκε το ευρώ το 1999, το εγχείρημα αυτό αντιπροσώπευε ένα γιγαντιαίο βήμα προς την προώθηση της νομισματικής ενοποίησης των κρατών μελών της ΕΕ, παρ’ όλο που δεν υπήρχε ούτε οικονομική ούτε πολιτική ενοποίηση για να το στηρίξουν. Οι επικριτές του ευρώ, εκείνη την εποχή, προέβλεπαν ότι χωρίς την οικονομική και πολιτική ενοποίηση, το ευρώ θα βρισκόταν τελικά αντιμέτωπο με σημαντικά προβλήματα. Πολλοί υποστηριχτές του, αναγνώριζαν το πρόβλημα, αλλά θεωρούσαν ότι η νομισματική ενοποίηση τελικά θα οδηγούσε στην ενοποίηση και των τριών τομέων (νομισματικού, οικονομικού, πολιτικού), εκμηδενίζοντάς το. Αυτό όμως δεν συνέβη και το ευρώ αντιμετώπισε την πρώτη του μεγάλη κρίση το 2009, η οποία έφερε μαζί της όχι μόνο οικονομικά προβλήματα αλλά και πολιτικά. Η εν λόγω κρίση και οι προσπάθειες επίλυσής της έφεραν στην επιφάνεια στην Ευρώπη ισχυρά εθνικιστικά συναισθήματα.

Η ΕΕ είχε μεγάλες δυσκολίες να αντιμετωπίσει τη κρίση της ευρωζώνης, αλλά τα προβλήματα τελικά επιλύθηκαν με τεράστια πακέτα διάσωσης (εξωτερική αγορά χρεών – bailout) από θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η κυβέρνηση των ΗΠΑ [ΔΝΤ], αν και όχι πριν συντελεστεί σημαντική πολιτική φθορά της ΕΕ. Εν τούτοις, πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ΕΕ δεν έκανε κανένα σημαντικό βήμα προς την οικονομική και πολιτική της ενοποίηση, πράγμα που σημαίνει ότι το πρόβλημα επιλύθηκε προσωρινά και επομένως αναμένεται να επέλθουν περισσότερες κρίσεις στο μέλλον, οι οποίες θα υπονομεύσουν περαιτέρω όχι μόνο την ΕΕ αλλά και γενικότερα τη ΦΔΤ.

Η Άνοδος της Κίνας

Υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα που συνδέεται με την υπερ-παγκοσμιοποίηση, το οποίο δεν έχει σχέση με την αυξανόμενη πολιτική αντίθεση προς την ΦΔΤ στις Φιλελεύθερες χώρες, αλλά σχετίζεται άμεσα και σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό με την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Μέχρι να έλθει στην εξουσία ο Τραμπ το 2017, οι Δυτικές ελίτ, προσηλωμένες στη μετα-ΨΠ πολιτική της συνεργασίας (με την) και όχι της ανάσχεσης της Κίνας, ήταν βαθιά δεσμευμένες στο να ενσωματώσουν την Κίνα στην παγκόσμια οικονομία και σε όλους τους βασικούς οικονομικούς της θεσμούς. Θεωρούσαν ότι μια συνεχώς ευημερούσα και πλούσια Κίνα, τελικά θα μετατρεπόταν σε Φιλελεύθερη δημοκρατία και αξιόπιστο μέλος της ΦΔΤ.

Εν τούτοις, αυτό που δεν αντιλήφθηκαν οι αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής, ήταν ότι βοηθώντας την Κίνα να επιταχύνει την ανάπτυξή της, στην πράξη βοηθούσαν την υπονόμευση της ΦΔΤ, γιατί η Κίνα αναπτύχθηκε γρήγορα σε οικονομική δύναμη με σημαντικές στρατιωτικές ικανότητες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι βοήθησαν την Κίνα να γίνει Μεγάλη Δύναμη, με αποτέλεσμα την υπονόμευση της μονοπολικότητας, η οποία είναι ουσιώδης για τη διατήρηση της ΦΔΤ. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε με την αναβίωση της Ρωσίας, η οποία είναι και πάλι μια Μεγάλη Δύναμη, αν και μάλλον κάπως αδύναμη. Με την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή της Ρωσίας, το διεθνές σύστημα έγινε πολυπολικό, πράγμα που σήμανε το τέλος της ΦΔΤ. Ακόμα χειρότερα, ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία έγιναν Φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Ακόμα κι αν η Κίνα και η Ρωσία δεν είχαν γίνει Μεγάλες Δυνάμεις και ο κόσμος παρέμενε μονοπολικός, η ΦΔΤ και πάλι θα κατέρρεε σήμερα λόγω των εγγενών της προβλημάτων. Η εκλογή του Τραμπ, ο οποίος κατά την προεκλογική του εκστρατεία, με οξύ τρόπο και συχνά, επέκρινε όλα τα βασικά στοιχεία που συνιστούν τη μετα-ΨΠ Τάξη, αποτελεί απόδειξη των προβλημάτων στα οποία βρισκόταν η ΦΔΤ από το 2016. Έτσι, ακόμα κι αν το διεθνές σύστημα παρέμενε μονοπολικό, η ΦΔΤ θα εξελισσόταν υπό τον Τραμπ σε μια Αγνωστικιστική Τάξη, καθώς οι Ρεαλιστικές Τάξεις δεν έχουν θέση σε έναν μονοπολικό κόσμο. Σίγουρα δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Τραμπ έχει δεσμευθεί για να αναζωογονήσει την υφιστάμενη Φιλελεύθερη Τάξη. Αντιθέτως, φαίνεται αποφασισμένος να την καταστρέψει. Με ή χωρίς την Κίνα, η ΦΔΤ ήταν προορισμένη να αποτύχει, γιατί περιλάμβανε από τη γέννησή της στους κόλπους της ένα θανατηφόρο σφάλμα.

Σύνοψη                

Οι διάφορες διαδικασίες [αίτια] που προαναφέρθηκαν έχουν όλα παίξει σημαντικό ρόλο στην ανατροπή της ΦΔΤ. Αν και η κάθε μια έχει τη δική της λογική, συχνά λειτουργούν με συνέργεια. Για παράδειγμα, οι αρνητικές επιπτώσεις της υπερ-παγκοσμιοποίησης στις κατώτερες και μεσαίες τάξεις συνδυάστηκαν με τις εθνικιστικές μνησικακίες που δημιούργησε η μετανάστευση και το συναίσθημα της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας και πυροδότησαν ένα ισχυρό κύμα λαϊκισμού που εκδηλώθηκε εναντίον των αρχών και των πρακτικών της ΦΔΤ. Πράγματι, ο θυμός αυτός συχνά έχει κατευθυνθεί εναντίον των Φιλελεύθερων ελίτ, οι οποίες έχουν ωφεληθεί από τη ΦΔΤ και οι οποίες την υπερασπίζονται με πάθος. Βεβαίως, αυτή η μνησικακία είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Προκάλεσε βαθιά πολιτική διαίρεση στις ΗΠΑ και σε άλλες Δυτικές δημοκρατίες, οδήγησε στο Brexit, βοήθησε στην εκλογή του Τραμπ και πυροδότησε την υποστήριξη προς του εθνικιστές ηγέτες σ’ όλο τον κόσμο.

Προς τα Πού Βαδίζουμε ;

Κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει ότι ναι μεν η ΦΔΤ βρίσκεται στο στάδιο της τελικής της παρακμής, αλλά να ισχυριστεί ότι μπορεί να αντικατασταθεί από μια πιο πραγματιστική εκδοχή της. Μια εκδοχή που θα αποφεύγει τις υπερβολές της μετα-ΨΠ Τάξης. Μια τέτοια πιο μετριοπαθής Φιλελεύθερη Τάξη θα επιδιώκει μια πιο λεπτή και λιγότερο επιθετική προσέγγιση στη διάδοση της Φιλελεύθερης δημοκρατίας, θα επιδιώκει να χαλιναγωγήσει την υπερ-παγκοσμιοποίηση και να θέσει σημαντικά όρια στη δύναμη των διεθνών θεσμών. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, η νέα Τάξη θα είναι κάτι σαν τη Δυτική Τάξη κατά τη διάρκεια του ΨΠ, αν και θα είναι παγκόσμια και Φιλελεύθερη και όχι Οριοθετημένη και Ρεαλιστική.

Εν τούτοις, μια τέτοια λύση δεν είναι εφικτή γιατί η εποχή της μονοπολικότητας έχει τελειώσει, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να διατηρηθεί οποιουδήποτε είδους ΦΔΤ στο προβλεπτό μέλλον. Επιπλέον, ο Τραμπ δεν έχει σκοπό να επιδιώξει να πετύχει μια ελαφριά ΦΔΤ (Liberal-lite, όπως Coca Cola-Lite), και χωρίς τη δική του υποστήριξη δεν υπάρχει καν μια τέτοια επιλογή. Αλλά ακόμα και αν ο Τραμπ δεν αποτελούσε εμπόδιο και το Φιλελεύθερο σύστημα παρέμενε μονοπολικό, οι ΗΠΑ θα αποτύγχαναν αν χαμήλωναν τους στόχους τους και προσπαθούσαν να χτίσουν μια λιγότερο φιλόδοξη Τάξη. Πράγματι, αντί αυτής θα κατέληγαν να χτίσουν μια Αγνωστικιστική Διεθνή Τάξη.

Είναι αδύνατο να χτιστεί μια ΦΔΤ που να έχει νόημα, με μετριοπαθείς ή παθητικές πολιτικές. Ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί τεράστια διαχείριση των κοινωνιών σε πάρα πολλά μέρη. Για να έχει οποιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας (εγώ νομίζω πως δεν έχει ούτε μία), ο Φιλελεύθερος μοναδικός πόλος και οι σύμμαχοί του θα πρέπει με επιθετικό τρόπο και ακούραστα να επιδιώξουν να εφαρμόσουν παγκόσμιες πολιτικές πολύ φιλόδοξες, όπως ακριβώς έκαναν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μετά τον ΨΠ. Εν τούτοις, αυτή η προσέγγιση σήμερα είναι ανέφικτη λόγω των προηγούμενων αποτυχιών. Συνεπώς, οι Φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά να κάνουν μικρά βήματα εδώ κι εκεί για να ξαναφτιάξουν τον κόσμο κατ’ εικόνα τους, ενώ θα υιοθετήσουν έναντι των περισσοτέρων άλλων κρατών το δόγμα «ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν.» Αυτή η ταπεινή προσέγγιση θα δημιουργήσει πρακτικά μια Αγνωστικιστική Τάξη. Όμως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, γιατί το σύστημα είναι ήδη πολυπολικό και οι πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο παίζοντας το ρόλο τους. Έτσι, το ερώτημα κλειδί είναι: Ποιου είδους Ρεαλιστικές Τάξεις θα επικρατήσουν μέσα στο νέο πολυπολικό κόσμο;

Οι Νέες Ρεαλιστικές Τάξεις

Είναι πιθανόν να δημιουργηθούν τρεις διαφορετικές Ρεαλιστικές Τάξεις στο προβλεπτό μέλλον: μια Αραιή Διεθνής Τάξη και δύο Πυκνές Οριοθετημένες Τάξεις – η μια με ηγέτιδα την Κίνα και η άλλη τις ΗΠΑ. Σκοπό της Αραιής Διεθνούς Τάξης θα είναι κυρίως ο έλεγχος των εξοπλισμών μέσα από τις σχετικές συμφωνίες και η αποτελεσματική λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι επίσης πιθανόν να δώσει μεγαλύτερη προσοχή από ότι στο παρελθόν σε προβλήματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Στην ουσία, οι θεσμοί που θα συγκροτούν τη Διεθνή Τάξη θα επικεντρωθούν στη διευκόλυνση της διακρατικής συνεργασίας. Αντιθέτως, οι δύο Οριοθετημένες Τάξεις θα έχουν ως κύριο σκοπό το μεταξύ τους ανταγωνισμό σε θέματα ασφάλειας, αν και αυτό θα απαιτεί την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της κάθε Τάξης. Θα υπάρχει σημαντικός οικονομικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των δύο Τάξεων που θα πρέπει με κάποιο τρόπο να διαχειρίζεται [από την κάθε Τάξη] και αυτός είναι ο λόγος που θα είναι Πυκνές Τάξεις.

Δύο παράγοντες κλειδιά αυτού του νέου πολυπολικού κόσμου θα διαμορφώσουν της αναδυόμενες Τάξεις. Πρώτο, θεωρώντας ότι η Κίνα συνεχίζει την εκπληκτική της άνοδο, θα εμπλακεί σε έναν οξύ ανταγωνισμό ασφάλειας με τις ΗΠΑ, γεγονός το οποίο θα είναι το κεντρικό στοιχείο της διεθνούς πολιτικής κατά τη διάρκεια του 21ουαι. Αυτός ο ανταγωνισμός θα οδηγήσει στη δημιουργία Οριοθετημένων Τάξεων που θα κυριαρχούνται από την Κίνα και τις ΗΠΑ. Οι στρατιωτικές συμμαχίες θα αποτελούν κεντρικά εξαρτήματα αυτών των δύο Τάξεων, οι οποίες μόλις άρχισαν να μορφοποιούνται και θα μοιάζουν με τις κυριαρχούμενες από τη ΣΕ και τις ΗΠΑ Τάξεις του ΨΠ.

Εν τούτοις, το Πεκίνο και η Γουάσινγκτον μερικές φορές θα έχουν λόγους να συνεργαστούν επί εξειδικευμένων στρατιωτικών θεμάτων, εγχείρημα που θα εμπίπτει στο σκοπό της Διεθνούς Τάξης, όπως γινόταν και κατά τον ΨΠ. Και πάλι, το κεντρικό ζήτημα θα είναι κυρίως οι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών και σ’ αυτό θα εμπλέκονται τόσο η Ρωσία όσο και Κίνα και οι ΗΠΑ. Οι υφιστάμενες συνθήκες που αφορούν την απαγόρευση της διάδοσης των όπλων μάλλον θα παραμείνουν σε ισχύ, γιατί και οι τρεις αυτές Μεγάλες Δυνάμεις συνεχίζουν να θέλουν τον περιορισμό της διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Όμως, το Πεκίνο, η Μόσχα και η Γουάσινγκτον θα πρέπει να διαπραγματευτούν νέες συμφωνίες που να περιορίζουν το δικό τους οπλοστάσιο, όπως έκαναν οι υπερ-Δυνάμεις κατά τον ΨΠ. Παρ’ όλα αυτά η κυριαρχούμενη από τις ΗΠΑ Οριοθετημένη Τάξη και αυτή που θα κυριαρχείται από την Κίνα θα είναι γενικά υπεύθυνες να αντιμετωπίσουν κεντρικά θέματα ασφαλείας.

Σε στρατιωτικά θέματα, οι τρεις αναδυόμενες Τάξεις που θα χτιστούν γύρω από τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας θα είναι πολύ παρόμοιες με τις τρεις Τάξεις του ΨΠ, με την Κίνα στη θέση της ΣΕ.

Εν τούτοις, η ίδια αντιστοιχία δεν υπάρχει στον οικονομικό τομέα. Τότε, υπήρχε πολύ μικρή συνεργασία μεταξύ των υπερδυνάμεων ή των αντίστοιχων Τάξεων κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του ΨΠ. Έτσι, η τότε Διεθνής Τάξη δεν ενδιαφερόταν να βρει αποδοτικούς τρόπους διευκόλυνσης των οικονομικών σχέσεων των δύο πλευρών. Κατά το πλείστον οι οικονομικές σχέσεις περιορίζονταν μέσα στην Οριοθετημένη Τάξη της καθεμιάς, και εκεί μέσα ο κύριος σκοπός ήταν να επιδιωχθούν πολιτικές που θα εξασφάλιζαν πλεονέκτημα έναντι της αντίπαλης Τάξης. Επειδή η οικονομική ισχύς αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος, ο ανταγωνισμός σε θέματα ασφάλειας διεξαγόταν τόσο στον οικονομικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα.

Οικονομική Συνεργασία και Ανταγωνισμός

Οι συνθήκες στο οικονομικό μέτωπο σήμερα είναι πολύ διαφορετικές απ’ ότι ήταν κατά τον ΨΠ, γεγονός που μας οδηγεί στο δεύτερο σημαντικό παράγοντα της νέας πολυπολικότητας που θα διαμορφώσει τις αναδυόμενες Τάξεις. Υπάρχει ένας τεράστιος όγκος οικονομικών σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας και μεταξύ της Κίνας και των συμμάχων των ΗΠΑ στην Α. Ασία. Επίσης, η Κίνα και οι ΗΠΑ εμπορεύονται και επενδύουν σε όλο τον κόσμο. Ο ανταγωνισμός ασφαλείας μεταξύ των δύο Οριοθετημένων Τάξεων δεν είναι πιθανόν να μειώσει σημαντικά αυτές τις οικονομικές ροές. Τα κέρδη από τη συνέχιση του [διεθνούς] εμπορίου είναι τεράστια. Ακόμα κι αν οι ΗΠΑ προσπαθήσουν να μειώσουν το εμπόριο με την Κίνα, το Πεκίνο μπορεί το αναπληρώσει αυξάνοντας το εμπόριο με άλλους συνεργάτες του, όπως η Ευρώπη. Με άλλα λόγια το μέλλον πολύ πιθανόν να προσομοιάζει με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη πριν τον Ι ΠΠ, όπου υπήρχε ένα οξύς ανταγωνισμός ασφαλείας μεταξύ της Τριπλής Συμμαχίας (Αυστρο-Ουγγαρίας, Γερμανίας και Ιταλίας) και της Τριπλής Αντάτ (Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας), όπου παρ’ όλα αυτά υπήρχε και ένας τεράστιος όγκος οικονομικών συναλλαγών μεταξύ και των έξη αυτών χωρών και γενικότερα σε όλη την Ευρώπη.

Επειδή η παγκόσμια οικονομία θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αλληλεξαρτώμενη, η αναδυόμενη Διεθνής Τάξη θα παίξει ζωτικό ρόλο στη διαχείριση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών σε όλη την υφήλιο. Αν και η Κίνα έχει ένα βαθιά εδραιωμένο ενδιαφέρον για να βοηθήσει την Τάξη στη διευκόλυνση της οικονομικής συνεργασίας, θα χρησιμοποιήσει την ανερχόμενη ισχύ της για να αναδιαμορφώσει τη νέα Διεθνή Τάξη προς το συμφέρον της. Θα προσπαθήσει να ξαναγράψει τους κανόνες των οικονομικών θεσμών της υφιστάμενης Τάξης ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή και θα δημιουργήσει νέους θεσμούς που θα αντανακλούν την ανερχόμενη δύναμή της. Ένα διακεκριμένο παράδειγμα αυτής της τελευταίας προσέγγισης είναι η δημιουργία από το Πεκίνο της Asian Infrastructure Investment Bank το 2015, την οποία μερικοί παρατηρητές βλέπουν σαν δυνητικό ανταγωνιστή του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Βεβαίως, αυτή η κατάσταση διαφέρει θεμελιωδώς από τη συμπεριφορά της ΣΕ κατά τον ΨΠ.

Κι αυτό δεν είναι το τέλος του οικονομικού αφηγήματος, καθώς σίγουρα θα υπάρξει ένας έντονος οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο Οριοθετημένων Τάξεων, που θα γίνεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της συνεχιζόμενης οικονομικής συνεργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτός ο ανταγωνισμός θα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ανησυχίες που αφορούν θέματα ασφάλειας. Εξάλλου, η οικονομία είναι η βάση της στρατιωτικής ισχύος, που σημαίνει ότι η Κίνα έχει ένα ισχυρό στρατηγικό κίνητρο για να αποκτήσει κυρίαρχη οικονομία στον κόσμο, που είναι ο αντικειμενικός της σκοπός. Το σλόγκαν «Κατασκευασμένο στην Κίνα 2025» για παράδειγμα, είναι το σχέδιο του Πεκίνου για να επικρατήσει στις παγκόσμιες αγορές με μια γκάμα προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Η στρατηγική της Κίνας είναι να παραχωρεί μεγάλες επιχορηγήσεις σε κρατικές επιχειρήσεις και να συμπληρώνει τις έρευνές τους με τεχνολογία κλεμμένη από τις ΗΠΑ και από άλλες εταιρείες της Δύσης. Η Κίνα επίσης χρησιμοποιεί την αυξανόμενη οικονομική της ισχύ για να εξαναγκάσει τους γείτονές της στην Α. Ασία να εγκαταλείψουν τις ΗΠΑ και να έλθουν με το μέρος της.

Βεβαίως, οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν λαμβάνοντας μέτρα εναντίον της Κίνας, όχι μόνο σε θέματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, αλλά και γιατί η επιχειρηματική κοινωνία των ΗΠΑ δεν θέλει να ηττηθεί από την Κίνα. Οι αυστηρές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της Κίνας αποτελούν μόνο την αρχή αυτού που φαίνεται πως θα είναι ένας μακροχρόνιος οξύς ανταγωνισμός μεταξύ των δύο Τάξεων που θα ηγεμονεύονται από τις ΗΠΑ και την Κίνα αντίστοιχα. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ σίγουρα θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τη μεταφορά στην Κίνα τεχνολογιών διπλής χρήσης – εξελιγμένων πολιτικών τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για στρατιωτικούς σκοπούς. Επίσης θα προσπαθήσουν διαχειριστούν το εμπόριο και τις επενδύσεις τους με την Κίνα, καθώς επίσης και με τους δικούς τους συμμάχους, με τρόπο που να μη διαβρώνεται η θέση τους στην ισορροπία δυνάμεων και με την ελπίδα να βελτιωθεί.

Οι δύο Οριοθετημένες Τάξεις, που άρχισαν να διαμορφώνονται, θα περιλαμβάνουν θεσμούς που θα σκοπεύουν στην προώθηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των μελών τους, ενώ θα επιδιώκουν να αποκτήσουν οικονομικά πλεονεκτήματα επί της αντίπαλης Τάξης. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Ομπάμα σχεδίασε ρητά τον Trans-Pacific Partnership για αυτό το σκοπό, παρ’ όλο που ο Τραμπ αποσύρθηκε από αυτόν όταν έγινε πρόεδρος. Το φιλόδοξο σχέδιο της Κίνας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», που ξεκίνησε το 2013, σχεδιάστηκε όχι μόνο για να βοηθήσει την Κίνα να υποστηρίξει την εκπληκτική της οικονομική ανάπτυξη, αλλά επίσης και για να προβάλει σε όλο τον κόσμο τη στρατιωτική και πολιτική της ισχύ. Και ακριβώς επειδή οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην Asian Infrastructure Development Bank, αυτός ο σημαντικός οικονομικός θεσμός μάλλον θα αποτελέσει κεντρικό στοιχείο της Οριοθετημένης Τάξης που θα κυριαρχείται από την Κίνα.

Με λίγα λόγια, ο ανταγωνισμός μεταξύ των Οριοθετημένων Τάξεων της Κίνας και των ΗΠΑ θα περιλαμβάνει ισχυρούς οικονομικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς, όπως ήταν η περίπτωση με τις Οριοθετημένες Τάξεις της ΣΕ και των ΗΠΑ κατά τον ΨΠ. Η μεγάλη διαφορά αυτή τη φορά θα είναι ότι η Διεθνής Τάξη θα ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τη διαχείριση θεμάτων οικονομικής συνεργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που δεν ίσχυε κατά τον ΨΠ.

Η Ρωσία και η Ευρώπη

Τι γίνεται με τη Ρωσία; Είναι σίγουρα μια Μεγάλη Δύναμη και γι’ αυτό νέος κόσμος που αναδύεται θα είναι πολυπολικός και όχι διπολικός. Όμως, θα είναι κατά πολύ η πιο αδύναμη από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις στο προβλεπτό μέλλον, εκτός κι αν οι οικονομίες των ΗΠΑ ή της Κίνας αντιμετωπίσουν μεγάλα μακροχρόνια προβλήματα. Το κρίσιμο ερώτημα αναφορικά με τη Ρωσία είναι το εξής: Ποια πλευρά θα υποστηρίξει, αν υποστηρίξει, στον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας; Αν και τώρα η Ρωσία είναι ευθυγραμμισμένη με την Κίνα, είναι πολύ πιθανό να αλλάξει με τον καιρό στρατόπεδο και να συμμαχήσει με τις ΗΠΑ, απλά και μόνο γιατί μια όλο και πιο ισχυρή Κίνα αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο για τη Ρωσία, έχοντα υπόψη και τη γεωγραφική τους γειτονία. Εάν η Μόσχα και η Γουάσινγκτον συσφίξουν τις σχέσεις τους λόγω του αμοιβαίου φόβου που νιώθουν για την Κίνα, η Ρωσία θα ενταχθεί με χαλαρό τρόπο στην Οριοθετημένη Τ που θα κυριαρχείται από τις ΗΠΑ. Αν η Μόσχα συνεχίσει να έχει φιλικές σχέσεις με το Πεκίνο γιατί θα φοβάται τις ΗΠΑ περισσότερο από την Κίνα, η Ρωσία θα ενταχθεί με χαλαρό τρόπο στην Οριοθετημένη Τάξη που θα κυριαρχείται από την Κίνα. Είναι πιθανόν όμως η Ρωσία να προσπαθήσει να μην ευθυγραμμιστεί με καμμιά από τις δυο πλευρές και να παραμείνει στο περιθώριο και των δύο.

Τέλος, τι θα γίνει με την Ευρώπη; Οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης, ειδικά οι πιο ισχυρές, πιθανόν να ενταχθούν στη Οριοθετημένη Τάξη των ΗΠΑ, αν και δεν αναμένεται να παίξουν σοβαρό στρατιωτικό ρόλο στην ανάσχεση της Κίνας. Δεν έχουν την ικανότητα να προβάλουν σημαντική στρατιωτική δύναμη στην Α. Ασία και δεν έχουν λόγο να την αποκτήσουν, γιατί η Κίνα δεν απειλεί απ’ ευθείας την Ευρώπη και γιατί είναι πιο λογικό για την Ευρώπη να περάσει το βάρος αυτό στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους στην Ασία. Εν τούτοις, οι Αμερικανοί πολιτικοί επιθυμούν να έχουν τους Ευρωπαίους μέσα στη δική τους Οριοθετημένη Τάξη, για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους. Ειδικότερα, οι ΗΠΑ, δεν θέλουν οι Ευρωπαίοι να πωλούν προϊόντα διπλής τεχνολογίας στην Κίνα και θα θέλουν τη βοήθειά τους στην άσκηση οικονομικών πιέσεων στο Πεκίνο. Σε αντάλλαγμα, οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν στην Ευρώπη, διατηρώντας ζωντανό το ΝΑΤΟ και συνεχίζοντας να αποτελούν παράγοντα ειρήνης στην περιοχή. Με δεδομένο ότι γενικά κάθε Ευρωπαίος ηγέτης θα ήθελε να το δει αυτό να συμβαίνει, η απειλή της αποχώρησης [από την Ευρώπη] δίνει στις ΗΠΑ ένα σημαντικό όπλο για να κάνουν τους Ευρωπαίους να συνεργαστούν μαζί τους στον οικονομικό τομέα εναντίον της Κίνας.

Συμπέρασμα            

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχτισαν μια τρομερή Τάξη κατά τη διάρκεια του ΨΠ, η οποία όμως δεν ήταν ούτε Διεθνής ούτε Φιλελεύθερη. Ήταν μια Οριοθετημένη Τάξη της οποίας κύριος σκοπός ήταν να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό ασφαλείας με μια αντίπαλη Οριοθετημένη Τάξη που κυριαρχούνταν από τη ΣΕ. Και οι δύο Οριοθετημένες Τάξεις ήταν Ρεαλιστικές στην καρδιά τους, όχι Φιλελεύθερες ούτε κομμουνιστικές. Η επικράτηση του μονοπολισμού μετά τον ΨΠ επέτρεψε στη θριαμβεύσασα Δύση – με οδηγό τις ΗΠΑ – να αρχίσει να χτίζει μια αληθινά ΦΔΤ. Η ελπίδα ήταν ότι η ΦΔΤ θα επενεργούσε με τρόπο τέτοιο που θα έφερνε την ειρήνη και την ευημερία στον κόσμο.

Κατά τη διάρκεια της 10-ετίας του 1990 και τα πρώτα χρόνια του νέου αι., φάνηκε ότι η ΦΔΤ θα λειτουργούσε όπως την είχαν σχεδιάσει και θα είχε μακροημέρευε. Οι υποστηριχτές και οι αρχιτέκτονές της μπορούσαν να επιδείξουν πολλές επιτυχίες της, αν και αναγνώριζαν και κάποιες αποτυχίες της. Όμως, με αρχή το 2005 περίπου, η ΦΔΤ άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, τα οποία πολλαπλασιάστηκαν με τα χρόνια, σε σημείο που άρχισε να καταρρέει. Το αποτέλεσμα αυτό θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί, καθώς η ΦΔΤ έφερε εντός της τους σπόρους της δικής της καταστροφής και έτσι ήταν καταδικασμένη να αποτύχει, μάλλον γρηγορότερα παρά αργότερα.

Η προσπάθεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να δημιουργήσουν μια ΦΔΤ αντιμετώπισε τρία κύρια προβλήματα. Πρώτο, απαιτούσε όπως τα Φιλελεύθερα κράτη του συστήματος, ιδίως οι ΗΠΑ, να επιδιώξουν μια πολύ ρεβιζιονιστική και εξαιρετικά φιλόδοξη πολιτική αλλαγής καθεστώτων σε άλλα κράτη, η οποία ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα αποτύχει σε μια εποχή στην οποία ο εθνικισμός με την έμφαση που δίνει στην εθνική κυριαρχία και την αυτοδιάθεση, παραμένει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη. Η πολιτική αυτή εμποδίστηκε επίσης από την πολιτική που αφορά την ισορροπία δυνάμεων τόσο σε περιφερειακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δεύτερο, η ΦΔΤ με το να πιέζει για να πετύχει την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων από τη μια χώρα στην άλλη και επίσης για να πετύχει την εξουσιοδότηση διεθνών θεσμών να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις [αντί να τις παίρνουν οι κυβερνήσεις], προκάλεσε σημαντικά προβλήματα μέσα στα ίδια τα Φιλελεύθερα κράτη. Τα αποτελέσματα αυτής της τάσης συγκρούονται συχνά με τις πεποιθήσεις των λαών περί εθνικής ταυτότητας και εθνικής κυριαρχίας, οι οποίες έχουν τεράστια σημασία για τους περισσότερους πολίτες των σύγχρονων εθνικών κρατών.

Τρίτο, παρ’ όλο που μερικοί άνθρωποι και κράτη ωφελήθηκαν από την υπερ-παγκοσμιοποίηση, αυτή τελικά προκάλεσε μεγάλα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα μέσα στις ίδιες τις Φιλελεύθερες δημοκρατίες, τα οποία σταδιακά οδήγησαν στη σοβαρή διάβρωση της υποστήριξης προς τη ΦΔΤ. Την ίδια στιγμή, ο οικονομικός δυναμισμός που συνοδεύει την υπερ-παγκοσμιοποίηση, βοήθησε την Κίνα να αναδειχθεί γρήγορα σε Μεγάλη Δύναμη την ίδια περίοδο που και η Ρωσία αποκαταστάθηκε σαν Μεγάλη Δύναμη. Αυτή η αλλαγή στο παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος έβαλε τέλος στη μονοπολικότητα, η οποία ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για τη ΦΔΤ.

Στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μια Ρεαλιστική Διεθνής Τάξη η οποία θα έχει σκοπό τη διαχείριση της παγκόσμιας οικονομίας και την προώθηση και τη διατήρηση των συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών. Το κύριο αντικείμενο αυτής της Τάξης θα είναι η διευκόλυνση της διακρατικής συνεργασίας. Επιπρόσθετα, είναι πιθανόν να δημιουργηθούν δύο Οριοθετημένες Τάξεις, η μία από τις οποίες θα κυριαρχείται από την Κίνα και η δεύτερη από τις ΗΠΑ, οι οποίες θα είναι επιφορτισμένες να διεξάγουν τον ανταγωνισμό σε θέματα ασφαλείας, ο οποίος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εγερθεί μεταξύ της Κίνας και των συμμάχων της από τη μια πλευρά και των ΗΠΑ και των δικών τους συμμάχων από την άλλη. Αυτός ο ανταγωνισμός θα έχει τόσο την οικονομική όσο και τη στρατιωτική του πτυχή.

Πώς θα πρέπει να ενεργήσουν οι ΗΠΑ καθώς αφήνουν πίσω τους τη ΦΔΤ, για την οποία εργάστηκαν με τόση επιμονή να χτίσουν; Πρώτο, θα πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να συνεχίσουν τις προσπάθειες να διαδώσουν αναγκαστικά τη δημοκρατία σε άλλα κράτη της υφηλίου, μέσω της αλλαγής των καθεστώτων τους. Επειδή οι ΗΠΑ θα υποχρεωθούν να εμπλακούν σε ένα ανταγωνισμό ισορροπίας δυνάμεων με την Κίνα και τη Ρωσία, η ικανότητά τους να εμπλακούν σε μια προσπάθεια κοινωνικής διαμόρφωσης άλλων κρατών θα είναι εξαιρετικά μειωμένη. Παρ’ όλα αυτά, ο πειρασμός να ξαναχτίσουν τον κόσμο πάντα θα υπάρχει γιατί οι ΗΠΑ πιστεύουν με τόσο πάθος στις αξίες της Φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όμως, πρέπει να αντισταθούν σ’ αυτό τον πειρασμό, γιατί το να ξεκινήσουν μια Φιλελεύθερη σταυροφορία είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα.

Δεύτερο, οι ΗΠΑ θα πρέπει να προσπαθήσουν να μεγιστοποιήσουν την επιρροή τους στους οικονομικούς θεσμούς που θα συγκροτήσουν την αναδυόμενη Παγκόσμια Τάξη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό προκειμένου να μπορέσουν να εξασφαλίσουν και να διατηρήσουν την καλύτερη δυνατή θέση μέσα στο αναδυόμενο παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος. Εξάλλου, η οικονομική ισχύς είναι η βάση της στρατιωτικής ισχύος. Είναι πολύ σημαντικό η Γουάσινγκτον να μην επιτρέψει στην Κίνα να κυριαρχήσει σ’ αυτούς τους θεσμούς και να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να αυξήσει την ισχύ της εις βάρος των ΗΠΑ.

Τρίτο, οι ΗΠΑ πρέπει να εξασφαλίσουν τη δημιουργία μιας ισχυρής Οριοθετημένης Τάξης η οποία θα ανασχέσει/περιορίσει την άνοδο της Κίνας. Αυτό το έργο απαιτεί τη δημιουργία οικονομικών θεσμών όπως η Trans-Pacific Partnership, καθώς και μιας στρατιωτικής συμμαχία στην Ασία, που θα έχει παρόμοιο ρόλο με αυτόν του ΝΑΤΟ κατά τον ΨΠ. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να απομακρύνουν τη Ρωσία από την Κίνα και να την εντάξουν στη δική τους Οριοθετημένη Τάξη.

Συνοψίζοντας, έφτασε η ώρα για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ να αναγνωρίσει ότι ΦΔΤ ήταν ένα αποτυχημένη έργο χωρίς μέλλον. Οι Τάξεις που θα έχουν σημασία στο προβλεπτό μέλλον είναι Ρεαλιστικές Τάξεις που θα πρέπει να διαμορφωθούν με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

 

Posted by atzirkotis

Capt. (Eng.), Hellenic Navy (Ret.) - R. Adm., Cyprus N.G. (Ret.)

One Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.